Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

PopCorn




Στρίβω τσιγάρο να δω σινεμά
κι ένα στρουμφάκι μου δανείζει φωτιά
δίπλα ο Tweety φοράει γυαλιά
έχει μυωπία, τα βλέπει θολά

Παίζει στο έργο μια ωραία γυνή
κρυφά περιμένουμε να μείνει γυμνή
δεν θα μας κάνει την χάρη να δεις
μου είπε ο Ποπάυ: "είναι καλής ανατροφής…"

Έπεσαν τίτλοι και είναι σκοτεινά
ο Μπομπ Σφουγγαράκης κοιμάται μπροστά
πάω να πιω ένα αναβράζον ντεπόν
μάλλον με πείραξε το ποπ κορν

Βγαίνω στον δρόμο και πιάνει βροχή
η Κάντυ Κάντυ τρέχει να καλυφθεί
κάνω ένα σήμα στο πρώτο ταξί
τρέχει ο Ντόναλντ, προλαβαίνει να μπει

Γύρισα σπίτι με τα πόδια από εκεί
ανοίγω παράθυρα, αέρας να μπει
βλέπω στην γλάστρα ήταν ο Μάρτιν κι ο Νιλς
έκαναν στάση, λέει, λόγω βροχής

Σβήνω τα φώτα για να κοιμηθώ
η Jessica Rabbit με φιλάει στον λαιμό
γουργουρίζει κι ο Πλούτο θέλει φαϊ
απέναντι ο Γκαρφιλντ έχει γιορτή

Φαντάσου σκηνικό
το μυστικό είναι εδώ

Αν κυλάνε οι ζωές σαν δίσεκτες χρονιές
θυμήσου, δεν γεννηθήκες χθες
κι αν γουστάρεις να γελάς, να σιγοτραγουδάς
θυμήσου τότε, μην σταματάς!






Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Εντός, εκτός κι ελεύθερα...




Είναι κάτι άνθρωποι που ψιθυρίζουν με ηδονή κι απάντηση δεν ακούν κι ας παίρνουν. Είναι κάτι άνθρωποι που δίνουν απάντηση στο χρώμα της μελανιάς του σώματος κι ύστερα περιμένουν κι άλλο. Κάτι άνθρωποι που διώχνουν κρατώντας, που περπατούν καθιστοί, που νοσταλγούν ό,τι δεν έζησαν ακόμα. Αρπακτικά την μια, Φαγώσιμα την άλλη. Άνθρωποι που μάτια έχουν αλλά δεν κοιτάζουν, που χάδια έχουν αλλά δεν χαρίζουν. Μέσα στην ασφάλεια της ανασφάλειάς τους, ορκίζονται πως λένε την αλήθεια, και αυνανίζονται την πίκρα τους για να την ξαποστείλουν. Είναι κάτι άνθρωποι που ερωτεύονται μα δεν γιατρεύονται. Που γιατρεύονται μα δεν ερωτεύονται. Γιατρεύονται;

Και είναι τότε που ένας ανύπαρκτος εχθρός κηρύσει τον πόλεμο. Έντός. Εντός σου. Άλλωστε αργά ή γρήγορα θα είσαι μαζί κι εσύ, κάπου εκεί ανάμεσα στις συστάδες των δέντρων του μακρινού δάσους που έβλεπες μικρός από το παράθυρο του δωματίου σου, κι έλεγες ότι κάποτε θα επισκεφτείς, μα στην πορεία το ξέχασες και σε ξέχασες δίπλα σε κάποιο ηχείο, μπροστά σε μια λαμπερή οθόνη, κάτω από ένα ουρανό στο χρώμα της ώχρας που δεν σου χαρίζει ούτε ηλιαχτίδες ούτε σκιές.

Μια από τις επόμενες νύχτες, σβήσε το κλιμαστιστικό και βγες στο μπαλκόνι. Έχει δροσιά αυτό το φθινόπωρο. Έχει ελπίδα, φωνές και αγγίγματα. Ίσως αν κλείσεις τα μάτια σου για λίγο, να ακούσεις την ελευθερία σε κάποιο ρούχο που στεγνώνει και ανεμίζει στην απέναντι ταράτσα. Ίσως αν ανοίξεις τα μάτια σου ένα χέρι να κρατάει το δικό σου.

Ήρθε η στιγμή. Σου χαμογελάω. Πάμε βόλτα. Εντός, εκτός κι ελεύθερα.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Παράθυρο



ένα χρυσάφι αφημένο στο περβάζι
σαν ήλιος το ξημέρωμα που όνειρα δεν τάζει

ένα ασήμι κρεμασμένο στην κουρτίνα
σαν χαμηλή πανσέληνος που οργώνει κάθε μήνα

κι από μακριά
η πλατινένια σου σκιά
βλέμματα να αγκιστρώνει
κι από κοντά
τόσο γυμνή όσο απέραντη
μιαν αρκτική να λιώνει

τενεκεδένιο το παράθυρο με αιχμηρά τα φύλλα
ένα άγγιγμα απρόσεχτο 
ένα χάδι προσεγμένο
και σ'ανασαίνω.


Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Recreación

[ photo: Rain by Sugarcream ]

Ήταν 4:22 τα ξημερώματα. Άνοιξα τα μάτια μου κι εστίασα στην λωρίδα φωτός που γεννιόταν από την νύχτα, μπουσουλούσε στο μπαλκόνι μου και χάιδευε καθέτως, δήθεν ερωτικά, την άκρη της καφέ κουρτίνας του υπνοδωματίου. Άπλωσα το χέρι μου, δήθεν αδιάφορα, αναζητώντας την γυμνή σου πλάτη. Μουρμούρισα κάτι απροσδιόριστο, που μάλλον είχα κληρονομήσει κολυμπώντας κάπου ανάμεσα σε κύματα Θήτα και κύματα Δέλτα, κι ύστερα... σιωπή. Ξέρεις, εκείνη η σιωπή που διακόπτεται ξαφνικά από ένα δυνατό φρενάρισμα στον δρόμο της πόλης ή στον χρόνο της σκέψης. Τόσο δυνατό όσο να σε κρατήσει σε αγρύπνια μέχρι το ξημέρωμα. Όχι από ταραχή. 

Φιλοξενούμενος στο σπίτι μου. Δεν έχω όμως παράπονο. Σηκώθηκα από το διπλό μου κρεβάτι, πήρα από το χέρι το “φρενάρισμα” και καθίσαμε, σχεδόν αντικριστά, στις δύο άκρες του καναπέ με το πράσινο ριχτάρι. Όχι για να λογαριαστούμε. Μια μικρή ανταλλαγή αναπνοών ίσως. Και γιατί όχι; Μπορεί και να συγχρονιστούν οι παλμοί της καρδιάς μας πάνω σε μια βαθιά, πολύ βαθιά εκπνοή. Μας σέρβιρα γλυκό κόκκινο κρασί. Ίσως μια όμορφη ζάλη επιτρέψει πιο εύκολα να επιστρέψω στο μαξιλάρι μου και να χαζέψω ήσυχα, και δήθεν αβίαστα, την φιγούρα του κορμιού σου. Όσο για το “φρενάρισμα”, θα ανοίξω την μπαλκονόπορτα και θα το αφήσω έξω, μεθυσμένο, να κάνει παρέα στα ξεχασμένα, εδώ και μέρες, σκουπίδια.

Δεν θα με ξαναενοχλήσει. Θα το πετάξω σαν ξημερώσει στους μπλε κάδους ανακύκλωσης, και θα γυρίσω επάνω, όχι με το ασανσέρ, να φιλήσω τα πρωινά κλειστά σου χείλη. Κι αφού ανακυκλωθεί και ξαναγεννηθεί…, ίσως να μοιάζει με έρωτα. 

Mε ξεγνοιασιά.