Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Ποταμάκι γάργαρο




δυο ρόδα κι ένα αστέρι στα μαλλιά
να είναι η νύχτα
νάνι νάνι

να φέρει όνειρα γλυκά γλυκά
στα βλέφαρά σου
νάνι νάνι

κοιμήσου αγάπη μου ησύχασε
στην αγκαλιά μου
νάνι νάνι

σαν ποταμάκι γάργαρο
θα ξήμερώσει πάλι
νάνι νάνι

στο μαξιλάρι σου χορεύει
το φεγγάρι απόψε
νάνι νάνι

στο σεντονάκι σου η θαλασσα
που βγαίνει ο ήλιος
νάνι νάνι

κοιμήσου αγάπη μου ησύχασε
στην αγκαλιά μου
νάνι νάνι

σαν ποταμάκι γάργαρο
θα ξήμερώσει πάλι
νάνι νανι


Αλόχα και καλή χρονιά! Η χαρά και η ευδαιμονία μου σήμερα δεν περιγράφονται. Είναι ένα όνειρο που παίρνει ζωή. (Οκ, είναι κλισέ η φράση, ξέρω, για αυτό και πέταξα την "ευδαιμονία" πριν. Ε, μη με περάσετε για κανέναν πεζό).
Το πρώτο μου, ηχογραφημένο σε στούντιο, τραγούδι είναι ένα νανούρισμα και είναι έτοιμο ένα κλικ μακριά από τα αυτιά και τα μάτια σας. Εύχομαι τα γάργαρα νερά του να σας πάνε όσα χιλιόμετρα πιο μακριά ή όσες ανάσες πιο κοντά επιθυμείτε.
Θέλω να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά όσες και όσους βοήθησαν, με όποιο τρόπο, για να φτάσει το Ποταμάκι μέχρι εδώ.

Ναταλία μου σε ευχαριστώ για όλα. Χωρίς την φωνή σου, την στήριξή σου, την συντροφιά σου και τις συμβουλές σου δεν ξέρω αν θα έφτανε τούτη η στιγμή.
Γιάννη, μέσα από την καρδιά μου, να είσαι καλά για την υπέροχη ενορχήστρωση, την οργάνωση και τις ιδέες σου που έδεσαν τόσο αρμονικά με όσα είχα μέσα στο κεφάλι μου.
Ευχαριστώ τους εξαιρετικούς μουσικούς, την Δέσποινα, τον Μιχάλη, τον Ηλία που έντυσαν το ποταμάκι με τα μελωδίες τους, κάνοντας τα μαγικά τους.
Γιάννη Ταβουλάρη, να είσαι καλά για τον κρυστάλλινο ήχο και το σπουδαίο ακουστικό αποτέλεσμα.
Χριστίνα, η εικονογράφησή σου τα έκανε όλα πολλά κλικς πιο ονειρικά.

Σε μερικές μέρες το Ποταμάκι γάργαρο θα βρίσκεται και σε όλες τις online streaming πλατφόρμες.

Καλή σας ακρόαση!
Βουτήξτε, πετάξτε,
νανουρίστε, νανουριστείτε!

Ποταμάκι γάργαρο
Στίχοι - Μουσική - Πιάνο - Ερμηνεία: Δημήτρης Καραγιάννης
Δεύτερη Φωνή : Ναταλία Λαμπαδάκη
Ενορχήστρωση - Παραγωγή : Γιάννης Παπαγεωργίου
Βιολοντσέλο : Δέσποινα Σπανού
Μαντολίνο : Ηλίας Βαμβακούσης
Φλάουτο : Μιχάλης Θεολογίτης
Ηχογράφηση - Μίξη - Mastering : Γιάννης Ταβουλάρης - Συν Ένα Recording Studio
Εικονογράφηση - Animation Video : Χριστίνα Τσέβη

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Είναι τα μάτια σου

Είναι τα μάτια σου.

Δρακόλιμνες της άνοιξης και του Μαγιού αέρας. Ξέρεις, από εκείνα τα δροσερά αεράκια που τριγυρνούν τις φυλλωσιές τις νύχτες. Εκείνη ακριβώς την στιγμή που το θρόισμα κρατά το ίσο στο τραγούδι που ανασαίνουν τα τριζόνια.


Είναι τα χείλη σου.

Κορυφογραμμές που διαχωρίζουν τα βάθη από τα ύψη. Ένα ανάγλυφο στόλισμα στο ηλιοβασίλεμα μιας Κυριακής, μια ανυπομονησία στην ανατολή της πρώτης μέρας των διακοπών σου. Κι από εκεί ψηλά, με μια τσουλήθρα να βρίσκεσαι να ηλιοθεραπεύεσαι στην άμμο. Να φεγγαροθεραπεύεσαι σε μια αγκαλιά.


Είναι ο αφαλός σου.

Ηχείο στο πιο σπάνιο έγχορδο που έπλασε ανθρώπινο χέρι. Κι εκεί ανάμεσα στα ταξίμια σου ονειρεύεται γλυκά το πιο αγαπημένο σου φιλί, που το άφησες να  πλαγιάσει για να ξαποστάσει. Και πριν ανοίξει τα μάτια του, στο πρώτο ξύπνημα,  θα μυρίσει τη βροχή και το αγιόκλημα.


Είναι τα πόδια σου.

Απειροελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου ισορροπίας ενώ ίπτασαι σε φιγούρα χορευτική, πριν η βαρύτητα σε φέρει πάλι στο έδαφος. Το χάδι του ποταμού, η περιπέτεια του βράχου, η ζέστη της ασφάλτου.


Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Η μικρή Θεά Ιλεμά


"Η μικρή Θεά Ιλεμά" γεννήθηκε σε έναν αιώνα μακρινό! 
Ένα μελοποιημένο παραμύθι μου για όλες τις εποχές και όλες τις ηλικίες!
Ακούστε την, διαβάστε την και... αναζητήστε την! 
Η Ιλεμά είναι εδώ τριγύρω.

-----------

Σε έναν αιώνα μακρινό, υπήρχε ένα μυστικό
ήταν κοινό, και το μοιράζονταν δυο τόποι
ο ένας κάπου στον βορρά, ο άλλος ήταν νότια
κι ανάμεσα τους ένα τείχος από χιόνι

Πιστεύανε σε τρεις Θεούς, πως αν σωπαίνεις τους ακούς
μέσα απ’το τείχος, σαν νυχτώνει και γελάνε
η μια ήταν η Θεά Καρδιά, ο άλλος ο Θεός Νους
που ήταν στείρος και δεν είχανε παιδιά
μέχρι τη μέρα που γεννήθηκε η Ιλεμά

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Η Θεά για θαύμα μίλαγε, μα ο Θεός δεν πίστευε σε αυτά
«Θα την σκοτώσω!», έλεγε, «με το σπαθί μου!»
μα σαν περνούσαν οι βραδιές και το μωρό χαμογελούσε
ο φόνος αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας
τους εφιάλτες του σκορπούσε ο αέρας

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Μετά από χρόνια η Ιλεμά, με την μαμά Καρδιά
και με τον Νου μπαμπά, ανέβηκε στο τείχος
κοίταξε ανατολικά, κι ύστερα πάλι δυτικά
μα όμως δεν είδε τους Θεούς πίσω απ’το χιόνι
που τους ακούει σαν νυχτώνει να γελούν...

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Ιλεμά, για τα μάτια σου χτυπάει η καρδιά
για τα μάτια σου.



[ Στίχοι - Μουσική :  Δημήτρης Καραγιάννης (dim juanegro) ]

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Μπαλαρίνα

 [ photo : by Eleni Karagianni ]


Να, πως μοιάζει η αγάπη. 

Απόγευμα, σου χτυπάει την πόρτα, σου χαμογελά και περνά αστραπιαία σαν δροσερό αεράκι από γύρω σου. Από μέσα σου. 
Σε κυκλώνει, σε ζυμώνει. Κι όταν βγεις από τον φούρνο, μοσχομυρίζει η γειτονιά.
Σαν το ζεστό ψωμί. Σαν το αχνιστό κέικ, τότε, στο πατρικό σου σπίτι.

“Περίμενε λιγάκι! Άφησέ το να κρυώσει πρώτα!”, σου φωνάζουν.
Μα δεν ακούς. Η προσμονή έχει στήσει χορό με τους γευστικούς σου κάλυκες.

Να πως μοιάζει η αγάπη. Με προσμονή, με υπομονή, με γεύση, με χορό.

Σαν τη μικρή μπαλαρίνα που στροβιλίζεται στο ρυθμό και τον παλμό της καρδιάς σου.
Φοράει το ροζ της φόρεμα και σου αφιερώνει τον κότσο της.
Τα χέρια της χαϊδεύουν την ησυχία σου. Τα πόδια της ορειβατούν στην ελευθερία σου.

Να πως μοιάζει η αγάπη.
Με σένα.



[ μπαλαρίνα : ανιψούλα Βασιλική ]



Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Τραμπολίνο



Κυλάει το νερό. Από πηγή σε εκβολή. Από εισπνοή σε εκπνοή. Κυλάει η ζωή. Σαν μια μπάλα μικρή πολύχρωμη που λατρεύουν τα παιδιά. Από εκείνες που έχουν μέσα τους βαθιά μια μπαταρία. Να παίρνουν την απαραίτητη ενέργεια να φέγγουν στο σκοτάδι. Να αναβοσβήνουν σαν αστέρες μακρινοί. Σαν αστέρες που τρεμοπαίζουν στις ανέφελες νύχτες. Που αν τους κοιτάζεις αρκετή ώρα επίμονα, έχεις την βεβαιότητα ότι μετακινούνται σπασμωδικά ίσως, φευγαλέα. Σαν αστέρες που μπορεί να μην ζουν πια, όμως εσύ έχεις μια μηχανή του χρόνου κρυμμένη στον αμφιβληστροειδή σου. Κι ενώ η μπάλα αναπηδά και το παιδί γελά, εσύ πηγάζεις και εκβάλεις. Απλά, ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούμενα. Σαν αγκαλιά σφιχτή.

Και είναι εκείνη η στιγμή που βγάζεις όλα σου τα ρούχα και με ένα μακροβούτι σου προσφέρεις το κορμί σου σε αυτό το νερό. Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας σε διεγείρει. Αφήνεσαι ανάσκελα στην ροή, ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρά σου και προσφέρεις την καρδιά σου στον αφρό. Ήλιοι, φεγγάρια και λοιπά στολίδια του ουρανού απέχουν ένα τέντωμα των χεριών σου. Κοράλια, ιππόκαμποι και λοιπά θαύματα του βυθού απέχουν μία ησυχία των ποδιών σου. Στα χείλη σου μια υποψία αλατιού, στο νου σου μια χούφτα πιπέρι.

Ένα τραμπολίνο η επιθυμία, μια κούνια η ανάγκη. Κι ένα ευτυχισμένο πλάσμα να τρέχει από το ένα στο άλλο. Να πίνει φως, να δίνει ιδρώτα και να γεννάει φωτιά. Κάπως έτσι ερωτεύονται οι άνθρωποι. Κάπως έτσι σχηματίζονται οι δρακολίμνες. Με ενδοφλέβιες ενέσεις πολιτισμού και ανοιχτές εγχειρήσεις παιδείας. Απλά, ανέμελα και συλλογικά. Σαν οργασμός αληθινός. 

Παίξε όσο θέλεις. Νιώσε όσο αντέχεις. Σ’ αγαπώ.


Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

bossa nova



Σ’αγαπάω. Όπως η bossa nova το καλοκαίρι. Όπως η πανσέληνος τη θάλασσα. Όπως το αδιέξοδο την αναστροφή.

Κι όσο για την αποστροφή, μακριά από τους νευρώνες μου να μείνει. Εκεί έξω στον ολόλαμπρο ήλιο, που όλα τα βλέπει και τα αναγνωρίζει. Φωτιά να πάρει στον καύσωνα του θέρους. Κι ο καπνός να ερεθίσει τα ρουθούνια προσφέροντας το απότομο ξύπνημα στον ξενιστή. Όνειρο ήταν. Ένα κακό όνειρο. Βαθιά εκπνοή κι αγάπη ρε.

Μια δερβίσικη στροφή για όσο αντέξεις να χαμογελάς ενώ στροβιλίζεσαι. Άφησε την ζάλη να ανακατέψει καλά και με ορμή το μυαλό κι ύστερα κλείσε τα μάτια, σταμάτα απότομα και ξάπλωσε ανάσκελα. Ακούς; Μ’ακούς που πληκτρολογώ και ακροβατώ, ίσως όχι και τόσο επιδέξια, ανάμεσα σε μινόρε και ματζόρε; Άλλοτε πιο γρήγορα κι άλλοτε λίγο πιο αργά, σχολαστικά, προσεκτικά, εκνευριστικά. Και ξαφνικά σιωπή. Μην ανοίξεις τα μάτια. Δεν χρειάζεται, Ξέρεις ακριβώς που βρίσκομαι.

Σ’αγαπάω. Όπως τα μπισκότα το βούτυρο. Όπως το φιλί το χάδι. Όπως το χώμα το νερό.

Στα χέρια σου. Στον λαιμό σου. Στα πόδια σου. Στο στήθος σου. Στην πλάτη σου. Στην καρδιά σου. Στον αφαλό σου. Στο μυαλό σου. Στα μάτια σου. Μαεστρικά κρύβω την σκέψη μου, να μην μπορεί κανείς να την μολύνει. Απρόσμενα εναποθέτω την αναπνοή μου, να μη μπορεί κανείς να σε μολύνει.

Η ζωή και η συνέχεια αυτής. Έτσι δεν λένε όσοι προσεγγίζουν ή απομακρύνουν τις απώλειες; Έτσι δεν λένε όσοι συμβουλεύουν τα νέα ξεκινήματα; Εκτοξεύονται στο διάστημα οι εξερευνητές του κενού και του απέραντου αγνώστου, να βρουν νέες μορφές ζωής. Βουτούν στα σκοτεινά βάθη των ωκεανών οι έμπειροι δύτες, και ανακαλύπτουν  ναυάγια, και ξετρυπώνουν σπάνια πολύχρωμα υδρόβια πλάσματα. Σκαρφαλώνουν στις πιο ψηλές κορυφές οι ατρόμητοι ορειβάτες, να ζαλιστούν από οξυγόνο, να σπάσουν κάποιο ρεκόρ, να βρουν ένα και μόνο εντελβάις. Φροντίζουν περίτεχνους κήπους οι επιδέξιοι κηπουροί, φροντίζεις το μπαλκονάκι σου κι εσύ, να δεις την αλστρομέριά σου να ανθίζει ξανά. Ξαπλώνουν στην άμμο οι παραθεριστές, να πάρουν χρώμα, να διαβάσουν ένα βιβλίο, να κοιμηθούν. Πηγαίνουν στις κούνιες το εγγονάκι τους ο παππούς και η γιαγιά, να γελάσουν, να χαρούν, να κερδίσουν χρόνο ζωής να προσφέρουν ευτυχίες ζωής. Κάνουν έρωτα δυο άνθρωποι, να νιώσουν, να ενώσουν, να σπείρουν και να θερίσουν. Βαθιά εισπνοή κι έρωτας ρε.

Κι ένα γιουκαλίλι... και λίγη σοκολάτα. Άντε, καλά. Πολύ σοκολάτα.

Σ’αγαπάω. Όπως η bossa nova το καλοκαίρι. Όπως τα βότσαλα το πέταγμά τους στον αέρα. Όπως η καληνύχτα την καλημέρα.



Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Βόλτα

[ photo: by D.Smixiotis (2009) ]

Φθινόπωρο. Περιπλανιέσαι σε ένα πάρκο της πόλης με δέντρα ψηλά αειθαλή στην πλειοψηφία τους. Εκεί όμως ανάμεσά τους ζουν και κάποια που αλλάζουν τα κοσμήματά τους κάθε χρόνο. Ρίχνουν τα φύλλα τους στο χώμα να τα βλέπουν οι περιπατητές, να τα φωτογραφίζουν. Να παίζουν μαζί τους τα σκυλάκια των τεσσάρων τοίχων που βγαίνουν βόλτα κι είναι για εκείνα σαν εκδρομή. Να βρίσκουν παρέα οι αδέσποτες ψυχές με τα κλαδιά στο στόμα. Και για σένα σαν εκδρομή είναι. Να αναπολείς τις βουτιές σου στην θάλασσα και το διάβασμα του βιβλίου σου δίπλα στο κύμα. Να μοιράζεσαι λέξεις και σχέδια, προβληματισμούς και δάκρυα, χάδια και φιλιά, σιωπές και όνειρα. Με την/τον σύντροφό σου ή με τον εαυτό σου. Και η περιπλάνηση συνεχίζεται και σε πηγαίνει λίγο πιο ψηλά.

Από την κορυφή του λόφου βλέπεις την πόλη που συνεχώς κινείται όσο ακίνητη κι αν μοιάζει. Οι ήχοι του δρόμου έρχονται από μακριά και μπλέκονται με τις φωνές των πουλιών φτιάχνοντας ένα οξύμωρο κολλάζ στα αυτιά σου. Κλείνεις τα μάτια σου κι ένα χέρι πιάνει το δικό σου. Ένα αχνό χαμόγελο καρφιτσώνεται στα χείλη σου κι ένα μουρμούρισμα γεννιέται από τις όχθες των χορδών σου. Είναι κάτι ανάμεσα σε μελωδία και ισοκράτημα. Κράτησε το στο νου σου, αν μπορείς. Ίσως αυτό είναι το πιο τρυφερό τραγούδι που έγραψες ποτέ. Κι αν το ξεχάσεις μέχρι να γυρίσεις σπίτι; Όχι, μην το ηχογραφήσεις. Καλύτερα, ψιθύρισέ το στο πιο «κοντινό» σου αυτί ή αφιέρωσέ το στον αέρα. Ίσως αυτή να είναι η πιο αληθινή ερωτική εξομολόγηση που έκανες ποτέ.

Κι όταν ο ήλιος κρυφτεί παίρνεις το μονοπάτι της επιστροφής. Εκείνο το μονοπάτι με τα βότανα που γαργαλούν τη μύτη και τη μνήμη σου. Κι όπως κατηφορίζεις, οι μυρωδιές από την ρίγανη, το θυμάρι και το φασκόμηλο μπερδεύονται με το άρωμα του μαλακτικού από τα απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια. Άσφαλτος πλέον κάτω από τα παπούτσια σου. Κι η ρίγανη; Η ρίγανη τώρα στο παξιμάδι ή στα πατατάκια από το περίπτερο. Θυμάρι και φασκόμηλο στα βάζα τους επάνω στο ράφι της κουζίνας, μέσα στην κούπα σου με το ζεστό νερό, μέσα στην κατσαρόλα σου που αχνίζουν τα μαγειρέματά σου, στις γλάστρες σου ίσως.

Μια βόλτα στον πεζόδρομο με τα πλανόδια έργα τέχνης  για το κορμί και το χαμόγελο, θα απαλύνει και θα καθυστερήσει λίγο ακόμα την δυσάρεστη ανάγκη της ανεύρεσης των κλειδιών σου στην τσάντα για την είσοδο στο αυτοκίνητο ή στην πολυκατοικία. Πόσο θα ήθελες να ζούσες μακριά από την πόλη έστω για κάποιο διάστημα. Σε ένα χωριό ή ένα νησί. Απόδραση από την πίεση, την ασφυξία και βαθιές μαγικές εισπνοές. Ουφ. Ένα γλυκό, μάλλον σοκολατένιο, και μια αγκαλιά, μάλλον μεγάλη, συντονίζουν πιο αποτελεσματικά τους παλμούς της ψυχής με την πραγματικότητα. Τα έχεις δίπλα σου; Απόλαυσέ τα, αγάπησέ τα και πες τους το! Δεν τα έχεις δίπλα σου; Μπα… τα έχεις. Κοίταξε λίγο καλύτερα, ή κλείσε τα μάτια. Διεκδίκησέ τα και πάρε τα μαζί σου στην επιστροφή ή την φυγή σου.

Έφτασες στο σπίτι σου, η κούραση της μέρας σου στρώνει το κρεβάτι, σου βγάζει τα παπούτσια και σου φοράει τις πυτζάμες σου και σου πλένει τα δόντια. Η ανακούφιση της αγάπης σε σκεπάζει και σου λέει ένα παραδοσιακό νανούρισμα αγνώστου προελεύσεως. Ωχ! Μοιάζει με την μελωδία του μουρμουρητού στο λόφο! Άλλο πάλι και τούτο! Οι αρθρώσεις σου ηρεμούν, το κεφάλι σου χαλαρώνει, το δέρμα σου απαλό να γραπώσει το φιλί, οι βλεφαρίδες σου καμαρωτές φτιάχνουν τον πιο όμορφο φράχτη στις ονειρόπορτες. Κάτι ακούς. Αεροπλάνο να είναι ή πλοίο;

- Καληνύχτα
- Όνειρα γλυκά
- Σ’ αγαπάω
- Κι εγώ



Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

μικρό φως νυκτός



Ξεκινάς την ημέρα σου με ένα χαμόγελο. Το χαρίζεις σε ό,τι διεκδικείς. Το αφιερώνεις σε ό,τι αγαπάς. Κι ύστερα ανοίγεις τα μάτια σου. Αν είναι πλάι σου το λένε ευτυχία. Κι αν δεν είναι; Κάνε ό,τι περνάει από το χέρι σου να το φέρεις. Η διαδρομή ίσως να μην είναι εύκολη αλλά εσύ ξέρεις καλύτερα από οποιονδήποτε αν αξίζει ακόμα μία περιπλάνηση, κι ακόμα μία, κι ακόμα μία ίσως. Κανείς δεν θα σου εγγυηθεί το αποτέλεσμα. Κανείς. Θα ξέρεις όμως ότι δεν εγκατέλειψες ειδικά αν κάτι μέσα σου σου λέει να παραβλέψεις συμβάσεις και λοιπά στερεότυπα και να τοποθετήσεις εκεί ψηλά δίπλα στον ήλιο ή το φεγγάρι εκείνο το χαμόγελο, που λέγαμε.

Έχεις για πυξίδα τις αισθήσεις σου και για χάρτη τα ίχνη που διαβάζεις πότε στην άμμο και πότε στα σύννεφα. Ξέρεις, σβήνουν και χάνονται ενίοτε τα ίχνη. Ειδικά αν έχει αέρα δυνατό που σε παγώνει. Λένε πως όλα είναι στο μυαλό. Δεν ξέρω αν λένε την αλήθεια. Δεν ξέρω αν ξέρουν τι λένε. Αυτό που ξέρω είναι ότι αν κάτι μπορεί να σε ξεπαγώσει, να σε ξεκλειδώσει θες, πες το όπως θες, είναι αυτό που νιώθεις. Και να προσπαθήσεις να το ερμηνεύσεις ή να το βαφτίσεις χλωμό το κόβω να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα. Αφέσου, ζήστο κι όπου σε βγάλει.

Είναι άνοιξη. Το πρωί με ελαφρύ πανωφόρι και το μεσημέρι με κοντομάνικο. Είναι άνοιξη. Εντάξει, τα λουλούδια ανθίζουν, αλλά οι ψυχές; Μήπως χρειάζονται κι αυτές μεταφύτευση σε νέο χώμα; Μήπως θέλουν πιο συχνό πότισμα ειδικά τώρα που καλοκαιριάζει; Μήπως θέλουν κι αυτές να τους τραγουδάς, να τους μιλάς και να καθαρίζεις ό,τι ξερό έχει μείνει από τα κλαριά τους; Μήπως θέλουν κι αυτές φροντίδα, υπομονή κι αφοσίωση για να ανθίσουν μπρος στα μάτια σου και μέσα στα ρουθούνια σου;

Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα λοιπόν. Επιλέγεις προσεκτικά το πιο αγαπημένο σου δέρμα. Αφήνεις με τα χείλη σου και τα δάχτυλά σου επάνω σε κάθε έναν πόρο, τον σπόρο. Και συνεχίζεις στο ίδιο τέμπο προσθέτοντας στα φιλιά και στα χάδια τις εκπνοές σου. Η γλώσσα σου γεύεται και ποτίζει. Γεύεται και ποτίζει. Κι όταν η καρδιά που κρύβεται κάτω από το δέρμα αρχίζει να χτυπάει δυνατά σαν τύμπανο που πάλλεται, ό,τι θα ακολουθήσει δεν μπορεί παρά να είναι ελευθερία. Πες το ανθοφορία, πες το οργασμό, πες το ισορροπία, πες το περίπατο στο σύμπαν. Μικρή σημασία έχει πως το λένε.

Είναι άνοιξη. Το πρωί με ελαφρύ πανωφόρι, το μεσημέρι με κοντομάνικο και το βραδάκι ολόγυμνη, αφημένη στα χέρια σου, να αποκοιμιέται. Ο αφαλός της, το μικρό φως νυκτός.


Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

όταν ξυπνάς



Ξέρεις που κρύβονται τα όμορφα όνειρα όταν ξυπνάς;

Οι άνθρωποι, όντα μεταβλητά που διαχωρίζονται από τα όνειρά τους και βαφτίζουν τις επιθυμίες τους ανάγκες και τούμπαλιν. Ξυπνούν με την ανατολή να χαϊδεύει το δέρμα τους και αγωνίζονται για το χαμόγελο εκείνη την στιγμή μεταξύ εισπνοής και εκπνοής. Κάποιες φορές, έρχονται και τα δάκρυα. Διαθλούν αχτίδες πάνω στα χείλη. Εκεί ακριβώς μπροστά από τα σύννεφα. Για να φαίνονται πιο καθαρά τα χρώματα για να σβήνουν πιο εύκολα κεραυνοί και ρυτίδες.

Είσαι εσύ, είμαι εγώ, είναι ο χρόνος, είναι η αγάπη.

Και οι ανασφάλειες; Καμένες ασφάλειες είναι μην βασανίζεσαι. Κάποιες θα αλλαχθούν και κάποτε ίσως πάλι ξανακαούν. Το μυστικό είναι στο βραχυκύκλωμα. Η μόνη λύση είναι να ανοιχθεί το πορτάκι του πίνακα. Τα υπόλοιπα έπονται. Κάποια πορτάκια θέλουν τον τρόπο τους και τον χρόνο τους. Όταν ακούγεται το κλικ, όμως, μια μελωδία γεννιέται σε συνήχηση με το ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, τον ήχο των βημάτων, τους παλμούς της καρδιάς και το στομάχι που γουργουρίζει.

Μια συμφωνία ερωτική σε όποια κλίμακα γουστάρεις.

Μην σε τρομάξουν κάποιες κραυγές που ίσως ακουστούν στις αλλαγές της τονικότητας. Το άγχος και ο φόβος είναι. Δεν τα αντέχουν τα όμορφα οι δυο τους και σαν ζιζάνια μάχονται να μολύνουν περιβόλια, μουσικές και ευκαιρίες . Μη μασάς. Το ζιζανιοκτόνο ενεργοποιείται πάντοτε σε στιγμές σαν κι αυτήν και είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικό όταν συνδυάζεται με δύο σώματα που σμίγουν.

Και τι μετά; Άφησε το μετά στο μετά του και το τώρα στο εδώ σου.

Εδώ.

Οι εαυτοί ξυπόλητοι με ένα μπαστούνι στο σκοτάδι να αναζητούν ένα γιατρικό κι ένα βάλσαμο. Να διεκδικούν μια αφύπνιση από τις μιζέριες και τις απάθειες. Κι ας έχουν ολάκερες φαβέλες στις φτέρνες τους. Στον ένα αγκώνα τα πολυβόλα, στον άλλον πεντάγραμμα. Έτσι αγκιστρώνονται τα χαμόγελα στα πρόσωπα. Ανάμεσα σε εμπόδια κι εμπιστοσύνες. Κι αν τα πινέλα σου έχουν φθαρεί, κι αν ακόμα δεν έχεις πάρει νέα, βούτηξε τα δάχτυλά σου στα χρώματα. Ξέρω, θα γίνει χαμός. Δεν πειράζει. Θα τα ξεπλύνουμε.

Ξέρεις που κρύβονται τα όμορφα όνειρα όταν ξυπνάς;

Ποιος έχει δει το φως να διαχωρίζεται σε τόξο της ίριδας από τις βλεφαρίδες σου; Ποιος έχει ακούσει μουσική όταν τα χείλη σου μισανοίγουν, όταν η γλώσσα σου πάλλεται; Ποιος έχει αναγνωρίσει στο δέρμα σου, τις πιο ήσυχες θάλασσες; Ποιος έχει νιώσει τα δάχτυλά σου να κλείνονται μπουνιές να πολεμήσουν το κρύο κι ύστερα να ανοίγουν να χαϊδέψουν τη ζέστη; Ποιος έχει γελάσει με το χιούμορ σου. έχει μεθύσει με τους χυμούς σου, κι έχει αισθανθεί τη λιακάδα της τόσο ευγενικής σου καρδιάς να βάφει τοίχους, να γεννάει στίχους; Ποιος έχει μυρίσει τον λαιμό σου, έχει κρατηθεί από τα πόδια σου κι έχει περιπλανηθεί από το νου σου;

στον κόσμο σου να περιπλανηθώ
με έναν αδιάβροχο ήλιο στον αυχένα
του θέρους στάχυα οι βλεφαρίδες σου
βυθός κι αφρός, ειν’ όλα ένα.



Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

κανονικά και με γλυκόριζα

[ "θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές" ~ Pablo Neruda ]

Κλείνεις  τα μάτια σου και εισπνέεις. Πίνεις την γνώση της ημέρας σου και βλέπεις χρώματα. Χρώματα που μπλέκονται μεταξύ τους και αναμιγνύονται για να γεννήσουν άλλα πιο νέα, πιο αλλιώτικα. Κι ύστερα σε ένα εξωκοσμικό κοκτέιλ με το σκοτάδι αχνοσβήνουν με κόκκινο κρασί  και παίρνουν σχήματα. Σχήματα παιχνιδιών, λουλουδιών, προσώπων.

Θυμάσαι το πρώτο τραγούδι που αγάπησες;

Θυμάσαι την πρώτη φορά που ερωτεύτηκες;
Ερωτεύτηκες;

Ανοίγει ο ήλιος την πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιο. Τα βλέφαρά σου  φιλάει, σε ξυπνάει. Και βλέπεις το φως, εσύ ο γυμνός σου εαυτός. Η μισάνοιχτη κουρτίνα χορεύει με μια ηλιαχτίδα ατίθαση που στο τέλος καταφέρνει να περάσει και  να αγγίξει το στήθος σου. Μια άλλη χαϊδεύει  τα πέλματά σου και σουλατσάρει για λίγο στο κορμί σου. Έτσι, για να σε βλέπει να χαμογελάς καθώς τραμπαλίζεται ηδονικά στις καμπύλες σου ενώ στριφογυρίζεις. Μια τρίτη έχει στρογγυλοκαθίσει στα χείλη σου. Η μελωδία γεννιέται αστραπιαία. Κρεμιέται προσεκτικά και με ένα σάλτο κάθεται οκλαδόν στον ώμο σου. Βήμα βήμα ανηφορίζει ερεθιστικά στο αυτί σου. Έχει κάτι από μουρμουρητό και κάτι από χάδι. Ντύνεται μελαγχολικά με ρούχα άλλης εποχής, μοιάζει με οργασμό, μυρίζει άνοιξη  κι έχει γεύση σοκολάτα ελαφρώς αλατισμένη.

μι ρε μι ντo ρε σι
λα σι ντο ρε φα
μι ρε ντο
σι σι
εσύ.

Εσύ, που ανταμώνεις τον κόσμο στα όνειρά σου, τα θαύματα στα δάχτυλά σου και τα φτερά στην καρδιά σου. Εσύ που κρύβεσαι σε ένα φιλί και φανερώνεσαι σε ένα δάκρυ. Εσύ που ομορφαίνεις τη ζωή και μελοποιείς τις αναμνήσεις. Εσύ που φοράς για φυλαχτό την απόσταση και για γιατρικό την αγκαλιά. Εσύ που λιώνεις πάγους με ένα σεσουάρ. Εσύ που μαγεύεις όλα τα πιπέρια της πλάσης και στήνουν πρωτόγονο μεθυστικό χορό.  Εσύ που είσαι εδώ και δεν είσαι.

Ανθίζεις. Μέρα με τη μέρα ανθίζεις. Αφήνεσαι. Στιγμή με την στιγμή, αφήνεσαι.

Τα μυστήρια του σύμπαντος τρυπώνουν στους πόρους σου και μετουσιώνονται σε αίμα. Μια πεταλούδα προσγειώνεται στο δέρμα της ωμοπλάτης σου και μένει εκεί να χαζεύει από την πιο συγκλονιστική κορυφή τους περαστικούς και τα περαστικά. Ένα χέρι κρατάει το δικό σου και ξαφνικά ο νους σταματάει να μπλοκάρει συναισθήματα και κλειδώσεις. Κρατιέσαι γερά και εκπνέεις δυνατά. Όλα τα «αλλά» της υγρασίας και τα «δεν» της ξηρασίας ανατινάζονται εκ των έσω.  Ο αέρας γεμίζει με εκατοντάδες μικρά και μεγάλα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα που λαμπυρίζουν κινούμενα με μια αστείρευτη εντροπία. Ξαφνική σιωπή δευτερολέπτων. Εισπνέεις ξανά μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών σου και φυσάς με το πιο ερωτικό ισοκράτημα που έχει ποτέ ακουστεί. Αυτό ήταν! Ο αέρας καθάρισε. Ο χρόνος λαβώθηκε. Κάνεις έρωτα.

Κάπως έτσι η μικρή ζωή χαρίζει τα χαμόγελα που σου οφείλει. Κάπως έτσι κι εσύ της δίνεις το φιλί που της χρωστάς. Μονάχα τότε υπάρχει ο κόσμος. Όταν τον μοιράζεσαι. Μονάχα τότε η μούσα γίνεται δημιουργός. Και τούμπαλιν. Μονάχα τότε ένα κλειδί του σολ γίνεται κλειδί της ψυχής σου. Ξεκλείδωσε και μπες. Ξεκλείδωσε και βγες.

Ανάβεις τσιγάρο με χαρτάκι από γλυκόριζα γιατί σου έχουν τελειώσει τα κανονικά. Συμβιβασμός; Όχι. Είναι μερικές φορές που η επιθυμία τάσσεται με την γραμμή που σκαρώνει ένα αστέρι που πέφτει. Και τότε ξέρεις ότι λίγο ή πολύ, εδώ ή εκεί, με μουσική ή ησυχία, με φως ή σκοτάδι, με τρυφερότητα ή πάθος, απλά ή σύνθετα, συμβατικά ή αντισυμβατικά, δύσκολα ή εύκολα, έχει έρθει η ώρα. Να σου πω ένα μυστικό; Δεν θα στο πει κανείς ότι ήρθε. Ούτε καν εσύ στον εαυτό σου. Έτσι είναι αυτά όμως. Δίχως ζάχαρη κι αλάτι δεν έχει νοστιμιά.  Ακουμπάς ασφαλής το κεφάλι σου σε ένα στήθος που πάλλεται. Ακούς παλμούς, ήχους, φωνές, ανησυχίες, πόνους, ευτυχίες, ταξίδια και υψώνεις το βλέμμα στον ουρανό. Μα που πήγε το ταβάνι; Είναι αυτή η μικρή ή μήπως η μεγάλη άρκτος; Ε και;

Τον συλλογισμό σου διακόπτει ένας ψίθυρος που νιώθεις πρώτα σαν δόνηση στον αφαλό σου, κι ύστερα σαν ευθεία πρόσκληση~πρόκληση μπροστά στα μάτια σου...

«Σε θέλω. Με τα "αλλά", με τα "δεν", με τα "όχι", με τα "ναι". 
Με τα ζόρικα και τα χαμογελαστά.

Σε θέλω. Ολόκληρη. Κανονικά και με γλυκόριζα.»


Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Το γλυκό της αγάπης


Πάρε μια άδεια κατσαρόλα, δύο κουτάλια και πιάσε το τέμπο της καρδιάς σου. Σιγά σιγά, βάλε τρίηχα στα τοιχώματα με το αριστερό και παρεστιγμένα στο χείλος με το δεξί. Η στιγμή εκείνη που θα νιώσεις τους παλμούς σου να αυξάνουν και να συντονίζονται με τα τύμπανα των αυτιών σου, ανάβεις την φωτιά. 

Την αφήνεις για μερικά λεπτά απόλυτης μινόρε σιωπής που δεν τρομάζει και ρίχνεις μέσα το βούτυρο να λιώσει. Ανακατεύεις ήρεμα ρίχνοντας λίγο λίγο όνειρα, αναστεναγμούς κι επιθυμίες. Κι ύστερα έρχεται η ζάχαρη, η ανασφάλεια, το κακάο και η ασφάλεια. Όταν το μείγμα έχει λιώσει ομοιόμορφα σπας την ησυχία σε μικρά ακανόνιστα κομμάτια και μαζί με ζεστό νερό τα βυθίζεις στην κατσαρόλα.

Τώρα μουσική. Είναι απαραίτητη μια μελωδία σε πιάνο. Όποια κι αν είναι αυτή, αρκεί ερεθίζει την ψυχή σου και να ανατριχιάζει το μυαλό σου. Για το δέρμα θα σου πω αργότερα.

Από το μείγμα κρατάς 1 φλιτζάνι του τσαγιού στην άκρη. Όποιου τσαγιού. Χαμογελάς.

Σε ένα μπολ κόκκινο χτυπάς τα αυγά, τις αναμνήσεις, την βανίλια, τα λάθη,  τις ευτυχισμένες σου στιγμές και τα ρίχνεις στην κατσαρόλα. Ανακατεύεις καλά τώρα ε! Στο τέλος ρίχνεις  αλεύρι, έρωτες, κονιάκ και απώλειες.

Πάρε ένα πυρίμαχο σκεύος , ό,τι χρώμα θες, βουτύρωσέ το και άδειασε το μείγμα ενώ μουρμουρίζεις την μελωδία που ακούς. Για καλύτερο αποτέλεσμα κάνε δεύτερη φωνή σε τρίτες. Κι ας φαλτσάρεις.

Ψήσε στους 180 βαθμούς, ξέρεις, σε προθερμασμένο φούρνο ακριβώς για 18 λεπτά. Όχι παραπάνω! Κάθε τρία λεπτά χάρισέ του ένα βλέμμα εκεί μέσα που ψήνεται για σένα. Εντάξει;

Όση ώρα περιμένεις γέμισε τον χώρο σου με ήλιους. Είτε αυτόν που περιμένει έξω , είτε αυτόν που βουλιάζει στον αφαλό σου.  Ειδικά ο δεύτερος έχει ιδιαίτερες ικανότητες φοβοαπωθητικού από  δωμάτια και  ραχοκοκκαλιές.

Μόλις το βγάλεις από τον φούρνο, το περιχύνεις με το μείγμα που είχες κρατήσει στο φλιτζάνι του όποιου τσαγιού αφήνοντας ένα κουταλάκι του γλυκού. Του όποιου γλυκού. Χαμογελάς πονηρά και παιχνιδιάρικα.  Πασπαλίζεις με κόκκους  χοντρού αλατιού, με μια εκπνοή ανυπομονησίας και με μία απόφαση.

Οι ποσότητες δεν αναφέρονται στην παρούσα συνταγή. Αυτοσχεδίασε και το αποτέλεσμα θα είναι ό,τι νοστιμότερο έχεις γευτεί.

Το γλυκό της αγάπης σερβίρεται ζεστό και μοιράζεται. Είναι σαν το χάδι.

Α! το κουταλάκι του όποιου γλυκού που άφησες στην άκρη πριν, είναι για το δέρμα. Διακοσμεί υπέροχα το σημείο που περιμένει να υποδεχτεί το φιλί.



Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

μαζί σου

[ photo: "Πανσέληνος" ~ Έργο της Χριστίνας Καμβύση ]


Απλώνει ο χρόνος. Απλώνει τα φρεσκοπλυμένα του ρούχα στο μπαλκόνι να τα βλέπει ο ήλιος καλύτερα. Να παίρνει ο αέρας τα αρώματα, να τα σκορπίζει στα ρουθούνια. Κι εσύ να εισπνέεις βαθιά. Κι όταν στεγνώσουν, θα τα πάρει το φεγγάρι από το χέρι να τα βγάλει βόλτα. Να σεργιανίσουν ανάμεσα στις ψυχές και να διαλέξουν την πιο ταιριαστή για να την ντύσουν. Να μοιάζει από μακριά με άρνηση κι από κοντά με πάθος.

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένας έρωτας νεογέννητος θα την ξεντύσει.

Απλώνει ο χώρος. Απλώνει τις ρίζες του στο ξύλινο πάτωμα κι εκείνο τρίζει σε κάθε τρίτο σου βήμα. Είναι φορές που το ακούς κι άλλες που έχεις να το ακούσεις χρόνια. Η μουσική καλύπτει τις ατέλειες και το πινέλο τις τελείες. Αναρριχώμενα εξωτικά ανθισμένα φυτά ξεπηδούν απ’ τις γωνίες και κάθε ηλιοβασίλεμα σου ψιθυρίζουν την δίψα τους. Κι εσύ εκπνέεις δυνατά. Η γύρη ξυπνάει και διασκορπίζεται με ορμή στο δωμάτιο γονιμοποιώντας διέσεις και τέμπερες. Το βλέμμα γλυκαίνει, το δέρμα ερεθίζεται. 

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένα χαμόγελο νεογέννητο φτιάχνει μια σπείρα στον καμβά σου.

Έτσι γεννιούνται τα μαγικά πλάσματα. Σαν μούσες αποδρούν από το χώρο και τον χρόνο, και αγκιστρώνονται στις φλέβες. Ταξιδεύουν χωρίς επιστροφή μέχρι την καρδιά και θέτουν σε κίνηση μύες κι επιθυμίες. Πολλαπλασιάζουν τις εμπνεύσεις, διαιρούν τις εξάρσεις, προσθέτουν οργασμούς και αφαιρούν ανασφάλειες. Κι όταν πέφτουν να κοιμηθούν, τα ονειρεύεσαι.

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένα μαγικό πλάσμα παίρνει σάρκα και οστά δίπλα σου.

Οι λέξεις κάνουν τραμπάλα στα χείλη σου, οι νότες κάνουν κούνια στα αυτιά σου κι εσύ μεθάς. Εκτοξεύεσαι με ταχύτητα διαφυγής μέχρι την Ανδρομέδα κι επιστρέφεις με ορμή στα παπούτσια σου. Ας κάνει κρύο, ας έχει υγρασία, τυλίγεσαι στο πανωφόρι σου και βουτάς σε ένα φιλί της ζωής τόσο ήσυχο όσο και εκρηκτικό. Ο χρόνος παγώνει, ο χώρος διαστέλλεται και το συμπαντικό πλέγμα πλέκεται σαν γάντι στο χέρι σου. Ζεσταίνεται η γραμμή της ζωής σου και στέλνει ηλεκτρισμούς στα δάχτυλα. Αγγίζεις. Ένα big bang ξαπλώνει στα γυμνά σου πόδια. Κάποιες φορές παίρνει μορφή. Σε κοιτά και σου κουνά την ουρά παιχνιδιάρικα. 

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή. Κι εσύ μαζί της.



[ στο μαγικό πλάσμα. ]



Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Η Γη




[ "Η Γη" ~ Patchwork by Vasileios Kilitslis]


Θυμάσαι εκείνη την νύχτα που αφόπλισες την υψηλή υγρασία με ένα πεφταστέρι;

Ήταν ξημέρωμα όταν όπλισες τα χέρια σου, αρμάτωσες την φιγούρα σου και με μια ισχυρή εκπνοή έστειλες τη μυρωδιά από το φρέσκο θυμάρι στους δρόμους της μακρινής πόλης.

Ήταν ηλιοβασίλεμα σε λίμνη, όταν σαν τον ξενομπάτη, άπλωσες βήματα σε αφρούς και σε ασφάλτους, σε βυθούς και σε πατώματα, σε σπαρτά και σε αμμολόφους.

Κάπως έτσι είναι οι σιωπές. Μοιάζουν με μάτια γαρύφαλλα. Πίνουν υπόγεια υγρά και αδειάζουν χρώματα πάνω σε χώματα. Μυρίζει άνοιξη.

Φυτρώνουν κεραμίδια στις πλάτες σου και γιασεμιά στα χείλη σου. Μυρίζει καλοκαίρι.

Τα νύχια σου φθαρμένα από ώχρες και χάδια, σαν φύλλα σκιτσάρουν το έδαφος. Μυρίζει φθινόπωρο.

Τα πέλματά σου ζεστά από τις πέτρες. Τα γόνατά σου λαβωμένα απ’ τον βοριά. Ανθισμένες αμυγδαλιές τα μαλλιά σου. Μυρίζει χειμώνας.

Μιλώ με εσένα που κάθεσαι στο πλάι μου. Ακούω τον πρωτόγονο παλμό της καρδιάς σου να πάλλεται πότε σαν πάλσαρ και πότε σαν μεγάλη πρισματική πηγή. Ευλογημένα τα κύματα σαν στροβιλίζονται στις όχθες περιοδικά και διακλαδίζονται σαν φλέβες στο κορμί σου.

Μιλώ με εσένα που έφερες χρώματα μαζί σου από τις διακοπές και χώματα από τις ενοχές. 

Βγήκες ήσυχα σαν θηρίο από την σπηλιά σου και με γέννησες. Σε μια ηλιόλουστη βραχώδη ταράτσα με έπλεξες σαν αυτοσχέδιο φυλαχτό στο πάθος σου. Κάπως έτσι είναι η κραυγή. Κάπως έτσι κι ένα φιλί στο στόμα. Σαν σκόνη που σηκώνεται ψηλά και γίνεται πέπλο που διαθλά τους στόχους σου. 

Περπάτησε μαζί μου κι άκουσε τον ήχο της σπονδυλικής σου στήλης να συντονίζεται με τις καλαμποκιές όταν τραγουδούν, με τις ύαινες όταν αγκαλιάζουν, με τα μωρά όταν κλαίνε, με τις εκπνοές όταν σκέφτονται, με τους κρατήρες όταν γελούν. 

Με γέννησες με την αριστερή σου την μεριά, με τάισες με τη δεξιά σου όψη. 







[ το κείμενο είναι εμπνευσμένο από το έργο "Η Γη" του Βασίλειου Κιλιτσλή. ] 

( Ο Βασίλης ονειρεύεται και ντύνει τις Ευχές με χρώματα και σχέδια.
Με πρώτη ύλη την Φαντασία και υλικό το Υφασμα δημιουργεί συνθέσεις που Εύχονται, Αναπνέουν και Ταξιδεύουν.
Οι Ευχές και τα Ονειρα θα φιλοξενηθουν στο Δυάρι Cafe από την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου ως και την Κυριακή 15 Νοεμβρίου
https://www.facebook.com/events/1216068575076582/ )