Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

si minore



πειράζει να μην γράψω τίποτα;
πειράζει να μην πετάξω λέξεις και ορέξεις στην οθόνη ετούτη την φορά;
την επόμενη υπόσχομαι
θα είναι διαφορετικά
"να μην υπόσχεσαι", μου είπαν κάποτε
"δεν θέλω", απάντησα
μονάχα τούτο
με τις καμπύλες σου να διευκολύνεις το φως
προς αγκαλιές
επί χάδια
ζήλεψα, δεν το κρύβω.
"να μην ζηλεύεις" μου είπαν κάποτε
"δεν μπορώ", σκέφτηκα.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Do not disturb

[ photo: If winter ends by hide and seek ]



αν είναι να ανατριχιάσεις

ας είναι από τον ήχο που κάνουν τα κλαδιά
στα βήματα σαν σπάνε

ας είναι στην παγωμένη την γουλιά
κι ας τους να ρωτάνε

ας είναι στα γυμνά
στα ακάλυπτα σημεία του κορμιού
μέσα στο χιόνι

ξημερώνει; νυχτώνει;

βαθιά να είν' η ανάσα σου
κρατήρας το κορμί σου
όσο τα χείλη κι αν παγώνουν
ας λιώνουν στο φιλί σου.




Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Mikä sun nimi on?


Ξέρεις που να βουλιάξεις όταν δεν αντέχεις το χάδι του ήλιου στους πόρους σου; Ξέρεις από που να πιαστείς για να ξαναβγείς στην επιφάνεια όταν η υγρασία ζαρώσει το δέρμα σου; Ξέρεις πως να σηκώσεις το κεφάλι προς τα άνω και να τραγουδήσεις αν το έχεις ανάγκη ή να ουρλιάξεις αν μια μικρή φωνούλα χρειάζεται την βοήθειά σου για να απεγκλωβιστεί από τους εκατομμύρια μικρούς κόκκους σκόνης που έχεις εισπνεύσει στην προσπάθεια σου να ανακτήσεις τον χαμένο ρυθμό της αναπνοής σου; Ξέρεις πως να κάνεις το πρώτο βήμα για να πατήσεις πάνω στην καυτή άσφαλτο έτσι απλά με τα πόδια σου ξυπόλητα; Ξέρεις που θα πας αν κλείσεις τα μάτια και αφεθείς σε ένα αγαπημένο χέρι να σε ταξιδέψει όπου εκείνο επιθυμεί; Θα σου αρέσει, άραγε, εκεί; Σου αρέσει, άραγε, εδώ; Που είσαι; Πως σε λένε; Αντέχεις τα σύννεφα στον ουρανό ή τον αφρό στην θάλασσα; Αντέχουν εκείνα εσένα;

Ξέχασέ τα όλα. Άφησε τις ερωτήσεις για λίγο χωρίς απαντήσεις. Ρίξε τρεις κουταλιές καφέ και δύο ζάχαρη σε μια κόκκινη κούπα. Ανακάτεψέ τες καλά και χάρισε το βλέμμα σου εκεί στον δίχρωμο βυθό. Προσπάθησε να κρατήσεις τα βλέφαρά σου ανοιχτά για όσο μπορείς. Τί βλέπεις;

Φέτος, κάτω από το παράθυρο δεν υπάρχει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απλά μου άρεσε να κάθομαι τις νύχτες και τα απογεύματα στην σπασμένη καρέκλα εργασίας και να βλέπω το φωτεινό αστέρι από το παράθυρο. Έτσι απλά.

Έτσι είναι η ζωή. Σαν δυο κουταλιές ζάχαρη που νοθεύουν την πίκρα και το βλέμμα προς το σκοτεινό παράθυρο. Την όποια πίκρα αφήνει στον ουρανίσκο, στα δάχτυλα, στον αφαλό και στις πληγωμένες φτέρνες η αδράνεια κα ο παγετός. Και τότε τα ανακατεύεις όλα καλά καλά. Ζάχαρη, παγετός, σκόνη, σύννεφα, βήματα, ταξίδια σιγοβράζουν και χαζεύεις το χαμόγελο που αρνείται πεισματικά να αφεθεί στον αδηφάγο απορροφητήρα… αυτόν ο οποίος κλέβει τα σπάνια αρώματα. Απλώνει τα μικρά, αόρατα χεράκια του το χαμόγελο και πιάνεται από τις άκρες… και ξεφεύγει. Κι ορμάει κατά πάνω σου, μέσα σου, και σε χαϊδεύει. Μόνο αυτό. Σε χαϊδεύει. Τί νοθεία κι αυτή!

Κράτησε τον απορροφητήρα σου σβηστό. Ξέρεις εσύ.

Ήρθε η ώρα για παιχνίδι. Φοράμε τα καλά μας κι ίσως μέχρι το τέλος αν φανούμε λιγάκι παραπάνω τυχεροί ή λίγο περισσότερο ελεύθεροι να τα έχουμε γεμίσει με μπογιές, με λάσπες και με έρωτα.

Πάμε να κρυφτούμε πάλι κι ας μην μας βρει κανείς.



[ τέλος τρίτου Δεκέμβρη ]

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Μια γύρη γιασεμιού

[ photo : contacted by RamonaG ]

…και ξαφνικά η γη σταμάτησε να στριφογυρίζει.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια σκέψη. Άλλες φορές στολιζόταν με όμορφα κοσμήματα και περιπλανιόταν στους δρόμους και άλλες, έμενε ολόγυμνη ξαπλωμένη στο πάτωμα, να χαζεύει το παιχνίδι του ήλιου στο ταβάνι. Ήταν όμορφη; Ήταν άσχημη; Ή μήπως και τα δύο; Όπως και να έχει πάντως, ερχόταν και κούρνιαζε στο μυαλό, αποκοιμιόταν για λίγο κι όταν ξυπνούσε, το κυρίευε. Ήταν επάξια η αρχόντισσα του νου, καθώς μπορούσε πολύ εύκολα να επηρεάσει τις κινήσεις του σώματος, τις αισθήσεις και τις επιθυμίες. Πολλές φορές είχε στον έλεγχό της και τους χτύπους της καρδιάς. Υπήρχε μόνο κάτι που μπορούσε να την ρίξει από τον θρόνο της. Ήταν το ίδιο «κάτι» που την ανέβαζε εκεί.

…και ξαφνικά ο ουρανός γέμισε σύννεφα και άρχισε να βρέχει ασταμάτητα για μέρες και νύχτες.

Πώς επιτρέπουμε σε μία σκέψη να διαμορφώσει το ιδεατό και το από παλιά εναρμονισμένο; Πώς προκαλούμε την ανάσα μας, από αιτία ζωής και αφορμή έρωτα να μοιάζει με δηλητήριο για τον ίδιο μας τον εαυτό; Πώς ξεχνάμε το απόγειο του πάθους της στιγμής και το ευτυχισμένο χαμόγελο και περνάμε με ένα μόνο βήμα στο υπόγειο;

Εσύ που βρίσκεσαι αυτή την στιγμή; Να κατέβω να σου φέρω κουβέρτα μην κρυώνεις ή μήπως βρίσκεσαι στην σοφίτα και με κοιτάζεις με το ανοιξιάτικό σου βλέμμα από το μικρό παράθυρο ενώ καθαρίζω τα παπούτσια μου από τις λάσπες;

…και ξαφνικά η θερμοκρασία έπεσε υπό του μηδενός και οι σωλήνες του νερού έσπασαν.

Αγγίζω τα δάχτυλα μου στα πλήκτρα. Τα κοιτάζω ένα ένα. Βλέπω κάτι από τον χρόνο που αφήνει μικρά σημάδια πάνω τους. Κάτι από την νευρικότητα που αφήνει μικρές πληγές. Κάτι από τις χορδές που σκληραίνουν τις άκρες τους. Κάτι από το δέρμα σου που μαλακώνει την αφή μου, που σταθεροποιεί τον ρυθμό της αναπνοής μου, που ησυχάζει τις σκέψεις μου. Πληκτρολογώ το όνομά σου. Μεγεθύνω την γραμματοσειρά και το βάφω κόκκινο βαθύ. Στέκω ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα και το κοιτάζω.

…και ξαφνικά τα φώτα έσβησαν και η πόλη τυλίχτηκε στο σκοτάδι.

Δεν χρειάζομαι φως για να βρω το χέρι σου και να το τυλίξω στο δικό μου. Δεν χρειάζομαι ζέστη για να ομορφύνω την σκέψη μου και να προσπαθήσω χρωματίσω την δική σου. Καθάρισα από τις λάσπες τα παπούτσια μου και μπήκα στο σπίτι.Τι κι αν εκτός από τους σωλήνες πάγωσαν και οι τοίχοι; Αρκεί ένα φιλί για να ενώσει και να σπείρει με ηλιαχτίδες το πάτωμα που τρίζει, αλλά αντέχει ακόμα και μας κρατάει επάνω του. Αρκεί;

...με ένα κόκκινο φιλί

στα χείλη

σαν το λιοπύρι που
μαγκώνεται μες τον ιδρώτα
σαν το κορμί
που υψώνεται κάτω από τα φώτα
σαν προσευχή
που απέχει δυο σκαλιά
κι ένα μικρούλι σάλτο
απ' το ρεσάλτο
έφτασα, έπιασα
και να 'το
μες τα βελούδινα
μέσα στα ακάνθινα
βλέμματα που άφηνα να με αγγίξουν
να μου σφυρίξουν
την αλλεργία μου να ερεθίσουν
τρία άνθη λεμονιάς απ' το απυρόβλητο
μια γύρη γιασεμιού απ' το υπόγειο...

…και ξαφνικά η γη σταμάτησε να στριφογυρίζει. Ε και; Σε κρατάω στα χέρια μου.