Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Card-Postal

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Ίσως γιατί δεν είχα τι να σου πω. Ίσως γιατί είχα περισσότερα να πω από όσα θα μπορούσα να γράψω. Λένε πως μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Επιχείρησα, λοιπόν, να σου αποστείλω μια κάρτα. Διάλεξα ένα όμορφο τοπίο που μου έμοιαζε με ζωγραφιά, ειδικά κάτω από το φως της έκλειψης, κι έπειτα την στόλισα με κάμποσες λέξεις στην πίσω της επιφάνεια. Όταν είχα ολοκληρώσει με επιτυχία το έργο μου μέτρησα τις λέξεις και τις βρήκα 67. Ήταν εκείνη την στιγμή, μάλλον που αποφάσισα να μην αγγίξω με την γλώσσα μου την κόλλα του λευκού φακέλου. Όχι για να μην κινδυνεύσω να την πληγώσω με μια απότομη, ίσως, κίνηση, μα γιατί το 67 μου έμοιαζε τόσο λίγο μπροστά στο 1000. Έτσι έβγαλα από τον κόπο και την γλώσσα μου. Η κάρτα κοσμεί τώρα το τζάμι της πόρτας που χωρίζει το hall από το σαλόνι. Με δύο κινήσεις μπορώ, τώρα, να προσθέσω ή να αφαιρέσω 933 λέξεις. Απλά επιλέγω πλευρά και ανοίγω ή κλείνω την πόρτα.

Πόσο θα ήθελα με παρόμοια ευκολία να μπαίνω και να βγαίνω σε ένα όνειρο. Τόσο απλά, σαν να ανάβω τσιγάρο, σαν να βάζω μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου μου, σαν να αναπνέω. Κι ύστερα να πάψω να θέλω να ονειρεύομαι και να πείθω τον εαυτό μου αποφασιστικά, ίσως και λίγο κυνικά, πως η ζωή είναι ένα όνειρο που μέρα νύχτα το γεύομαι. Σε είδα στον ύπνο μου χθες. Δεν το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ. Γιατί έπρεπε να ξυπνήσω πρώτα για να το συνειδητοποιήσω; Απογοήτευση το λένε αυτό το συναίσθημα που βουλιάζει το αγκίστρι του στον λάρυγγα και όσο επιδέξιος κι αν είσαι, δεν μπορείς να το βγάλεις, όταν ξυπνάς μετά από ένα τόσο ζωντανό όνειρο και δηλώνεις ξάστερα την επιθυμία σου να μην είχες ξυπνήσει; Ίσως. Ίσως να το λένε και απάτη.

Έχω ένα κίτρινο φεγγάρι κρεμασμένο στον δυτικό τοίχο. Ανάβει με διακόπτη. Σβήνει με διακόπτη. Το είχα αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας πριν χρόνια. Από τότε λούζει απάτες και αγάπες με φως όπως ακριβώς ένα ακριβό σαμπουάν, εμποτισμένο με αιθέρια έλαια, λούζει το κεφάλι με άρωμα. Το άναψα χθες μόλις ξύπνησα. Χασμουρήθηκα δυνατά. Κάποτε κάποιος είχε πει πως όταν ο άνθρωπος χασμουριέται, δεν είναι γιατί νυστάζει, μα γιατί πεινάει. Για ποια πείνα να εννοούσε άραγε;

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Πώς κυλάει η ζωή σου; Εδώ, τα ίδια. Όπως τα ξέρεις. Δουλειά, σπίτι, ζέστη. Τα γνωστά. Άδεια η πόλη ακόμα. Εύκολο παρκάρισμα, τζιτζίκια που τραγουδούν μέχρι τα ξημερώματα, υψηλές ταχύτητες στους δρόμους, χαμηλές ταχύτητες στους παλμούς και αρκετή μουσική. Έκανα και μερικές βουτιές αλλά απέφυγα τα μακροβούτια αυτή την φορά. Σιγά σιγά η επιστροφή θα είναι πάλι γεγονός και για όσους φεύγουν και για όσους μένουν. Μην μου πεις ούτε για τον “κατεργάρη”, ούτε για τον πάγκο του. Δεν θέλω να ξέρω. Θα προτιμήσω την άγνοια ετούτη την φορά. Αλήθεια πάντοτε αναρωτιόμουν πώς να είναι αυτός ο πάγκος. Από τι υλικό να έχει κατασκευαστεί; Είναι γυαλισμένος με βερνίκι; Τι ύψος έχει; Είναι κατασκευασμένος για καθιστούς ή για όρθιους; Αλλά, είπαμε, μην μου πεις.

Η μέρα μικραίνει όσο περνάει ο καιρός και ο ήλιος αγγίζει την θάλασσα όλο και πιο αριστερά. Σε λίγο δεν θα μπορώ να το διακρίνω. Ένα ψηλό κτήριο θα μου κρύβει την θέαση. Το άγγιγμα εκείνες τις στιγμές θα σταματάει, για μένα, στην ταράτσα, στις κεραίες. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα όταν τα κοιτάζεις από άλλο σημείο, με άλλη αφετηρία, σε άλλη εποχή. Είναι κάτι σαν το χάδι πάνω σε ένα γυμνό σημείο του κορμιού. Είναι γυμνό το κορμί ή ντυμένο; Είναι κάτι σαν το αναποδογύρισμα του φλυτζανιού του καφέ, για να γεννηθεί ο χρησμός. Είναι κάτι σαν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που της χαρίζουν χρώμα τα μάτια που την κοιτάζουν. Θα ήθελα να δω το χρώμα του κόσμου που φωλιάζει στα μάτια σου. Πόσο κόκκινο είναι το δικό σου κόκκινο; Πόσο μαύρο το δικό σου μαύρο; Φαντάσου να μπορούσαμε να ρυθμίσουμε το contrast και να παγιδεύσουμε τα σύννεφα στην ισορροπία του δικού μας λευκού. Φαντάσου να ξάπλωνες επάνω στο ορθοπεδικό στρώμα της πραγματικότητας και να χάζευες μέσα από τρισδιάστατα βλέφαρα το περιβάλλον. Φαντάσου να μπορούσες να τα δοκιμάσεις όλα αυτά και τελικά η εικόνα να μην άλλαζε καθόλου. Λες να μην άλλαζε;

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τα σπλάχνα θα ήθελα να πληκτρολογώ και να ανακαλύπτω στους τόνους και στις παρενθέσεις, υφέσεις και διέσεις. Να γυρίζω πλευρό στο μαξιλάρι μου και να μην με νοιάζει το άνοιγμα να είναι πάντα από την δεξιά πλευρά. Να περνάω κάτω από τις αναμμένες λάμπες των δρόμων τις νύχτες και να ξέρω αν θα σβήσουν ή όχι. Να μην φοβάμαι να βουτήξω με τα ρούχα στο κύμα της πρώτης βροχής του χρόνου και να ξεθάβω από το σπασμένο πλακάκι στο μπάνιο έναν πολύτιμο θησαυρό. Να ματώνω και να μην πονάω, να γελάω πιο πολύ από το να χαμογελάω, να μην χτυπάω κάρτα στην είσοδο της δουλειάς και να μην ξεκλειδώνω την πόρτα για να μπω στο σπίτι. Να μην περιμένω τον χειμώνα το καλοκαίρι και να μην περιμένω το καλοκαίρι τον χειμώνα, να ζωγραφίζω σπιράλ μέχρι να τελειώσει το μελάνι. Να σε παίρνω από το χέρι και να πηγαίνουμε ατελείωτες βόλτες, να φωνάζω, να σωπαίνω, να κάνω έρωτα, να νιώθω έρωτα.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς το έδαφος θα ήθελα να βγάζω εισιτήριο χωρίς επιστροφή, για βελούδινα κι ακάνθινα και να μην αναρωτιέμαι γιατί. Να βγάζω εισιτήριο και να πηγαίνω να πιω παγωμένο τσάι στην είσοδο ενός igloo, να χορεύω tango μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή, να παίζω πιάνο κι εσύ να μουρμουρίζεις τα λόγια που δεν θυμάσαι. Να σε ξαναβλέπω να στέκεσαι γυμνή στην άκρη της γέφυρας και να μην μπερδεύω το παρόν με το παρελθόν. Να κάνω ηλιοθεραπεία για την θεραπεία και μόνο γι αυτήν, και να ξεκουράζομαι στο πάτωμα όπως τα πουλιά στον ουρανό. Να κλείνω το κινητό μου και να μην βιάζομαι να το ξανανοίξω, να θέλω εσένα, να θέλω εμένα. Θα ήθελα να πετούσα πέτρες επάνω στην επιφάνεια του νερού κι εκείνες να γύριζαν σαν μπούμερανγκ πάλι πίσω στα χέρια μου.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τον ουρανό θα ήθελα να κάνω τις σπονδές μου να μοιάζουν με σπουδές και τα υστερόγραφα με card-postals, να λέω αλήθεια, να ζω σε παραμύθια, να χάνομαι για ώρες σε πλακόστρωτα στενά, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να μην χρειάζομαι πυξίδες και κλεψύδρες, να μην βαφτίζω την επιστροφή καταστροφή και αντιστρόφως. Να μην βιαζομαι, να σκοντάφτω, να μαγειρεύω αφού πεινάσω, να σου μαγειρεύω. Να μην μνημονεύω τελείες και παύλες και να μην αναρωτιέμαι αν “δυο λάμδα θέλει τώρα η Γαλλία ή ένα”. Να χαϊδεύω κάκτους, να ψάχνω άρκτους, να βρίσκω δύναμη, να απεγκλωβίζω αυτοπεποίθηση, να μην σε περιμένω.

Όνειρα γλυκά...

Υ.Γ. : Ήθελα να σου γράψω νύχτες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Libertad


Αφαίρεσε το θήτα από το καλοκαίρι κι αντικατέστησε το όμικρον με το ωμέγα. Τί έχεις; Σωστά. Προσέθεσε τώρα ένα μι στην αρχή και ξανακάνε την προηγούμενη αντικατάσταση ανάποδα. Τί έχεις; Ακριβώς. Πάρε αυτές τις δύο λέξεις και ακούμπησέ τες στην κορυφή ενός τόξου με τα χρώματα της ίριδας και περίμενε. Πάρε βαθιά εισπνοή, κράτησε την εκεί στα σπλάχνα σου για δέκα δευτερόλεπτα και ώθησε την αργή εκπνοή σου προς την κορυφή. Αν βρέχει ακόμα περίμενε λίγο γιατί μπορεί να μην πιάσει το πείραμα. Σταμάτησε; Όχι ακόμα; Περίμενε. Σταμάτησε; Ωραία λοιπόν, φύσηξε! Κύλησαν και οι δυο λέξεις προς την ίδια πλευρά ή όχι; Αν όχι κάνε όρεξη για το επόμενο τόξο. Αν ναι, τότε συγχαρητήρια. Να μια στιγμή ευτυχίας. Μην μου πεις αν η τσουλήθρα ήταν προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά. Δεν έχει στα αλήθεια σημασία. Αρκεί να προλάβεις να είσαι εκεί στους πρόποδές της, να πάρεις στην αγκαλιά σου τις δυο λέξεις και να τις εναποθέσεις στο έδαφος απαλά. Στάσου πάνω τους με τα δυο γυμνά σου πόδια και χαμογέλασε. Να άλλη μια στιγμή ευτυχίας. Βγάλε τώρα όλα σου τα ρούχα και ψιθύρισε μια μελωδία που αγαπάς, σαν μουρμουρητό. Σ’ ακούει κανείς; Αν όχι, μην σταματάς. Αν ναι, μην σταματάς. Η τρίτη στιγμή ευτυχίας δεν είναι φαρμακερή. Μην την φοβηθείς λοιπόν και ξελόγιασέ την. Άρχισε πάλι να βρέχει; Μην τυχόν και φύγεις από εκεί. Άλλωστε δεν φοράς ρούχα για να βραχούν.

Κουράστηκες από την ορθοστασία; Υπέροχα! Έφτασε ο κατάλληλος χρόνος για να βηματίσεις. Μην με ρωτήσεις προς τα πού. Άντε, ξεκίνα! Το ψιθύρισμα μην ξεχάσεις. Αναπόφευκτα θα διαμορφώνεται κατά την διάρκεια της μετακίνησης. Ας γίνει, λοιπόν, κραυγή… Ας γίνει σιωπή. Ξεχνιέσαι που και που και ξεγλιστράει από τα δόντια σου η γκρίνια; Μήπως δραπετεύει από τα ρουθούνια σου το ένρινο παράπονο; Κανένα πρόβλημα. Ντύσου. Ντύθηκες; Διάλεξε την αγαπημένη σου ταράτσα και ανέβα. Πρόσεξε, μην πας άκρη άκρη. Κοίτα μπροστά σου. Τι βλέπεις; Σου αρέσει αυτό που βλέπεις; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Αν ναι, άφησε το βλέμμα να χαθεί. Αν όχι, κλείσε τα μάτια και άκουσε. Μ’ ακούς; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Μπα… ψέματα. Με νοιάζει.. Τι να την κάνεις την γκρίνια όταν μπορείς να αλλάξεις την οπτική γωνία θέασης; Τι να το κάνεις το παράπονο όταν μπορείς να αλλάξεις την ακουστική γωνία ακρόασης; Έλα, πάμε κάτω πάλι. Εντάξει, δεν θα μπούμε σε ασανσέρ. Από τις σκάλες θα κατεβούμε. Μα είχε στα αλήθεια ασανσέρ;

Πείνασες από τα πολλά πήγαινε έλα και τις αμπελοφιλοσοφίες που σου λανσάρουν οθόνες, χαρτιά και στόματα; Κι εγώ. Τι τραβάει η όρεξή σου; Ωραία, μόνο εκεί που θα πάς ας μην έχει μεγάλες τζαμαρίες. Τα παράθυρα μου φαίνονται πιο γοητευτικά. Σου ταιριάζουν περισσότερο. Συνόδευσε το φαγητό σου με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και για επιδόρπιο βήξε δυνατά. Τόσο δυνατά που να καλύψεις την μουσική που ξεστομίζουν τα κρυμμένα ηχεία πίσω από τις κουρτίνες. Τόσο δυνατά που η ταχυπαλμία σου να προκαλέσει δέος στον εγκέφαλό σου. Ύστερα, πιες την τελευταία γουλιά, που είχες αφήσει στο κολονάτο σου ποτήρι και καληνύχτισε με ένα κομψό χαμόγελο τον πολυέλαιο που απειλεί δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο την λεία επιφάνεια του εβένινου πιάνου, και αποχώρησε. Μην ξεχάσεις το πανωφόρι σου. Έχει δροσιά τις νύχτες. Τι έφαγες τελικά;

Γύρισε σπίτι τώρα. Μην ανάψεις πολλά φώτα. Δεν μπορείς χωρίς φώτα; Εντάξει, αλλά μην ανάψεις πολλά. Μην θυμώνεις με τον εαυτό σου που είχες ξεχάσει ανοιχτή την τηλεόραση. Απλά κλείστην. Βγάλε τα ρούχα σου πάλι με προσοχή όμως στην στιγμή ευτυχίας που την φοράς σαν πολύχρωμες κάλτσες στα άκρα σου. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου. Δεν νυστάζεις ακόμα και δεν βιάζεσαι να ονειρευτείς. Ακούς φασαρία πίσω από τον ανατολικό τοίχο; Τσακώνονται; Φοβούνται; Κάνουν έρωτα; Κοιμούνται; Γερνάνε; Τι χρώμα έχει ο τοίχος σου; Μην μου πεις. Μονάχα για εκείνον που κοιτάζει προς βορρά θα ήθελα να ξέρω. Κάνει πιο κρύο εκεί αλήθεια; Ωραία τότε. Πήγαινε και ακούμπησε με την πλάτη σου εκεί, σε ένα ελεύθερο σημείο. Αν δεν υπάρχει ανέβα στην πολυθρόνα, ή μπες κάτω από το τραπέζι. Άφησέ την να αγγίξει ξαφνικά, σαν ψυχρολουσία που θα ανατριχιάσει το δέρμα σου. Μείνε σε ακινησία για όσο χρόνο αντέχεις. Αν βοηθάει, βάλε άρωμα στους καρπούς και στον λαιμό σου. Τι ακούς; Τι; Ένα δυνατό γέλιο συντονίζεται με την ραχοκοκαλιά σου; Υπέροχα. Να μια στιγμή ευτυχίας. Χάσαμε το μέτρημα ε; Ε και; Χαμογέλασε. Μου χαμογελάς;

Ξάπλωσε τώρα ανάσκελα. Προτιμάς μπρούμυτα; Εντάξει τότε, όπως επιθυμείς. Μονάχα σκεπάσου τόσο όσο η θερμοδυναμική να κάνει την δουλειά της. Επέτρεψε στο σεντόνι σου να τείνει στο μείον άπειρο, το μαξιλάρι σου στο συν άπειρο και το κορμί σου στο μηδέν. Να μια στιγμή ελευθερίας. Μην τυχόν και βάλεις ωτοασπίδες. Ξέχασες να σβήσεις τον θερμοσίφωνα; Άντε πήγαινε, μα γύρνα γρήγορα. Βγάλε τον φελλό από τον αφαλό σου, πλάσε τον στα ακροδάχτυλά σου σαν πλαστελίνη, στόχευσε και εκσφενδόνισέ τον αναστενάζοντας οργασμικά και άναρχα σαν σπάνιο ανθρακούχο προϊόν. Να μια στιγμή επανάστασης. Αύριο μην ξεχάσεις να ασχοληθείς με την υγρασία στην οροφή όταν γυρίσεις από την δουλειά. Κοιμήθηκες; Μην μου πεις. Μ’ αγαπάς;

Σ’ αγαπώ.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Still learning

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Πρέπει να φύγω σε λίγο.
- Γιατί δεν μένεις απόψε;
- Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι και να μείνω, δεν θα αλλάξει κάτι. Το πολύ πολύ να με βαρεθείς πιο σύντομα.
- Τι είναι αυτά που λες; Γιατί να σε βαρεθώ;
- Γιατί καθώς κυλάει ο χρόνος, ο αέρας που αναπνέουμε θα μολύνεται λίγο λίγο από ανάσες, ιδρώτες και παύσεις.
- Μα η παύση δεν μολύνει.
- Όπως δεν φθείρει η αγάπη;
- Φυσικά και δεν φθείρει εκείνη. Εμείς την φθείρουμε. Με αγκίστρι μοιάζουν τα δάχτυλά μας όταν αγγίζουμε χωρίς να νιώθουμε. Προτιμώ τις παύσεις εκείνες τις ώρες. Καθαρίζουν το μυαλό και ελευθερώνουν. Σκέψου πόσο άβολα μπορεί να νιώσεις αν κάθεσαι με έναν άνθρωπο και δεν μιλάτε. Σκέψου όμως και πόσο ασφαλής μπορείς να αισθανθείς όταν πάψει όλο αυτό το άβολον του πράγματος… και όχι ως εκ θαύματος.
- Αν νομίζεις ότι είναι τόσο απλό, έλα να κάνουμε την άσκηση του καθρέφτη. Τολμάς;
- Δεν το περίμενα να μου το ζητήσεις.
- Αν μπορώ να το κάνω με έναν άγνωστο, τότε γιατί να μην μπορώ να το κάνω με σένα;
- Με μένα ε;
- Μονάχα κάτι. Αν βαρεθείς, μην μου το πείς. Απλά κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.
- Πάω να ανάψω κι ένα κερί, να καθυστερήσω την μόλυνση του αέρα.
- Έτσι θα την καλύψεις, δεν θα την καθυστερήσεις.
- Να βάλω μουσική;
- Τον λόφο της Marketa… στο repeat.
- Αν κουραστεις κατά την ανάβαση, κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.

Play

Χαμογέλασαν κρυφά, λες και ήθελαν να κρυφτούν ο ένας από τον άλλον κι έβγαλαν όλα τους τα ρούχα. Έτσι, γυμνοί, ακίνητοι με καρφωμένα βλέμματα και χείλη σφραγισμένα, έμειναν εκεί για 4 λεπτά και 36 δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά το είδωλο που διέκρινε ο καθένας απέναντί του, θόλωνε μπροστά στις διασταλμένες τους κόρες. Άρχισε να μοιάζει σαν μια ακαθόριστη φιγούρα χωρίς πρόσωπο. Δεν υπήρχε πια το δωμάτιο. Είχε σκοτεινιάσει. Υπήρχαν μόνο οι δυο τους, ανέκφραστοι, βυθισμένοι ο ένας στα μάτια του άλλου. Προσπαθούσαν να διαβάσουν σκέψεις ή να διαγράψουν;

Στο τέλος της πρώτης αναπαραγωγής, ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά τους σχεδόν στο ίδιο δευτερόλεπτο. Οι φιγούρες καθάρισαν και το δωμάτιο ξαναφωτίστηκε.

Κουνούσαν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα κορμιά τους με κινήσεις αργές, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον. Ο ένας ο καθρέφτης του άλλου. Πότε εκείνος αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων και πότε εκείνη. Συνέχισαν έτσι για 6 αναπαραγωγές. Στο ξεκίνημα της έβδομης έκλεισαν τα μάτια τους ταυτόχρονα, και φιλήθηκαν.

Ήταν Κυριακή λίγο πριν την μπλε ώρα. Έκανε ζέστη. Ανάσες, ιδρώτες και παύσεις “μόλυναν” τον αέρα.

Ένας καθρέφτης εγκόσμιος και ετερώνυμος έλκει έλη και παπαρούνες να διακοσμήσουν την κορνίζα όπως επιθυμούν ή νομίζουν ότι επιθυμούν. Σε παράταξη μάχης ή αντιπερισπασμού βουλιάζουν οι άνθρωποι για να μην παραδεχτούν την διαφορετικότητά τους και το πάθος τους. Στέκονται στις όχθες και αφήνουν ανάμεσά τους να κυλάει ορμητικά ένα πρώην ήσυχο ρυάκι. Δεν έχει σημασία αν θα ακουμπήσουν τα γυμνά τους πόδια ταυτόχρονα μέσα στο νερό. Μονάχα να τα ακουμπήσουν. Δεν έχει σημασία αν θα κολυμπήσουν μέχρι την άλλη άκρη ή αν θα αφεθούν να τους παρασύρει. Μονάχα προσοχή χρειάζεται στις ξέρες κι εκεί λίγο πριν τον καταρράκτη που σκύβει να πιει νερό η heliconius sara λίγο πριν κοιμηθεί.

- Πως σε λένε;
- Όπως θέλεις εσύ.

Stop

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Γιατί δεν μένεις απόψε;


[ walking up the hill tonight, and you have closed your eyes ]

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Bon voyage


Πόσο συχνά ονειρεύεσαι περπατώντας σε τούτη την άνευρη πόλη που την νιώθεις να ανθίζει νευρικά σε κάθε σου κύτταρο; Πόσο συχνά αναρωτιέσαι αν όταν κοπάζουν οι ξαφνικοί άνεμοι, αναπόφευκτα, μπορεί και να σταματούν να στριφογυρίζουν από ηδονή οι ανεμόμυλοι του μυαλού σου; Πόσο συχνά αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο σου και την υψηλότητά σου που μπορεί άλλες φορές να βουλιάζει με μια κίνηση ματ ολόκληρα κρουαζιερόπλοια και άλλες να γεννάει, μέσα σε γλυκούς πόνους, ένα μωρό που πότε κλαίει, πότε γελάει και πότε αρθρώνει άναρθρες κραυγές ή εξομολογητικές σιωπές; Πόσο συχνά θέλεις να πάρεις του δρόμους και πόσες άλλες να τους αφήσεις στην όποια ησυχία τους; Πόσο συχνά νομίζεις ότι ερωτεύεσαι και κάθε πότε αφήνεσαι να κλέβεσαι από την όποια τολμηρή κίνηση ή έστω και μία αγχωτική συγκίνηση;

Ξεπαστρεύοντας νύχτες, διώχνω τα αυθαίρετα συμπεράσματα που τρυπάνε σαν σκουλαρίκια το παρθένο μου δέρμα και απλώνω το χέρι προσκαλώντας τα πίσω να κοσμήσουν την απότομη πτώση του μυαλού μου. Σαν τατουάζ χρωματιστό η ανάγκη μου να ψιθυρίσω αλήθειες που τρομάζουν και αποφεύγονται εντέχνως πότε με απουσίες και πότε με παύσεις. Όχι, δεν μου αρέσει να εγκαταλείπω και δεν το κάνω. Λείπω όμως; Όχι από εμένα. Αυτοκουρδίζομαι αντισυνταγματικά, πίνω μια γουλιά νερό και καυχιέμαι ότι δεν αποζητώ αναρρωτική άδεια. Κάποτε έσπαγαν τους καρπούς τους για μια σταγόνα ελευθερίας και σήμερα πηδάμε από το τραίνο πριν καν την υποψία εκτροχιασμού. Κάποτε βροντοφώναζαν το δίλημμά τους για την ελευθερία ή τον θάνατο, και σήμερα καυχιόμαστε ότι είμαστε έξω από το κλουβί σε έναν κόσμο που μυρίζει δυόσμο, αγάπη και ιώδιο.

Σήμερα, γύριζα από την δουλειά και μύριζε θάλασσα στον δρόμο. Σε θυμήθηκα. Και πριν σε θυμόμουν. Και μετά.

Ζω σε μια πόλη που πότε με σαγηνεύει σαν σκουλαρίκι στην μύτη και πότε με αδειάζει σαν σκισμένη σακούλα με σκουπίδια, στην χωματερή. Πόσα πολύτιμα όνειρα αργοσβήνουν στις χωματερές του πλανήτη; Πόσα δώρα εκσφενδονίζονται με ταχύτητα διαφυγής μέχρι τον απέναντι τοίχο; Ίσως από μίσος. Ίσως από αγάπη. Κάπως έτσι χρωματίζονται οι τοίχοι σε σοκάκια και λεωφόρους. Ένα ιδιόμορφο graffiti τόσο μα τόσο εμπνευσμένο. Ρίξε ένα βλέμμα κάτω πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τα παράξενα σύμβολα στις πλάκες των δρόμων. Ρίξε ένα βλέμμα πάνω, πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τις ανάποδες πινακίδες των δρόμων. Είναι όμορφη η πόλη μου. Θέλω να φύγω.

Θέλω να σε δω.

Σαν αυτόματο όπλο με σφαίρες κρότου μοιάζουν οι μνήμες. Σαν μαξιλαροπόλεμος μοιάζει η αναπάντεχη ελευθερία που δήθεν μας περιτριγύρίζει. Σταματάω που και που σε εκείνη την παραλία. Κάθομαι ξανά στην άμμο και ακουμπάω την πλάτη μου στον στύλο που στηρίζει την σκεπή του beach bar και αφήνω την ραχοκοκκαλιά μου να να τρέμει, να συστέλλεται και να διαστέλλεται στα μπάσσα του ηχείου που είναι κρεμασμένο εκεί ψηλά, κι όταν ο ήλιος βασιλέψει, αποκοιμιέμαι. Ξέρεις, το πολύ πολύ να με ξυπνήσει το κύμα και ξαφνιασμένος να κοιτάξω γύρω μου και να δω μονάχα τον φάρο που διακρίνεται , λόγω του καθαρού ορίζοντα. Πάντοντε με συνάρπαζαν οι φάροι. Σαν piercing στο έδαφος... σαν palsar στον ουρανό.

Αλλάζω διαδρομές προς τους ίδιους προορισμούς και νομίζω πως αλλάζω εικόνες. Ίσως και να αλλάζω. Αποφεύγω τις διασταυρώσεις με ανθρώπους που δεν θέλω να μιλησω, ξεχνιέμαι να στρίψω στις πλατείες, αδημονώ να ανάψει το φανάρι πράσινο και να φτάσει η ώρα να σχολάσω ή να δώσω τις εξετάσεις που χρωστάω. Βιάζομαι και δεν με παίρνει ο ύπνος όταν ακούω τους δείκτες των ρολογιών να μετράνε. Αναζητώ το κλικ που θα με μεταμορφώσει και θα με σώσει. Μου λείπεις. Μου λείπουνε οι φωτιές στις παραλίες. Μου λείπουνε τα καλοκάιρια που ακόμα δεν έχουν έρθει. Πάντοτε ευχόμουν να μείνω παιδί και όποτε γύρευα να είχα αφορμή. Χαζεύω φωτογραφίες και χαμογελάω στο άκουσμα μιας φωνής που τόσο περίμενα να ακούσω και τόσο είχα πειστεί πως δεν θα άκουγα. Μου αρέσουν οι εκπλήξεις και τρελλαίνομαι για τις εκλείψεις. Κάπως έτσι αποχαιρετώ τις πανσελήνους και κάνω πως δεν βλέπω στάχτες και σκουριές επάνω στο παρκέ, το χαλασμένο από τον χρόνο.

Εσύ που διαβάζεις εδώ τώρα, ή φύγε ή έλα.

Βγάζω την καρναβαλίστικη μάσκα μου και σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπό μου κάθε φορά που θέλω να κοιτάξω έναστρο ουρανό. Ξέρεις, όχι αυτόν των πόλεων. Χαρίζω χάδια όταν νιώθω την ανάγκη και όταν η αδυναμία της επιθυμίας μου δημιουργεί κράμπες.

Κορναρίσματα, μπαρουτοκαπνισμένα παράθυρα, αποφάσεις που δεν παίρνονται, σχέσεις από απόσταση, σχέσεις χωρίς στάση, τελείες, παύλες, καφέδες, αλκοόλ, δειλία, αήδια, φασαρία, ησυχία, ξαφνιάσματα, φαντάσματα, παραπετάσματα, δευτερολέπτων κλάσματα, περί ανέμων και υδάτων, αναρχία, φιλοσοφία, σοφία, απιστία, αμφιβολία, αντίσταση, αντίδραση, δράση, μαλακία.

Σαν comedie, πόσες ζωές κρύβει η ζωή; Και πόσα λόγια τρυφερά; ...δυο εφιάλτες στην γωνιά. Σαν comedie, και το μελάνι μου εσύ. Τόσο γλυκιά, τόσο πικρή. Γίνε για λίγο αληθινή.

Μια σπονδή η εκπνοή αυτή κι ένα λασπωμένο καλωσόρισμα, με υποψία όψης φράουλας, στις ξέγνοιαστες μέρες που έρχονται φρεκοντυμένες και ευωδιαστές σαν κέικ που μόλις βγήκε από τον φούρνο, σαν παγωτό που μόλις βγήκε από την κατάψυξη, σαν αλάτι που έχει στεγνώσει πάνω στο δέρμα, σαν πρωινό ξύπνημα δίπλα στους πόρους που επιθυμείς, σαν μια μυστική λίμνη στα θεμέλια του σπιτιού σου, με τις κολόνες για γόνδολες. Είναι οι μέρες που απλά αξίζει και αξίζεις να τις ζεις. Τίποτα άλλο.

Καλό ταξίδι...