Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Σε θέλω

[ photo: Christmas ride. by incredi ]


στα χείλη σου
θέλω να κρυφτώ στην μια τους άκρη
κι ύστερα με ένα κλείσιμο των βλεφφάρων να βρεθώ στην άλλη
όπως στα όνειρα
να ψάξω την ευκαιρία να αγγίξω την γλώσσα σου
να την φιλήσω
κι εκείνη να με αφήσει να δω τον ουρανό του ουρανίσκου σου
να πνιγώ στην μελωδία σου
να χαθώ στο λούνα παρκ σου
να μην αφυδατωθώ

στον λαιμό σου
θέλω να ξεχάσω το μέτρημα του χρόνου
με μόνο τικ τακ το αίμα της φλέβας σου
εκεί που ερεθίζεται το μυαλό σου
τρενο να γίνει να με πάει στην καρδιά σου
να ξαπλώσω στην αμμουδιά της
στον ήλιο σου μπροστά
να απλώσω την γύμνια μου

στο στήθος σου
θέλω να βρω το ξύλινο σπιτάκι απ'την σκέψη μου
ξέρεις, αυτό δίπλα στην λίμνη
που παίζει πάντα μουσική
και ο φωτισμός δεν δυναμώνει
με τις κουρτίνες μια να σε κρύβουν, μια να σε φανερώνουν
ολόγυμνη

στα χέρια σου
θέλω να πιαστώ από τις άκρες των δαχτύλων σου
να μείνω ακίνητος
και να φαντάζω νικητής της άμμου της κινούμενης
να μην βουλιάζω
κι η λάσπη να μοιάζει ιαματική
σαν μια μπανιέρα γεμισμένη και ζεστή
να μην πληγώνω
να μην ματώνω

στην πλάτη σου
θέλω να κλέβω σκοτεινιά σπό τις σκιές της ραχοκοκκαλιάς σου
να αποκοιμιέμαι ήσυχα
και εύκολα πάνω από όλα
χωρίς τον φόβο που αγκυλώνει τα μάτια και δεν κλείνουν
χωρίς την ανασφάλεια που καίει την ασφάλεια
εκεί στην βάση της πλάτης σου
να αφήσω το χέρι μου
να αφήσεις τον οργασμό σου

στα πόδια σου
θέλω να αρπάξω το φιλί στην αγκαλιά μου
να το εναποθέσω επάνω τους
και να αναπνεύσω το χαμόγελο εκείνης της στιγμής
το δικό σου πρώτα
κι ύστερα το δικό μου
σαν σε ποδήλατο διθέσιο
με χάδι για πετάλια

σε θέλω


Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

si minore



πειράζει να μην γράψω τίποτα;
πειράζει να μην πετάξω λέξεις και ορέξεις στην οθόνη ετούτη την φορά;
την επόμενη υπόσχομαι
θα είναι διαφορετικά
"να μην υπόσχεσαι", μου είπαν κάποτε
"δεν θέλω", απάντησα
μονάχα τούτο
με τις καμπύλες σου να διευκολύνεις το φως
προς αγκαλιές
επί χάδια
ζήλεψα, δεν το κρύβω.
"να μην ζηλεύεις" μου είπαν κάποτε
"δεν μπορώ", σκέφτηκα.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Do not disturb

[ photo: If winter ends by hide and seek ]



αν είναι να ανατριχιάσεις

ας είναι από τον ήχο που κάνουν τα κλαδιά
στα βήματα σαν σπάνε

ας είναι στην παγωμένη την γουλιά
κι ας τους να ρωτάνε

ας είναι στα γυμνά
στα ακάλυπτα σημεία του κορμιού
μέσα στο χιόνι

ξημερώνει; νυχτώνει;

βαθιά να είν' η ανάσα σου
κρατήρας το κορμί σου
όσο τα χείλη κι αν παγώνουν
ας λιώνουν στο φιλί σου.




Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Mikä sun nimi on?


Ξέρεις που να βουλιάξεις όταν δεν αντέχεις το χάδι του ήλιου στους πόρους σου; Ξέρεις από που να πιαστείς για να ξαναβγείς στην επιφάνεια όταν η υγρασία ζαρώσει το δέρμα σου; Ξέρεις πως να σηκώσεις το κεφάλι προς τα άνω και να τραγουδήσεις αν το έχεις ανάγκη ή να ουρλιάξεις αν μια μικρή φωνούλα χρειάζεται την βοήθειά σου για να απεγκλωβιστεί από τους εκατομμύρια μικρούς κόκκους σκόνης που έχεις εισπνεύσει στην προσπάθεια σου να ανακτήσεις τον χαμένο ρυθμό της αναπνοής σου; Ξέρεις πως να κάνεις το πρώτο βήμα για να πατήσεις πάνω στην καυτή άσφαλτο έτσι απλά με τα πόδια σου ξυπόλητα; Ξέρεις που θα πας αν κλείσεις τα μάτια και αφεθείς σε ένα αγαπημένο χέρι να σε ταξιδέψει όπου εκείνο επιθυμεί; Θα σου αρέσει, άραγε, εκεί; Σου αρέσει, άραγε, εδώ; Που είσαι; Πως σε λένε; Αντέχεις τα σύννεφα στον ουρανό ή τον αφρό στην θάλασσα; Αντέχουν εκείνα εσένα;

Ξέχασέ τα όλα. Άφησε τις ερωτήσεις για λίγο χωρίς απαντήσεις. Ρίξε τρεις κουταλιές καφέ και δύο ζάχαρη σε μια κόκκινη κούπα. Ανακάτεψέ τες καλά και χάρισε το βλέμμα σου εκεί στον δίχρωμο βυθό. Προσπάθησε να κρατήσεις τα βλέφαρά σου ανοιχτά για όσο μπορείς. Τί βλέπεις;

Φέτος, κάτω από το παράθυρο δεν υπάρχει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απλά μου άρεσε να κάθομαι τις νύχτες και τα απογεύματα στην σπασμένη καρέκλα εργασίας και να βλέπω το φωτεινό αστέρι από το παράθυρο. Έτσι απλά.

Έτσι είναι η ζωή. Σαν δυο κουταλιές ζάχαρη που νοθεύουν την πίκρα και το βλέμμα προς το σκοτεινό παράθυρο. Την όποια πίκρα αφήνει στον ουρανίσκο, στα δάχτυλα, στον αφαλό και στις πληγωμένες φτέρνες η αδράνεια κα ο παγετός. Και τότε τα ανακατεύεις όλα καλά καλά. Ζάχαρη, παγετός, σκόνη, σύννεφα, βήματα, ταξίδια σιγοβράζουν και χαζεύεις το χαμόγελο που αρνείται πεισματικά να αφεθεί στον αδηφάγο απορροφητήρα… αυτόν ο οποίος κλέβει τα σπάνια αρώματα. Απλώνει τα μικρά, αόρατα χεράκια του το χαμόγελο και πιάνεται από τις άκρες… και ξεφεύγει. Κι ορμάει κατά πάνω σου, μέσα σου, και σε χαϊδεύει. Μόνο αυτό. Σε χαϊδεύει. Τί νοθεία κι αυτή!

Κράτησε τον απορροφητήρα σου σβηστό. Ξέρεις εσύ.

Ήρθε η ώρα για παιχνίδι. Φοράμε τα καλά μας κι ίσως μέχρι το τέλος αν φανούμε λιγάκι παραπάνω τυχεροί ή λίγο περισσότερο ελεύθεροι να τα έχουμε γεμίσει με μπογιές, με λάσπες και με έρωτα.

Πάμε να κρυφτούμε πάλι κι ας μην μας βρει κανείς.



[ τέλος τρίτου Δεκέμβρη ]