Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Swimming or Sinking...


Αγαπημένα μου μάτια,

...πάει καιρός από την τελευταία φορά που επέτρεψα στις λέξεις μου να βυθιστούν και να κολυμπήσουν γυμνές μέσα στο αίμα σου. Ξέρεις, εκείνες που δεν αρέσκονται στις αντικανονικές προσπεράσεις, και στις υπόγειες διαβάσεις περνούν με βήμα ταχύ, χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Στο μυαλό τους, τέρατα ανθρωπόμορφα γλείφουν τα χνάρια που αφήνουν τα πόδια τους στην άσφαλτο. Γι αυτό δεν κοιτάζουν πίσω και σαν βγουν στην επιφάνεια, φοράνε το ωραίο τους χαμόγελο και ξεκινάνε την βόλτα τους απο το χαρτί μέχρι τον αέρα, για να σαγηνεύσουν... Ακόμα δεν τους έχει πει κανείς ότι η σιωπή δεν είναι εχθρός τους. Ίσως και να είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί τους, αλλά να μην το έχει συνειδητοποιήσει ακόμα, ή κι ακόμα πιο απλά να διστάζει να το παραδεχθεί.

Πάει καιρός λοιπόν κι έτσι σου γράφω στο τέλος αυτού του Οκτώβρη, για να προλάβω τον χειμώνα που έρχεται. Εδώ είναι καλοκαίρι ακόμα. Ένα περίεργο καλοκαίρι, όπου άλλοι φορούν μακρυμάνικα, άλλοι κοντομάνικα. Άλλοι τρέπονται σε φυγή εξαιτίας του κρύου και άλλοι εξαιτίας της ζέστης. Θέμα επιλογών είναι και αυτό, άλλωστε. Όπως η ζωή. Όπως εγώ, όπως κι εσύ. Τί λες λοιπόν; Κρουαζιέρα στον Ισημερινό ή βαρκάδα σε κάποιον από τους Πόλους;

Πως κυλάει η ζωή σου; Εδώ όπως τα ξέρεις. Σήμερα ακούμπησα στα χείλη μου μια γεύση που ταξίδεψε μαζί μου πάνω από τα σύννεφα πριν από 8 περίπου μήνες, για να προσγειωθεί στο στομάχι μου. H επιγραφή της συσκευασίας αναφέρει πως το ρόφημα αποτελείται από διάφορα συστατικά. Ωραία η ποικιλία στις αισθήσεις και γόνιμη για την καταπολέμηση της μελαγχολικής αντίδρασης. Φαντάσου να κερδίζεις χρόνο ζωής, όπως λένε εκεί στην ανατολή, κάθε που δοκιμάζεις μια νέα γεύση; Διατηρείς το πνεύμα σε εγρήγορση, όπως με την εκμάθυνση ξένων γλωσσών, με τα ταξίδια, με τους αγώνες, με τον έρωτα.

Δεν νομίζω ότι έχω αλλάξει πολύ, τελευταία. Λες να έχει διαρρεύσει το μυστικό ότι οι άνθρωποι εν τέλει δεν άλλάζουν και να τα έχουμε παρατήσει; Εξελίσσονται όμως... είτε "τουλάχιστον" είτε "το πολύ". Γι αυτό δεν γουστάρω να μάθω για το μέλλον. θέλω να με εκπλήξει η στιγμή. Θέλω να συνεχίσει να με ξαφνιάζει κι εγώ να την ερωτεύομαι πιο πολύ, αν γίνεται πιο πολύ... Κατά τα άλλα, μάλλον καλά. Ακόμα δεν έχω βρει κάποια νέα αγαπημένη ταινία, ούτε αλλη αγαπημένη μουσική. Συνεχίζω να επιθυμώ να φύγω από την χώρα. Αλήθεια, εσύ που βρίσκεσαι αυτόν τον καιρό; Επέτρεψες σε κορμί και σάρκα να συναντηθούν ή όχι ακόμα; Αναρωτιέμαι συχνά αν αυτό είναι ένα ειδος αυτοτιμωρίας, ή αυτοεξορίας. Τί σημασία έχει όμως; Αν περνάς καλά, μην μασάς.

Σκεφτόμουν τις προάλλες πως όταν με ρωτούσαν όταν ήμουν μικρός, τί θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, δεν απαντούσα τίποτα. Αν κάποιος με ρωτούσε τώρα, πάλι δεν θα απαντούσα. Μονάχα που τώρα συν τις άλλοις θα χαμογελούσα. Η τέχνη του χαμόγελου είναι σαν την τέχνη του κολλάζ. Μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά πράγματα είτε για τον πομπό είτε για τον δέκτη... Μπορεί όμως να μην σημαίνει και απολύτως τίποτα. Γι αυτό με εξιτάρει ένα χαμόγελο. Μπορεί να με καθυσηχάσει, να με αφήσει αδιάφορο ή χωρίς αυδό. Και τότε είναι που δεν με νοιάζει αν έχω φύγει από την χώρα, αν εξελίσσομαι, αν αξίζω τον κόπο, αν με θέλει. Μου αρκεί εκείνο το χαμόγελο. Βρήκα κι ένα νέο παιχνίδι που λες! Ενεργοποιώ το smile detection και η φωτογραφία βγαίνει μόνο όταν ο "στόχος" χαμογελάει...

...πάει καιρός από τότε που μαγείρεψα τις πειραματικές μου σάλτσες, που φόρεσα την αθλητική μου περιβολή και βγήκα για τρέξιμο, από τότε που αιφνιδίασα τα χείλη μου με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα, από τότε που έγραψα ένα τραγούδι κι άκουσα το αμυδρό χειροκρότημα, από τότε που κοιμήθηκα σε άλλο κρεββάτι... Λέω λοιπόν να κολυμπήσω πάλι πριν αισθανθώ τα νερά να αλλάζουν ροή και αρχίζω να βυθίζομαι. Πετάω στην άκρη το σωσίβιο και αφήνομαι στην δύναμη των χεριών και των ποδιών μου να με κρατήσουν στην επιφάνεια.

Τί άρωμα φοράς; Ρωτάω γιατί κάτι φθάνει στην μύτη μου και υποψιάζομαι ότι είσαι εσύ. Έλα. Μην στέκεσαι. Έλα να κοιμηθούμε μαζί. Μπορεί να είναι ακόμα καλοκαίρι αλλά τις νύχτες έχει ψύχρα. Ο ιδρώτας ξαφνκά παγώνει στο κορμί σου και αρρωσταίνεις. Είναι σαν να πλένεις το αυτοκίνητο και μετά να πιάνει βροχή, σαν να πηγαίνεις να στήσεις το τελευταίο κομμάτι του ντόμινο και να σε πιάνει τρέμουλο, σαν να βάζεις παραμόρφωση στην κιθάρα, καθόλου μόρφωση στο μυαλό, sustain στο μικρόφωνο και χρώμα στην γραμματοσειρά. Τί χρώμα προτιμάς;

Με έχουν κουράσει όλες αυτές οι οικονομικές τρομολαγνείες, οι καθιζήσεις σωμάτων, η απουσία πνευμάτων και η πλυμμήρα οινοπνευμάτων. Προτιμώ το μεθύσι που μπορεί να μου προκαλέσει άμεσα ένα σου άγγιγμα, μια εικόνα που μπορεί να σου κόψει την αναπνοή. Εμείς οι άνθρωποι όσο διαφορετικοί και αν είμαστε μεταξύ μας, μοιάζουμε τόσο μα τόσο πολύ. Είμαστε όντα που θυμίζουν αλφάβητα διαφορετικών γλωσσών. Με κεφάλι το ερωτηματικό και κορμί το θαυμαστικό. Όσο για τα αποσιωπητικά, τα αφήνω να στέκονται κάτω από τα αυτιά σου και την μύτη σου. Σαν σκουλαρίκια φτιαγμένα μόνο για σένα.

Σε αφήνω τώρα, να ξεκουραστείς. Περιμένω σύντομα νέα σου. Πριν αλλάξουμε τον κόσμο θέλω να τραγουδήσουμε a capella και να κάνουμε έρωτα.

Στην υγειά της γενναιότητας, της ειλικρίνειας, της ασφάλειας, της αγκαλιάς, της εμπιστοσύνης, του δυναμισμού, της καθαρότητας, της αξιοπρέπειας, της αυτοπεποίθησης, της επικοινωνίας, της πίστης, της βόλτας, του ιπποτισμού, του ερωτισμού, του γέλιου, της υπομονής, της επιμονής και του πάθους! Στην υγειά μας!

Καληνύχτα.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Βρεγμένα χείλη


-Πως πέρασες την ημέρα σου;
-Δεν την πέρασα.
-Δηλαδή;
-Εκείνη πέρασε από πάνω μου. Με ξύπνησε απότομα το πρωί με ένα δυνατό σφύριγμα στα αυτιά μου κι ύστερα δρόσισε απότομα το δέρμα μου.
-Κάτι σαν ξαφνικό αεράκι;
-Κάτι σαν ανεμοστρόβιλος.
-Σε πήρε και σε σήκωσε δηλαδή.
-Κάπως έτσι.
-Και μετά;
-Αφέθηκα.
-Και που σε πήγε;
-Το πρωί στην Άπω Ανατολή, το μεσημέρι στην Άγρια Δύση και το απόγευμα στην γη του Πυρός.
-Και τώρα;
-Με γύρισε πίσω μετά το ηλιοβασίλεμα και με ξάπλωσε στον καναπέ. Ακόμα εδώ είμαι. Διψάω αλλά δεν έχω σηκωθεί ακόμα να βρέξω τα χείλη μου.
-Σήκω, πιες νερό, ρίξε κάτι πρόχειρο επάνω σου και πάμε μια βόλτα.
-Αν θέλεις έλα εσύ από εδώ.
-Γιατί να έρθω; Μπορεί να θελήσω να εμφανιστώ σαν τροπική καταιγίδα και να σε πάρω μαζί μου την νύχτα που έρχεται.
-Αν μπορείς να έρθεις σαν βοριάς τότε είσαι καλοδεχούμενος.
-Μπορώ αλλά δεν θέλω.
-Να ρωτήσω γιατί;
-Αν ανατριχιάσεις στο άγγιγμά μου, προτιμώ να είναι από επιθυμία κι όχι από παγωνιά.
-Και προτιμάς να μην έρθεις καθόλου;
-Προτιμώ το «θέλω» από το «θα ήθελα».
-Μακάρι να ήξερα τι να σου πω.
-Ξέρεις, αλλά μήπως τελικά φοβάσαι να βρέξεις τα χείλη σου όχι με νερό μα με το σάλιο σου; Φοβάσαι να υγράνεις την δίοδο της αναπνοής σου και την έξοδο των λόγων σου; Φοβάσαι να ρισκάρεις να επιτρέψεις σε δυο άλλα χείλη να ταξιδέψουν από την Άπω Ανατολή του δέρματός σου και την Άγρια Δύση των φιλιών σου μέχρι την γη του Πυρός του οργασμού σου;
-Τι εννοείς;
-Σε θέλω κι ας φοβάσαι, κι ας λυπάσαι, κι ας χαίρεσαι, κι ας ξυπνάς, κι ας κοιμάσαι. Σε θέλω. Αυτό εννοώ.

Είναι άραγε ο μόνος φόβος του ανθρώπου εκείνος του θανάτου, όπως είχα διαβάσει κάποτε, ή υπάρχουν διάφορα είδη; Είναι άραγε η μοναξιά η μόνη αξία, ή και αυτό είναι ακόμα μια δικαιολογία για να κοιμάται κάποιος μόνος του και να κάνει πως δεν το νοιάζει; Κάποτε κάποιος μου είπε πως κάπου κάνουμε λάθος και πως δεν μπορεί να τα ρίχνουμε όλα στην ζωή για το χρώμα της ψυχής μας. Είχε δίκιο, Φυσικά και είχε δίκιο. Είχε δίκιο και όταν μου είπε πως δεν αρκεί κάποιος να είναι «καλό παιδί» αλλά που και που να είναι «παιδί». Ένα παιδί που δεν φοβάται να εκφράσει την επιθυμία του και να την διεκδικήσει, να εκφράσει την όποια απορία του και να την λύσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο θάνατος ο μόνος φόβος, ίσως είναι ο μόνος που δικαιολογείται. Όλοι οι υπόλοιποι κάνουν απλά παρέα στην μοναξιά του και στην εκούσια απουσία του από τις επαναστάσεις του νου και της σάρκας του.

Ξεθάβω ετούτη την στιγμή όσον αυθορμητισμό έχει μείνει στα σπήλαιά μου. Κάνω χρήση της πρότερης εμπειρίας μου να ψάχνω νερό κάτω από την άμμο τα παλιά καλοκαίρια και να ξεχιονίζω δρόμους τους χειμώνες. Ίσως με βρεις μελαγχολικό, ίσως κυνικό, ίσως ερωτεύσιμο, ίσως απλά αδιάφορο.

Αν η ζωή ήταν ακουαρέλα, θα αγόραζα τα ακριβότερα χρωματιστά μολύβια της αγοράς και θα σχεδίαζα έναν κήπο με σαρκοφάγα φυτά στον περίγυρο. Στην ανατολική του πλευρά θα έβαζα μια λίμνη με μαύρους κύκνους και πάπιες mandarin στην επιφάνειά της και στην δυτική δυο αιώρες πλεκτές από μετάξι. Μια για μένα και μία για σένα. Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι θα ένωνε τον βορρά με τον νότο του κήπου. Αριστερά και δεξιά από το μονοπάτι θα υπήρχαν πικροδάφνες και κερασιές με αρκετές αμανίτες ανάμεσα. Στον νότο θα δέσποζε έναν περιποιημένος πλινθόκτιστος λάκκος με φίδια και στον βορρά ένας καταρράκτης που θα τροφοδοτούσε την λίμνη με νερό και ψάρια. Στον ουρανό κοράκια και χελιδόνια θα γιόρταζαν τις εποχές.

Η ζωή όμως δεν είναι ακουαρέλα. Λες να μπορεί να γίνει; Έστω ένα μικρό μπλοκάκι σημειώσεων…

Αφήνω, λοιπόν, την πιο κάτω σημείωση κι έπειτα θα κόψω το χαρτί, θα το διπλώσω προσεκτικά στα τέσσερα και αφού τρυπώσω κρυφά και αθόρυβα, θέλω να ελπίζω, στο δωμάτιό σου, θα το βάλω κάτω από το μαξιλάρι σου. Πριν φύγω θα ριψοκινδυνέψω να σε ξυπνήσω με ένα φιλί στο πόδι σου που δραπέτευσε κάτω από την κουβέρτα…

« Γεια σου. Λένε πως αν έχεις υπομονή και επιμονή μπορείς να παραβιάσεις την κλειδαριά του παρόντος χωρίς να χρειαστείς κλειδί. Λένε, επίσης, πως, μάλλον, δεν υπάρχει καν κλειδί. Λένε πως οι «ξέγνοιαστες μέρες» βρίσκονται ακριβώς εκεί μέσα, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Τι λες, λοιπόν, να το δοκιμάσουμε; Κάτι μου λέει ότι αν θελήσουμε να κοιτάξουμε από το παράθυρο, αυτό που θα δούμε θα μοιάζει σε «γιορτή λευκής νύχτας». Δεν θέλω να σε απασχολήσω πολύ, μονάχα κάτι ακόμα. Λένε πως αν μπεις μέσα, η πόρτα κλείνει πίσω σου, αλλά αυτό δεν σε τρομάζει καθόλου. Απίστευτο ε; Κι όμως, δεν αξίζει μια απόπειρα; Κάτι σαν δολοφονία του φόβου και απεξάρτηση από το «δεν ξέρω». Ελευθερία κινήσεων, δημοκρατία πράξεων, αναρχία επιλογών…

Καλή συνέχεια στον ύπνο σου και δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Μορφέα.

Α! έμεινε ένα ψίχουλο αυθορμητισμού ακόμα… Ας το μαζέψω με τα δάχτυλά μου κι αυτό…


Σε θέλω. Θέλω να γευτώ κάθε σημείο του γυμνού σου κορμιού. Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί μαζί σου.»

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

view-master

[ photo: love is by dodoy ]

Ήταν Κυριακή. Τα σύννεφα σαν ένα αφρώδες έμβολο πίεζαν τον αέρα προς το έδαφος. Ο άνεμος έδινε την αίσθηση της δροσιάς που κυκλώνει και αγκαλιάζει την φθινοπωρινή αναπνοή. Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας είχε αγγίξει σαν σοκ το δέρμα, σαν ξαφνική μικρή αφύπνιση από έναν θερινό λήθαργο, από μία ζεστή χαλάρωση. Η υγρασία είχε υποχωρήσει και τώρα μεταμορφωμενή κυλούσε στα τζάμια των αυτοκινήτων σαν σταγόνες βροχής. Σταγόνες που ακόμη μια φορά δεν θα εκπλήρωναν το χρέος τους, να ενωθούν με άλλες σταγόνες και να κυλήσουν μέχρι το πρώτο επιπεδο. Ένας υαλοκαθαριστήρας θα σταματήσει απότομα το παιχνίδι τους και την αναπαραγωγή τους, μετατρέποντάς τες σε ένα απότομο μικροσκοπικό ρυάκι εκεί στις άκρες.


Ήταν Κυριακή. Ο μελαγχολικός Σεπτέμβριος είχε χρόνια να φανεί από τα μέρη μας. Κάθε που εισπνέω και νιώθω την μύτη μου λίγο πιο παγωμένη, θυμάμαι εικόνες που κατακλύουν τις αισθήσεις μου. Είναι φορές που αισθάνομαι πως κοιτάζω μέσα από ένα καλειδοσκόπιο με μια μικρή τρύπα στην άκρη, μια ατέλεια ίσως, που αφήνει το παρόν να εισχωρήσει. Είναι φορές που κάθομαι αναπαυτικά στα μαξιλάρια του νου μου και απολαμβάνω τις στερεοσκοπικές απεικονήσεις που μου προσφέρουν οι 120 μοίρες, τις στερεοφωνικές ακροάσεις που μου μου χαρίζουν τα 110 decibel και τις στερεοτυπικές επιβιώσεις. Τις τελευταίες όσο και να τις πετάω στα σκουπίδια, βρίσκουν το τρόπο και επανεμφανίζονται ανανεωμένες με νέο χτένισμα και αδιάβροχο μακιγιάζ. Πόσο όμορφη είσαι χωρίς μακιγιάζ...

Ήταν Κυριακή. Έμενε ξαπλωμένη για ώρες στο κρεββάτι της. Είχε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, από το πρωί. Όσο έπεφτε ο ήλιος η ψύχρα γινόταν όλο και εντονότερη. Είχε σκεπαστεί με μια λεπτή μάλλινη κουβέρτα κι είχε το βλέμμα της καρφωμένο προς τον ουρανό έξω, όσο της επέτρεπαν η τέντα, τα κάγκελα και η απέναντι πολυκατοικία.. Ήθελε πολύ να σηκωθεί και να την κλείσει μα δεν το έπαιρνε απόφαση. Επάνω στο στήθος της ήταν ακουμπησμένο το βιβλίο που όταν το διάβασε πριν χρόνια, είχε νιώσει πως της άλλαξε την ζωή. Τώρα, δοκίμασε ξανά μια δεύτερη ανάγνωση. Τίποτα. "Ούτε κρύο, ούτε ζέστη", σκεφτόταν. Μα πως είναι δυνατόν κάτι που της άλλαξε την ζωή πριν μερικά χρόνια, τώρα να μην της λέει απολύτως τίποτα; "Είναι, φαίνεται, σαν τους ανθρώπους...", μονολόγησε την στιγμή που το έκλεισε και το ακούμπησε στο πάτωμα.

Η μπλε ώρα είχε κυκλώσει για τα καλά το δωμάτιο. Εκείνη καθιστή στο πάτωμα, δίπλα στο βιβλίο. Η μπαλκονόπορτα ακόμα ανοιχτή. Παιδικές φωνές πότε ανέμελες, πότε αγχωμένες, από απέναντι έμπαιναν και κρυβόντουσαν μέσα στα μαλλιά της. Ενήλικες φωνές που άλλες σταματούσαν στο περβάζι κι έπειτα βουτούσαν στο μωσαικό της βεράντας, χρωματίζοντάς το με ακόμα περισσότερα χρώματα, και άλλες τράνταζαν την νηνεμία του κόκκινου τσαγιού μέσα στην πορσελάνινη κούπα που κρατούσε στα χέρια της. "Αύριο πρέπει να πάω και πάλι για δουλειά", σκέφτηκε. "Αύριο πρέπει πάλι να αλλάξω τα ρούχα μου και να φορέσω την ευχάριστη φωνή μου".

Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ λευκού με μαύρο, σαν μελωδία του Einaudi, σαν εκτόξευση αντιβαλλιστικού πυραύλου, σαν την αυτοκαταστροφή του. Αν μπορείς ερωτεύσου την. Αν θέλεις ξεγύμνωσέ την και φίλησέ την απ'άκρη σ'άκρη. Αναζήτησε στους πόρους της πόσο διαφέρει εν τέλει η ηδονή από την οδύνη, πόσο απέχει το cartoon από την ζωή, πόσο διονυσιακά μπορούν να είναι κάποια βήματα και πόσο αστραφτερά κάποια κοσμήματα. Σήκω από το κρεββάτι σου κι αν κρυώνεις ή βγες έξω ή κλείσε την πόρτα. Μην αλλάξεις τα ρούχα σου αύριο και μην ξαναψάξεις την αλλαγή μέσα απ΄το παλιό σου βιβλίο. Άραγε, σου άλλαξε την ζωή; Πόσο κράτησε στον χρόνο εκείνη η αίσθηση που σε τύλιξε με την τελευταία τελεία; Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ παρουσίας και απουσίας. Έτσι είναι και ο Σεπτέμβριος. Επέστρεψαν οι κάτοικοι της πόλης και την ξαναέστρεψαν εναντίον τους. Μην ανοίγεις την τηλεόραση. Αγόρασε απλά έναν ιονιστή αν θέλεις κάτι να σου ρουφάει την σκόνη από τον αέρα. Πόσα "μην", πόσα "δεν και πόσα "θα" είπα πάλι; Ξέχασέ τα όλα.

Τα ξέχασες;

Νύχτωσε. Σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα. Σήκωσε το βιβλίο από το πάτωμα και το έβαλε στο τελευταίο συρτάρι της βιβλιοθήκης. Μουρμούρισε μια αυτοσχέδια μελωδία και ήπιε την τελευταία γουλιά τσάι. Γύρισε το βλέμμα της και το άφησε να χαθεί στην αφίσσα του τοίχου. Όταν την είχε αγοράσει ήξερε πιο μέρος απεικονίζει. Τώρα πια όχι. "Μια μέρα θα φύγω από εδώ", είπε. "Μια μέρα...". Άνοιξε το πορτατίφ και ακούμπησε τα βλέφαρά της στο view-master. Ένα χαμόγελο γεννήθηκε στα χείλη της ενώ κοιτούσε με τα όλόδικά της μαγικά "κυάλια" κατευθείαν στο όνειρο, στο παραμύθι, στο διάστημα, υψώνοντας το δικό της ανάστημα. Το σώμα της ξύπνησε στριφογυρίζοντάς την σαν μπαλλαρίνα γύρω από τον εαυτό της, γύρω από το σύμπαν της.

Είναι όμορφα εκεί. Είναι ζεστά. Θα με πάρεις μαζί σου;

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

It's twenty hours


Αρκεί μια σταγόνα για να ξεχειλίσει ένα ποτήρι, μια λέξη για να σπάσει η σιωπή ή… ο πάγος, μια βροχή για να μυρίσει χώμα, ένα απαλό αεράκι για να στριφογυρίσει ο ανεμόμυλος κάτω από την τέντα, ένα χάδι για να ανατριχιάσει το δέρμα και να δια-ταραχτεί ο ρυθμός της αναπνοής. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με κεραυνό που δημιουργεί ηλεκτρικά φαινόμενα από τα κάγκελα του σπιτιού μέχρι τα δέρματα που αγγίζονται τυχαία ή δήθεν τυχαία... μοιάζει όμως και με το πρώτο άνοιγμα του κλειστού λουλουδιού για να αφιερώσει το απόκρυφο εσωτερικό του στο φως του ήλιου και στο ακόρεστο βλέμμα... μοιάζει με τον οργασμό, με τον ταυτόχρονο οργασμό που μπλέκει τις αισθήσεις με το χάος και τον ιδρώτα με την κουνταλίνι.


Αρκεί ένας αριθμός για να σε κάνει να υψωθείς πανηγυρίζοντας, ένα βλέμμα για να ερωτευτείς ή τουλάχιστον να νομίσεις ότι ερωτεύτηκες, μια απόφαση για να επαναστατήσεις, ένα χτύπημα τηλεφώνου για να αισθανθείς ανακούφιση ή ταραχή. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με το υγρό πυρ, τόσο ανεξήγητο μα και με τόσες εξηγήσεις... μοιάζει με την πρώτη πτήση του πουλιού από την φωλιά αλλά και με την πρώτη δική σου πτήση με αεροπλάνο... μοιάζει με βόλτα ίσως και με φαγητό που μπλέκει το κάρμα με το μαγείρεμα και την μουσική με το πλύσιμο των πιάτων... μοιάζει με φιλί που περιμένεις υπομονετικά να φτάσει και στα απέναντι χείλη...

Κάτι τέτοιο αναζητώ κι εγώ, μαζί σου. Αρκεί να στέκομαι δίπλα σου και αμέσως βουλιάζω βαθιά στο έδαφος για να φυτρώσω ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, ενώ με κοιτάς, και για να ανθίσω, ενώ με αγγίζεις. Άλλωστε, το είπαμε, η αγάπη είναι σαν το φιλί της ζωής... Ξαπλώνεις για ταβανοθεραπεία και βρίσκεσαι ξαφνικά σε σκουληκότρυπα να ταξιδεύεις, χωρίς να χρειάζεσαι χρήματα, από πλανήτη σε πάλσαρ, από την ζάχαρη στο αλάτι, από την κορυφή ως τα νύχια...

Γιατί φοβάσαι;

Σκέψου πως για μια μόνο φορά το ασανσέρ δεν θα σταματήσει στον τελευταίο όροφο και πως θα ανέβει λίγο πιο πάνω. Τι θα δεις αν ανοίξει η πόρτα; Είναι η υπερβορεία, ο παράδεισος, η κόλαση, ή απλά η ταράτσα; Αρκεί να βγεις έστω για εκείνη την μοναδική φορά. Αυτό που βλέπεις από μακριά είναι η ραφλέσια ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο; Θα καταλάβεις από την μυρωδιά. Είναι σκιάχτρο εκείνο στην γωνία ή ο μικρός πρίγκηπας; Θα καταλάβεις αν πλησιάσεις. Δεν χρειάζεται να γεράσεις για να καταλάβεις.

Μη φοβάσαι. Όπου κι αν ξεχνιέσαι, είτε ταξίδι αστρικό είναι αυτό, είτε ταξίδι με μετρό, μην φοβάσαι. Τι νόημα έχει η συννεφιά χωρίς βροχή; Για μένα δεν έχει.

Αρκεί μια στροφή γύρω από τον άξονά σου για να νυχτώσεις και να ξημερώσεις ξανά, μια αλλαγή στο σταυροπόδι για να νιώσεις ξεκούραση, ένα δώρο να δώσεις ή να δεχθείς για να νιώσεις ξεχωριστός άνθρωπος. Αρκεί μια επιθυμία για να μην συμβιβάζεσαι. Αυτή η στιγμή μοιάζει με ηχείο σε τέρμα ένταση στο όριο για να καεί… μοιάζει με φρεσκοβαμμένο τοίχο στο νέο σου σπίτι… μοιάζει με ηλιοβασίλεμα και με ανατολή… μοιάζει με χιονοπόλεμο, με κάστρα στην άμμο, με πετσέτα που πέφτει ενώ βγαίνεις από το μπάνιο, με πόλη που διασχίζεται από ποτάμι… μοιάζει με σένα.