Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Ωκεανός ή Θάλασσα;

[ photo: Duks by PetitJeReve ]

Σε κατάρτια ξύλινα, γυμνά γαντζώνονται τα χαμηλά σύννεφα και τα κάνουν να μοιάζουν με μικρά φουγάρα σαν ο άνεμος φυσάει στην ίδια διεύθυνση, σε αντίθετη φορά με φόρα. Σε κατάρτια ξύλινα, δειλά ξεκουράζονται γλάροι με τα πόδια τους και δελφίνια με τα μάτια τους. Όσο για τους ανθρώπους πότε τα αραδιάζουν στο ψέμα τους σαν αγχόνη και πότε στο αίμα τους σαν ενδοφλέβια ένεση ευκαιρίας… σαν ενδοφλέβια γέννηση τρικυμίας που ξεστομίζεται στα χείλη και μοιράζεται με χείλη. Εκείνες είναι οι στιγμές που το άγχος μετουσιώνεται σε αχό, η αδράνεια σε ταχυπαλμία και η απουσία σε παρουσία.

- Αν μου δινόταν η ευκαιρία θα περνούσα ένα ολόκληρο καλοκαίρι μέσα σε ένα ιστιοφόρο.
- Ωραία θα ήταν μα όχι για τόσο πολύ.
- Γιατί; Δεν σου αρέσει η θάλασσα;
- Προτιμώ τον ωκεανό με παρέα έναν καθαρό ουρανό για στέγη του που θα τον βάφει απλόχερα σε αυτό το μεθυστικό βαθύ μπλε.
- Έχεις σκεφτεί όμως πως οι κλειστές θάλασσες ίσως να είναι πιο ρηχές και πιο ασφαλείς;
- Ίσως, μα ποτέ δεν «ερωτεύτηκα» μια κλειστή θάλασσα.
- Ενώ έναν ωκεανό;
- Αν έβγαζες το ιστιοφόρο σου στον ωκεανό, θα μπορούσα να έρθω μαζί σου.
- Χαίρομαι που το ακούω, μα άλλο σε ρώτησα.
- Άλλο;

Βότσαλα που δραπετεύουν, σαν μεταναστευτικά πουλιά, με ορμή από χέρια με σύμμαχο τον όποιον παφλασμό, και άλλα που γράφουν μυστικά σύμβολα μετακινώντας μικροσκοπικούς κόκκους άμμου βαραίνουν τις τσέπες μου και με κρατούν δεμένο στο έδαφος να νομίζω πως παίζω άψογα τον ρόλο μου, να νομίζω πως τηρώ την συμφωνία με το όνομα του είδους μου, δήθεν ψάχνοντας για τυχερά-άτυχα γαντζωμένα σύννεφα έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο προς τα άνω και τις φτέρνες μου βουτημένες στο αλάτι να κάνει πάρτυ με μια τοσοδούλα πληγή.

Έτσι, μπερδεύονται «θέλω» και «πιστεύω» με «νομίζω» και «μπορώ». Έτσι, σαν δίχτυα που αφαιρούν ζωές και προσφέρουν τροφές. Έτσι απλά μπερδεύονται οι κόκκοι άμμου με τους κόκκους καφέ, δυο χέρια που ανταλλάζουν ενέργειες, δυο σκέψεις που βυθίζονται η μία στην άλλη όχι από την πρώτη στιγμή μα ύστερα από καιρό. Ύστερα από καλό ή κακό καιρό. Ύστερα από πολλούς μήνες μάλλον άγνοιας. Τι συμβαίνει σε αυτό το διάστημα; Απλώς εκβάλει το ποτάμι στην θάλασσα και την βάφει καφέ ή μήπως εκδράμει η λάβα προς την θάλασσα και την ζεσταίνει ενώ πεθαίνει;

Σε ευχαριστώ για το μυτερό βότσαλο που μου χάρισες. Τώρα κοσμεί τα χέρια μου περνοδιαβαίνοντας από ρούχο σε ρούχο. Με αγκιστρώνει που και που μα χαμογελώ όχι από κάποια ελιτίστικη διάθεση σαδισμού ούτε από σαρκασμό ή ναρκισσισμό, μα μονάχα λόγω «γεύσης». Σε ευχαριστώ που ανάβεις χρωματιστά πορτατίφ στα υπόγεια του χρόνου μου και τραβάς κίτρινες διαγραμμίσεις στα εδάφη του χώρου μου για να μην λανθάνω στις προσπεράσεις και να μην υπολανθάνω στις ταραχές και τις εξάρσεις, στις μυήσεις και τις αφές. Σε ευχαριστώ, κι ας μην τα ξέρεις ακόμα, μάλλον, όλα αυτά.

- Πως θα το βάφτιζες το ιστιοφόρο σου;
- Δεν το έχω σκεφτεί να σου πω την αλήθεια. Τρέχει ο νους σου ε;
- Όχι. Σίγουρα δεν τρέχει. Κολυμπάει…
- Σαν δελφίνι, να φανταστώ;
- Σαν ιππόκαμπος! Σαν αρσενικός ιππόκαμπος σε τοκετό που αλλάζει χρώματα και κινεί μελαγχολικά την ουρά του, αυτή με το μέγιστο σχήμα του κοχλία.
- Τι περίεργο πλάσμα…
- Εγώ ή ο ιππόκαμπος;
- Κι οι δυο σας.

Κάπως έτσι βυθίζονται και αναδύονται φραγμοί, στεναγμοί, ευχές, παροχές κι αγριεμένα κύματα. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε θάλασσες και ωκεανούς αναζητώ την περιφορά μου και ανοιγοκλείνω τα μάτια στον επίμονο κέρσορα που αγχώνει το τελευταίο γράμμα της όποιας λέξης μου ενώ κλέβω λίγα δευτερόλεπτα για να ξεμουδιάσω τα μάτια μου, να τρίξω τα κόκαλά μου και να τοποθετήσω τελετουργικά τις ωτοασπίδες στα, κουρδισμένα σε τόνο φάλτσο, τύμπανα. Κάπως έτσι έρχονται δροσοσταλίδες με τον αέρα και μου δροσίζουν το σκασμένο δέρμα για να μην αποκοιμηθώ και ξεχάσω πως τα αμφίβια παραμύθια επιλέγουν ή διαμορφώνουν συνειδήσεις και ενίοτε βγαίνουν στις ειδήσεις.

Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να επιτρέψω στα φύκια να τυλίξουν εν χορώ σαν σμαραγδένιο περιλαίμιο τον λαιμό μου και να με χαϊδέψουν ατίθασα.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να τιμήσω νεφελώματα και αστέρια, που κρύβονται πίσω από τον άχρωμο ουρανό των πόλεων.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να αποσπάσω τις νοθευμένες αχτίδες του ήλιου και να διασπάσω βιολογικά μοναξιές και σκουπίδια.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να τσεκάρω αν ο δρόμος μου είναι σπαρμένος με αχινούς η στολισμένος με κόκκινες ζέρμπερες κι αν εσύ είσαι εκεί ή εδώ.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να εξέλθουμε από την κρίση πανικού καρδιάς και νου και να περιπλανηθούμε στον κόσμο.

Ήθελα να 'μαι στον βυθό της θάλασσας που κρύβεις
να βλέπω εκεί ψηλά το φως, τα μάτια σαν ανοίγεις.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Το ψεύτικο ταβάνι

[ photo: s by ElectronCloud ]

- Αν σκεφτείς το κορμί σου σαν ηχείο, τι ήχους θα επιθυμούσες να ξεστομίζει στον γύρω αέρα;
- …μάλλον θα προτιμούσα εκείνους του τσέλου. Ναι! Αυτό θα προτιμούσα, μαζί όμως με την συνοδεία φλάουτου.
- και σε τι ρυθμό θα ήταν η μελωδία;
- σε βαλς…
- Κι αν υπήρχαν λόγια που θα μπορούσαν να ερωτοτροπούν με την μουσική, τι μορφή θα είχαν;
- Α! γι αυτό είμαι σίγουρη… ελεύθερος δεκαπεντασύλλαβος! Και όλα τα γράμματα μικρά… ούτε ένα κεφαλαίο!
- Γιατί;
- αν η ομοιογένεια μεταμορφωνόταν σε ευγένεια, έτσι νομίζω πως θα ήταν το πρώτο της βήμα.
- και το δεύτερο;
- στο δεύτερο βήμα ένα thwyrlie θα εμφανιζόταν ξαφνικά στο παράθυρό της και η θεωρία θα γινόταν πράξη…
- και η αταξία τάξη;
- μπα δεν νομίζω. Αυτές οι δύο είναι αχώριστες… σαν δίδυμες. Έχω ακούσει πως κάποιες φορές ακόμα και οι γονείς τους δεν μπορούν να τις ξεχωρίσουν.
- Thwyrlie είναι εκείνο το κέλτικο μαγικό πουλί ε;
- Ναι, είναι εκείνο που αν είσαι τόσο τυχερός και βρεθείς κοντά του, έστω για μια μόνο στιγμή, και πάρείς ένα μικρό φτερό του, το βουτήξεις σε μελάνι και το αγγίξεις σε ένα χαρτί… τότε θα γράψεις τα πιο όμορφα λόγια, τα πιο αισθαντικά ποιήματα, τα πιο ζωντανά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ…

Μια κίνηση από αδιάκοπες εναλλαγές μετατροπιών, διαφωνιών και συμφωνιών είναι ο ήχος της ζωής και η μορφή της σαν αφίσσα σε έναν ασπρόμαυρο τοίχο. Μου αρέσουν οι αφίσσες και οι φωτογραφίες που κοσμούν κόσμους σε παιδικά δωμάτια, σε εφηβικές κρυψώνες, σε νεανικά στέκια, σε ενήλικα σαλόνια με χαμηλό ή δυνατό φωτισμό. Και κάπου εκεί μια κρυμμένη φωνή υποβολέα να ψιθυρίζει τόσο όσο:

« Η ζωή σαν μία λάμπα πετρελαίου αναμμένη, για τις ώρες που το φως εξαφανίστηκε…
Η ζωή σε ένα φλας μπακ έτσι απλά για να θυμάσαι…
Πόσα χρόνια θα φοβάσαι;
Δεν βαρέθηκες;

Δεν βαρέθηκες να σπαταλάς χρήματα σε ακριβά ρούχα, σε φτηνά θεάματα, σε θαύματα εν αναμονή; Δεν βαρέθηκες να ακινητοποιείσαι στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της πόλης και σαν ξανακινείσαι να αισθάνεσαι ευτυχής που ακολουθείς έναν απρόσωπο επιτάφιο σε μια πορεία όχι επαναστατική ούτε ανασταλτική; Δεν βαρέθηκες να αλλάζεις έπιπλα, να κουκουλώνεσαι κάτω από παπλώματα, να ανάβεις τσιγάρα, να σβήνεις φαγητά σε βαθιές κατσαρόλες και να συγκινείσαι μπρος σε μια οθόνη; Δεν βαρέθηκες να κάνεις έρωτα, να κάνεις εμετό, να ακούς, να κοιτάς, να γελάς, να πονάς, να μεθάς, να ταξιδεύεις, να νομίζεις ότι ταξιδεύεις;

Όχι ε;

Καλά κάνεις. »

Έτσι απλά, απείθαρχα αφήνομαι κι εγώ μαζί σου βουλιάζοντας δίχως ταραχή σε μια νηστεία-απιστία. Ξέρεις γιατί; Γιατί ούτε κι εγώ βαρέθηκα. Βρέθηκα μονάχα να συντονίζω την σκέψη μου με τον ήχο του κορμιού σου, ενσυνείδητα. Βρέθηκα να εξισώνω και να υψώνω σε διάφορα τετράγωνα και αδιάφορους κύβους τον παρόν μου για να δω αν θα προσεγγίσω πιο πολύ αυτό το περιβόητο άπειρο. Μην με ρωτήσεις αν τα κατάφερα και κυρίως μην αναρωτηθείς αν η προσέγγιση κατέληξε σε μετάγγιση κι αν στο πλην χάραξα μια κάθετη γραμμή ακριβώς εκεί στην μέση δήθεν για να βροντοφωνάξω πως αντίκρισα την αλήθεια…

Κι αν δεν υπάρχει το thwyrlie;

Κοιτούσα ένα περιστέρι πρόσφατα, που γέννησε στο μπαλκόνι μου, κι είχε στο στόμα ένα κλαδί… το «τούβλο» της φωλιάς του, σκέφτηκα. Και αρχιτέκτονας και χτίστης του ανάλαφρου παλατιού του. Πότε αισθάνεται κανείς έτοιμος για αυτούς τους δύο ρόλους; Αισθάνεται;

Άλλη μια άνοιξη ξανά, με πρωτοβρόχια και σκισμένα πανιά, με γιορτές, λουλούδια κόκκινα, με κάμποσα ξενιτεμένα όνειρα κι εκεί στην βάση του ανθρώπινου βάζου μια ανάβαση λόγω εποχής, λόγω αποχής. Μην ξεχνάς να ποτίσεις τα πόδια σου. Ακούς; Μην ξεχνάς να ακούς. Μην ξεχνάς να μου κλείνεις το μάτι κάθε που μια πολιτική έκθεση ιδεών χύνεται στις όχθες του καναπέ σου. Μην ξεχνάς να βάζεις τόνους στις λέξεις και παρενθέσεις στις διαθέσεις. Σαν διάθλαση πρισματική να είναι η όποια ανάγκη σου. Μην ξεχνάς, άλλωστε, πως τα ουράνια τόξα φαίνονται πιο λαμπερά όταν έχουν φόντο τα σταχτόμαυρα σύννεφα και πως ένα απαλό άγγιγμα στο χέρι μπορεί να τα διώξει και αυτά. Αυτό δεν θέλεις; Μην μου πεις ότι δεν ξέρεις τι θέλεις. Να, κάτι που βαρέθηκα να ακούω.

Μια νυχτοπεταλούδα τάραξε το βλέμμα μου μόλις τώρα, και χαμογέλασα. Ήρθε σαν ανακούφιση λυτρωτική ίσως και αλυτρωτική για να γίνει το ηλεκτροσόκ που περίμενα να με ξυπνήσει κι ύστερα ας με πνίξει πάλι. Με μια απότομα ασυνείδητη κίνηση του αριστερού μου χεριού την οδήγησα στα σκουπίδια δίπλα μου. Άνοιξα την σακούλα ανοίγοντάς της τον δρόμο της διαφυγής και «απολαμβάνοντας» την ελευθερία της αφέθηκε ξανά στην μέθεξη του φθορισμού εκεί ψηλά στο ψεύτικο ταβάνι, στο ολόδικό της καρουζέλ στριφογυρίζοντας... Τι περίεργο όμως... Εκείνη δεν ξέρει ότι είμαι εδώ. Δεν ξέρει ότι υποκρίθηκα τον αρχιτέκτονα και τον χτίστη της βραδιάς της. Δεν ξέρει τι μου προσέφερε ούτε ίσως τι μου αφαίρεσε. Τα έντομα δεν αναγνωρίζουν εκείνη την διάσταση που τα διαχωρίζει από τους ανθρώπους με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνονται την ύπαρξή των τελευταίων. Αναρωτιέμαι όμως… οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους; Τι σήματα λαμβάνουν την ώρα της διασταύρωσης των βλεμμάτων, τι χρώματα βλέπουν, τι σκέφτονται όταν υπόκεινται σε πιέσεις ή όταν πιέζουν;

- Αν κάποια στιγμή αισθανθείς ότι σε πιέζω θέλω να μου το πεις.
- Τι σε έπιασε τώρα; Δεν με πιέζεις. Για πες μου τώρα κι εσύ. Αν σκεφτείς το κορμί σου σαν ηχείο, τι ήχους λες να ξεστόμιζε;
- Ήχους ρίγους.
- Είδες; ...το ίδιο θέλουμε.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Χυμός Βερύκοκο

[ photo : Reborn by rawrrrr-321 ]

- Μια μάγισσα είπε κάποτε σε έναν αντάρτη: «αν σου έλεγα ότι μπορώ να σε μεταμορφώσω σε ότι επιθυμείς, τι θα ήταν αυτό;» κι εκείνος της απάντησε «σε ναύτη». Όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί, εκείνος δεν απάντησε.
- Και τελικά; Τον μεταμόρφωσε;
- Όχι. Του είπε πως αυτό μπορεί να το πετύχει μόνος του.
- Τώρα που είπες «θάλασσα», ξέρεις τι θα ήθελα αυτή την στιγμή; …να έκανα ηλιοθεραπεία πίνοντας ένα δροσιστικό κοκτέιλ.
- Και γιατί δεν πας;
- Κάνει κρύο ακόμα…
- Εντάξει, δεν χρειάζεται να βουτήξεις.
- Δεν έχει νόημα, έτσι.
- Έχεις δίκιο. Λοιπόν, πάω σούπερμάρκετ. Θέλεις να σου πάρω κάτι;
- Ναι, έναν χυμό βερύκοκο.
-
Βερύκοκο; Πως σου ήρθε;
- Θα σου πω όταν γυρίσεις, αν βρεις.
- Καλώς. Δεν θα αργήσω.
- Πως μπορείς να το λες αυτό με τόση σιγουριά;
- Το λέω μονάχα με την σιγουριά του θέλω μου.
- Και πως είσαι σίγουρος για αυτό;
- Τώρα δεν είμαι. Συνήθως… με πιάνει αργότερα, στον δρόμο.

Δυο άνθρωποι χαμογελαστοί, ο ένας στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση, κι ο άλλος σε μια διαδρομή από το σαλόνι μέχρι την εξώπορτα… κι ύστερα έξω από αυτήν. Αυτός ο ήχος της εξώπορτας όταν κλείνει, κάποιες φορές με τρομάζει, είτε είμαι από την μία είτε από την άλλη πλευρά… και κάποιες άλλες δεν τον προσέχω γιατί είμαι τόσο βιαστικός να φύγω και να φτάσω στον όποιο προορισμό μου…

Κι έξω στον δρόμο, είθε να εμπόδιζαν την «ορθή», κατά τα άλλα, πορεία μου, σκίουροι και τσαλαπετεινοί, και όχι αποπνικτικοί παφλασμοί στα τοιχώματα των ρουθουνιών μου…

Κι έξω στον δρόμο, είθε να εμπόδιζαν την «ελεύθερη», κατά τα άλλα, όρασή μου, πλούσια κλαδιά, βαριά φορτωμένα με καρπούς απαγορευμένους ή μη, και όχι άχρωμες οφθαλμαπάτες, χρωματιστές απάτες και μουχλιασμένες ομιλούσες φωνές που χύνονται από παράθυρα και στάζουν σε πεζοδρόμια αφήνοντας κηλίδες με μόνο σκοπό να αποπροσανατολίσουν και να στολίσουν το γκρι με λίγο κόκκινο.

Μου αρέσει σαν περπατώ στον δρόμο και βλέπω ανθρώπους να πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι, κάποια ήσυχα πρωινά, με φόντο το πράσινο της τέντας τους, ίσως και κάποιων γλαστρών, που πασπαλίζουν το μωσαϊκό, όπως κάνει σπασμωδικά η ζάχαρη άχνη επάνω σε ένα κέικ. Είναι αυτός ο «απαιτούμενος» χρόνος πριν το καλοκαίρι απλωθεί επάνω στο κορμί σου σαν αντηλιακό με άρωμα καρύδας… ίσως και με παρόμοια γεύση. Είναι αυτός ο χρόνος που ευνοεί την «μεγάλη έξοδο» προς το μπαλκόνι μιας και τώρα πια τα καλοκαίρια, μπαλκονόπορτες και παράθυρα κλείνουν… για να δροσιστούν οι άνθρωποι.

Δεν αντέχω τα κλιματιστικά. Ούτε και τους ανεμιστήρες. Σαν μνηστήρες και οι δυο τους, θέλουν να αρπάξουν από τον ήλιο τις καλοκαιρινές του αχτίδες, που διέρχονται ναι μεν από το τζάμι, αγγίζουν το παρκέ, το χαλασμένο από τον χρόνο, ή το γυαλιστερό πλακάκι μα είναι σαν λευκός φωτισμός μπλε λάμπας. Ωραίες οι μπλε λάμπες, μα για τις νύχτες…

- Δεν βρήκα χυμό βερύκοκο. Σου πήρα ροδάκινο. Πειράζει;

Δεν αλλάζω με τίποτα την γεύση που αφήνει στο στόμα και στο μυαλό ο χυμός βερύκοκο. Ίσως γιατί απλά μου αρέσει, ίσως γιατί θυμάμαι τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, με τις ορθές πορείες, τις ελεύθερες οράσεις, τα χαμόγελα, τα γοερά κλάματα, τα κρυφά φιλιά, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις φιλίες και τα παιχνίδια λογιών λογιών… ποδόσφαιρο με μπάλα φτιαγμένη από χαρτιά τετραδίων σε κουβάρι, μήλα, κρυφτό…

Θυμάμαι την λαχτάρα με την οποία περιμέναμε να μας γεμίσουν οι δάσκαλοι τα ποτήρια με αυτό τον μυστήριο χυμό… και την αγωνία μέχρι να χαϊδέψει τις γλώσσες μας η παγωμένη του αίσθηση… Ίσως αν περίσσευε θα παίρναμε και στο σπίτι! Κάποιες φορές περίσσευε, κάποιες όχι… Αργότερα συνειδητοποίησα πως ο χυμός που είχε στοιχειώσει την παιδική μου ηλικία ήταν εκείνος του βερύκοκου, απόλυτα συνυφασμένος με την άνοιξη και το καλοκαίρι, απόλυτα ταυτισμένος με μια χαλαρότητα ψυχής και μια ζωγραφιά με ελεύθερο θέμα, μακριά από ψεύτικα παραμύθια, νομοσχέδια, αναίδεια, μεταρρυθμίσεις, ρυθμίσεις, αφορισμούς, διορισμούς, εξορίες, τιμωρίες, τρικυμίες, εμετούς ή απλά ναυτίες.

- Δεν πειράζει που δεν βρήκες. Δεν ήθελα όμως ροδάκινο.
- Μα είναι ωραίο και το ροδάκινο.
- Ναι, ωραίο είναι μα…

Είναι στιγμές που η χυμεία δένει με την χημεία, που τα μαύρα σύννεφα δένουν με την λιακάδα σαν ένας ναυτικός κόμπος με ξεφτισμένες άκρες που στερεώνει κάποιος δεξιοτέχνης ή αριστεροτέχνης με την βοήθεια μιας σύντομης φλόγας αναπτήρα. Είναι στιγμές που ο συμβιβασμός βουλιάζει πρόστυχα σε έναν χυμό ροδάκινο και που η ευτυχία τοποθετείται στις όχθες ενός αντι-σεισμικού ρήγματος που ξεκινάει από τα κατειλημμένα πεζοδρόμια, διασχίζει μποτιλιαρισμένες λεωφόρους και καταλήγει στις κουρασμένες από έρωτα σανίδες ενός ημίδιπλου κρεβατιού. Είναι στιγμές που θέλω να σε δω και κάποιες άλλες που δεν θέλω. Είναι στιγμές που βγαίνω από το σπίτι μονάχα για να ακούσω αυτό τον ήχο της εξώπορτας και κάποιες άλλες που δεν βγαίνω καθόλου.

- Πάμε να πιούμε το ροδάκινο στο μπαλκόνι; Έχει πολύ ωραίο καιρό.
- Πάμε, αλλά θέλω να μου εκμυστηρευτείς τι έγινε τελικά με τον αντάρτη…

Ο ήλιος είχε κατέβει στο ύψος των κεραιών της απέναντι πολυκατοικίας καλωσορίζοντάς μας σπαρακτικά με έναν αχό ανακούφισης στα πέταλα μιας φρεσκοανθισμένης τουλίπας, στα πετάλια ενός φρεσκοβαμμένου ποδηλάτου που μόλις ξεκινούσε για την βόλτα του, τρία στενά πιο κάτω.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Dix secondes

Θα ήθελα να ξεχειμωνιάσω σε μια σοφίτα, να ξεμοναχιάσω το μυαλό μου και να τηγανίσω σε φρέσκο ελαιόλαδο τα φτηνά και τα ακριβά κοσμήματα της καρδιάς μου, σε ένα παλιό αντικολλητικό τηγάνι, που ίσα ίσα να κάνει την δουλειά του σωστά. Ύστερα, θα τα έσβηνα με μπύρα μοναστηριακή… κι όλο αυτό μονάχα για να μυρίσω στον αέρα την χαρά και την θλίψη μου σαν μπαχάρια. Ίσως τότε να ξάπλώνα στο πάτωμα να ξεκουραστώ αμέριμνος και μετά από λίγο διστακτικός για το ορθόν των πράξεών μου, να έγραφα με κιμωλία στον τοίχο μια πολύτιμη φράση. Θα ήθελα να ζαλιστώ από τις αναθυμιάσεις τόσο όσο χρειάζεται για να ανοίξω το παράθυρο, εν τέλει, και να φωνάξω άναρθρα για 3 λεπτά, μέχρι ο επόμενος τόνος να δείξει ανατολή.

Είναι περίεργη η πόλη, σκοτεινή, όπως την διακρίνουν τα μάτια μου απόψε. Πόσοι, άραγε να εκμεταλλεύονται ετούτο το σκοτάδι και πόσοι άλλοι να το απεχθάνονται κρυμμένοι;

Από την σοφίτα μου θα έβλεπα μακριά μια συστάδα δέντρων ανατολικά, ένα παρκαρισμένο εγκαταλελειμμένο τρακτέρ δυτικά και κάποιους ουρανοξύστες βόρεια, οι οποίοι θα νοθεύουν άγρια τις όποιες απολιτίκ ψευδαισθήσεις. Οι φωνές των παιδιών από το μακρινό νηπιαγωγείο θα ερχόντουσαν να μου χτυπήσουν το παράθυρο σαν ταχυδρομικά περιστέρια που κρατούν γαντζωμένο στο στόμα τους, για χιλιόμετρα, ένα μήνυμα που δεν γνωρίζουν.

Θα ήθελα να ξυπνάω πριν από σένα, για να ατενίζω ατλαντικούς και μεσογείους, χαϊδεύοντας τα γυμνά σου πόδια, κοιτώντας από τα στενά του δικού μου Γιβραλτάρ την ανάσα σου να δημιουργεί ένα μικρό στιγμιαίο σύννεφο μέσα στο δωμάτιο, που μονάχα εγώ θα βλέπω. Κι ύστερα να γίνεται βροχή που θα μου βρέχει το πρόσωπο, να μην αποκοιμηθώ, να μην ξεχάσω να σου ψιθυρίσω ότι οι υπόγειες βόλτες και οι πτήσεις μας θα συνεχίσουν να στρογγυλοκάθονται σαν σαντιγί σε ζεστή πικρή σοκολάτα, σαν αφρός στον καφέ, σαν αφρός στο κύμα, σαν ρίμα στο ποίημα, σαν δυο κομμάτια μιλφέιγ σε ένα κουτί, που κουβαλήσαμε μα δεν φάγαμε.

Θα ήθελα να μην βλέπω ειδήσεις, να μην ακούω ενοχές, να μην μυρίζω σκουπίδια, να μην αγγίζω επιφάνειες νερού που δεν οδηγούν σε κυματισμούς, που δεν βυθίζουν αποφασιστικά αυταρχισμούς, περιθώρια, φιλοσοφίες και οφθαλμαπάτες. Εκείνος ο χώρος, χωράει άνετα σε ένα μικρό σακβουαγιάζ … κι εκείνος ο χρόνος δεν ενδιαφέρεται για ερωτήσεις ή απαντήσεις, σαλόνια ή καψόνια.

Από την σοφίτα μου θα μύριζα νυχτολούλουδα και μες στο αλλεργικό μου παραλήρημα θα χαμογελούσα ανακουφισμένος, γνωρίζοντας ότι στα πλαίσια αυτής της πολεμικής σιωπής, ζω. Μπορεί και να έκλαιγα δήθεν για να τσεκάρω, αμφιβάλλοντας μέχρι την ύστατη στιγμή, αν θα γουστάρω την μορφή μου στον καθρέφτη.

Μετά θα ερχόταν η άνοιξη… ή μήπως είχε ήδη έρθει;

Κι όταν θα έφτανε το καλοκαίρι, ακριβώς δέκα δευτερόλεπτα πριν ξυπνήσεις, θα φορούσα τα καλά μου, θα άναβα τα φώτα της σκάλας και θα κατέβαινα για διακοπές στον κήπο…

…και τι δεν θα έδινα να ήσουνα εδώ.
…και τι δεν θα έδινα να ήμουνα εκεί.