Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Mikä sun nimi on?


Ξέρεις που να βουλιάξεις όταν δεν αντέχεις το χάδι του ήλιου στους πόρους σου; Ξέρεις από που να πιαστείς για να ξαναβγείς στην επιφάνεια όταν η υγρασία ζαρώσει το δέρμα σου; Ξέρεις πως να σηκώσεις το κεφάλι προς τα άνω και να τραγουδήσεις αν το έχεις ανάγκη ή να ουρλιάξεις αν μια μικρή φωνούλα χρειάζεται την βοήθειά σου για να απεγκλωβιστεί από τους εκατομμύρια μικρούς κόκκους σκόνης που έχεις εισπνεύσει στην προσπάθεια σου να ανακτήσεις τον χαμένο ρυθμό της αναπνοής σου; Ξέρεις πως να κάνεις το πρώτο βήμα για να πατήσεις πάνω στην καυτή άσφαλτο έτσι απλά με τα πόδια σου ξυπόλητα; Ξέρεις που θα πας αν κλείσεις τα μάτια και αφεθείς σε ένα αγαπημένο χέρι να σε ταξιδέψει όπου εκείνο επιθυμεί; Θα σου αρέσει, άραγε, εκεί; Σου αρέσει, άραγε, εδώ; Που είσαι; Πως σε λένε; Αντέχεις τα σύννεφα στον ουρανό ή τον αφρό στην θάλασσα; Αντέχουν εκείνα εσένα;

Ξέχασέ τα όλα. Άφησε τις ερωτήσεις για λίγο χωρίς απαντήσεις. Ρίξε τρεις κουταλιές καφέ και δύο ζάχαρη σε μια κόκκινη κούπα. Ανακάτεψέ τες καλά και χάρισε το βλέμμα σου εκεί στον δίχρωμο βυθό. Προσπάθησε να κρατήσεις τα βλέφαρά σου ανοιχτά για όσο μπορείς. Τί βλέπεις;

Φέτος, κάτω από το παράθυρο δεν υπάρχει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Απλά μου άρεσε να κάθομαι τις νύχτες και τα απογεύματα στην σπασμένη καρέκλα εργασίας και να βλέπω το φωτεινό αστέρι από το παράθυρο. Έτσι απλά.

Έτσι είναι η ζωή. Σαν δυο κουταλιές ζάχαρη που νοθεύουν την πίκρα και το βλέμμα προς το σκοτεινό παράθυρο. Την όποια πίκρα αφήνει στον ουρανίσκο, στα δάχτυλα, στον αφαλό και στις πληγωμένες φτέρνες η αδράνεια κα ο παγετός. Και τότε τα ανακατεύεις όλα καλά καλά. Ζάχαρη, παγετός, σκόνη, σύννεφα, βήματα, ταξίδια σιγοβράζουν και χαζεύεις το χαμόγελο που αρνείται πεισματικά να αφεθεί στον αδηφάγο απορροφητήρα… αυτόν ο οποίος κλέβει τα σπάνια αρώματα. Απλώνει τα μικρά, αόρατα χεράκια του το χαμόγελο και πιάνεται από τις άκρες… και ξεφεύγει. Κι ορμάει κατά πάνω σου, μέσα σου, και σε χαϊδεύει. Μόνο αυτό. Σε χαϊδεύει. Τί νοθεία κι αυτή!

Κράτησε τον απορροφητήρα σου σβηστό. Ξέρεις εσύ.

Ήρθε η ώρα για παιχνίδι. Φοράμε τα καλά μας κι ίσως μέχρι το τέλος αν φανούμε λιγάκι παραπάνω τυχεροί ή λίγο περισσότερο ελεύθεροι να τα έχουμε γεμίσει με μπογιές, με λάσπες και με έρωτα.

Πάμε να κρυφτούμε πάλι κι ας μην μας βρει κανείς.



[ τέλος τρίτου Δεκέμβρη ]

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Μια γύρη γιασεμιού

[ photo : contacted by RamonaG ]

…και ξαφνικά η γη σταμάτησε να στριφογυρίζει.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια σκέψη. Άλλες φορές στολιζόταν με όμορφα κοσμήματα και περιπλανιόταν στους δρόμους και άλλες, έμενε ολόγυμνη ξαπλωμένη στο πάτωμα, να χαζεύει το παιχνίδι του ήλιου στο ταβάνι. Ήταν όμορφη; Ήταν άσχημη; Ή μήπως και τα δύο; Όπως και να έχει πάντως, ερχόταν και κούρνιαζε στο μυαλό, αποκοιμιόταν για λίγο κι όταν ξυπνούσε, το κυρίευε. Ήταν επάξια η αρχόντισσα του νου, καθώς μπορούσε πολύ εύκολα να επηρεάσει τις κινήσεις του σώματος, τις αισθήσεις και τις επιθυμίες. Πολλές φορές είχε στον έλεγχό της και τους χτύπους της καρδιάς. Υπήρχε μόνο κάτι που μπορούσε να την ρίξει από τον θρόνο της. Ήταν το ίδιο «κάτι» που την ανέβαζε εκεί.

…και ξαφνικά ο ουρανός γέμισε σύννεφα και άρχισε να βρέχει ασταμάτητα για μέρες και νύχτες.

Πώς επιτρέπουμε σε μία σκέψη να διαμορφώσει το ιδεατό και το από παλιά εναρμονισμένο; Πώς προκαλούμε την ανάσα μας, από αιτία ζωής και αφορμή έρωτα να μοιάζει με δηλητήριο για τον ίδιο μας τον εαυτό; Πώς ξεχνάμε το απόγειο του πάθους της στιγμής και το ευτυχισμένο χαμόγελο και περνάμε με ένα μόνο βήμα στο υπόγειο;

Εσύ που βρίσκεσαι αυτή την στιγμή; Να κατέβω να σου φέρω κουβέρτα μην κρυώνεις ή μήπως βρίσκεσαι στην σοφίτα και με κοιτάζεις με το ανοιξιάτικό σου βλέμμα από το μικρό παράθυρο ενώ καθαρίζω τα παπούτσια μου από τις λάσπες;

…και ξαφνικά η θερμοκρασία έπεσε υπό του μηδενός και οι σωλήνες του νερού έσπασαν.

Αγγίζω τα δάχτυλα μου στα πλήκτρα. Τα κοιτάζω ένα ένα. Βλέπω κάτι από τον χρόνο που αφήνει μικρά σημάδια πάνω τους. Κάτι από την νευρικότητα που αφήνει μικρές πληγές. Κάτι από τις χορδές που σκληραίνουν τις άκρες τους. Κάτι από το δέρμα σου που μαλακώνει την αφή μου, που σταθεροποιεί τον ρυθμό της αναπνοής μου, που ησυχάζει τις σκέψεις μου. Πληκτρολογώ το όνομά σου. Μεγεθύνω την γραμματοσειρά και το βάφω κόκκινο βαθύ. Στέκω ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα και το κοιτάζω.

…και ξαφνικά τα φώτα έσβησαν και η πόλη τυλίχτηκε στο σκοτάδι.

Δεν χρειάζομαι φως για να βρω το χέρι σου και να το τυλίξω στο δικό μου. Δεν χρειάζομαι ζέστη για να ομορφύνω την σκέψη μου και να προσπαθήσω χρωματίσω την δική σου. Καθάρισα από τις λάσπες τα παπούτσια μου και μπήκα στο σπίτι.Τι κι αν εκτός από τους σωλήνες πάγωσαν και οι τοίχοι; Αρκεί ένα φιλί για να ενώσει και να σπείρει με ηλιαχτίδες το πάτωμα που τρίζει, αλλά αντέχει ακόμα και μας κρατάει επάνω του. Αρκεί;

...με ένα κόκκινο φιλί

στα χείλη

σαν το λιοπύρι που
μαγκώνεται μες τον ιδρώτα
σαν το κορμί
που υψώνεται κάτω από τα φώτα
σαν προσευχή
που απέχει δυο σκαλιά
κι ένα μικρούλι σάλτο
απ' το ρεσάλτο
έφτασα, έπιασα
και να 'το
μες τα βελούδινα
μέσα στα ακάνθινα
βλέμματα που άφηνα να με αγγίξουν
να μου σφυρίξουν
την αλλεργία μου να ερεθίσουν
τρία άνθη λεμονιάς απ' το απυρόβλητο
μια γύρη γιασεμιού απ' το υπόγειο...

…και ξαφνικά η γη σταμάτησε να στριφογυρίζει. Ε και; Σε κρατάω στα χέρια μου.



Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Cap ou pas cap…?


Αλλάζω δέρμα. Μπορείς να με αγαπάς έτσι; Αντέχεις; Κι αν δεν είναι το δέρμα τόσο απαλό και τρυφερό όσο παλιά; Κι αν το άρωμά μου δεν είναι ευχάριστο; Κι αν η ανάσα μου δεν μυρίζει φρέσκοανοιγμένη οδοντόκρεμα; Αντέχεις; Μπορείς να με θέλεις έτσι γυμνός που στέκομαι μπροστά σου; Χωρίς καμμία ταμπέλα υπομονής, επιμονής, ιδρώτα ή έρωτα; Μπορείς να ακούσεις την καρδιά μου να χτυπάει χωρίς να με αγγίζεις; Αντέχεις να με αγγίζεις χωρίς ο ηλεκτρισμός που διαπερνάει το σώμα σου να σε σκοτώνει; Ε; Μπορείς να με κοιτάζεις με το ίδιο πάθος όταν οι λέξεις που δραπετεύουν από τα δόντια είναι σκληρές; Αντέχεις να κρυφτείς στην αγκαλιά μου χωρίς να πεις κουβέντα; Κι αν σου ζητήσω να μου υποσχεθείς το οτιδήποτε, μπορείς να μην μου πεις «δεν ξέρω»; Αντέχεις να μην μου υποσχεθείς τίποτα;

Κι αν ο κλιματισμός της ζωής μου χαλάσει και σε μέρες καύσωνα σαν κι αυτήν δεν μπορώ να σε δροσίσω με την ίδια ευκολία και την ίδια επιτυχία; Κι αν σου ζητήσω να μαζέψεις ότι απέμεινε από το δέρμα μου στα σεντόνια και να το πετάξεις από το μπαλκόνι; Αντέχεις να μην με ρωτήσεις γιατί; Κι αν σου ζητήσω να διαλέξεις ανάμεσα στην ομορφιά και στα σκουπίδια; Μπορείς να μην μου θυμώσεις; Αντέχεις; Κι αν σου πω πως αισθάνομαι για σένα μπορείς να μην προσπαθήσεις να προσγειώσεις τα λεγόμενά μου; Ε; Κι αν σου ζητήσω να με ξεδιψάσεις; Αντέχεις να παραδεχτείς ότι το κάνεις από έρωτα; Μπορείς να με βοηθήσεις να αλλάξω και τα τελευταία κομμάτια δέρματος που απέμειναν γαντζωμένα στα μπράτσα μου; Αντέχεις να φιλήσεις τις πληγές μου και να χαϊδέψεις τα πόδια μου; Αντέχεις να ξετυλιχτείς από το σεντόνι που κρύβει το κορμί σου και να πετάξεις την μάσκα της θλίψης στην θάλασσα;

Κι αν ο χρόνος δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός γιατρός; Μπορείς να με κρατάς σφιχτά και να συνεχίζεις να ανακαλύπτεις τις ομοιότητες των χεριών μας; Κι αν κάποια πικρή γεύση καλύπτει που και που την γλυκιά; Μπορείς να μην την αφήνεις να ντύνει την γλώσσα σου και την σκέψη σου; Κι αν σου πω ότι δεν υπάρχει «καλό» και «κακό» ξεχωριστά; Αντέχεις να με πιστέψεις; Κι αν σου εκμυστηρευτώ ότι ένας ήλιος άνθισε κάτω από το μαξιλάρι σου; Αντέχεις να μην κοιτάξεις; Κι αν σου ζητήσω να συντονιστείς μαζί μου χωρίς παρεμβολές; Αντέχεις; Ε; Αντέχεις να χαμογελάς και να μην σπαταλιέσαι στην στασιμότητα; Κι αν σε καρφώσω στα μάτια και σου πω ότι μπορώ να μοιραστώ τον εαυτό μου μαζί σου; Κι αν αγριέψουν τα νερά και πεταχτούν στην στεριά καΐκια; Αντέχεις να ταξιδέψεις μαζί μου με τα μάτια κλειστά κάνοντας κουπί στο χώμα; Κι αν οι λάμπες της αυταπάτης σβήσουν επιτέλους, μπορείς να με αγαπάς στα σκοτεινά; Αντέχεις να με θέλεις όταν ανοίξω διάπλατα τις χοντρές κουρτίνες;

Κι αν σου ζητήσω να κρυφτώ στον λαιμό σου, στο στήθος σου, στις παλάμες σου, στα μαλλιά σου; Αντέχεις να αφεθείς έστω για μια μόνο στιγμή; Κι αν σου ξαναπώ πόσο μελωδική κι ερωτική είναι η φωνή σου; Αντέχεις να μου τραγουδήσεις; Ε; Κι αν φαλτσάρω και γεμίζω με διαφωνίες το τραγούδι σου; Μπορείς να κρατήσεις το ίσον για να να σε ξαναβρώ; Κι αν σου ψιθυρίσω ότι έχεις το ομορφότερο χαμόγελο που έχω δει; Μπορείς να μου χαρίσεις ένα απ’ευθείας; Κι αν δεν σε καταλαβαίνω πάντα σε όλα και δεν σε στηρίζω με τον τρόπο που επιθυμείς; Αντέχεις να με αφήσεις να ψάχνω την άκρη; Κι αν η άκρη είναι λιγάκι πιο μακριά από όσο φανταζόμουν; Κι αν κάνω λάθος στις προβλέψεις μου; Κι αν σου πω πως η ελευθερία διεκδικείται και δεν χαρίζεται; Κι αν σου πω ότι μου λείπεις με το που κλείνει η πόρτα; Κι αν σου πω ότι όσο υπόγεια κι αν είναι η νύχτα απόψε έχει μια γεύση από σάλσα; Αντέχεις να τολμήσεις; Ε; Αντέχεις να χορέψουμε ξανά και ξανά και ξάνά;


"...και μπροστά απ'τους κολασμένους περνάω εγώ σαν μια σκιά
που σεργιανάει στον Άδη την δικιά σου μυρωδιά
κι είναι λέω, ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή,
να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί. "



Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Εσύ



μοιάζεις με άστρο που ξεστράτισε
κι αρνήθηκε να γίνει πεφταστέρι
φόρεσε μια ευχή για φόρεμα
και ντύθηκε σαν καλοκαίρι


μοιάζεις με χρώμα που γεννήθηκε
σε μια αόρατη παλέτα
ξέφυγε σαν σταγόνα στο έδαφος
και υψώθηκε με πιρουέτα


μοιάζεις με ήλιο που σαν άνθισε
είχε την πιο σπάνια γύρη
έκρυβε μέλι στις αχτίδες του
κι ήρθε στο βλέμμα για να σπείρει


μοιάζεις με γέλιο που αγκιστρώθηκε
στα χείλη επάνω με ευκολία
γλίστρησε απ’ τον λαιμό ως τα γόνατα
κι έγινε ικεσία


μοιάζεις με νότα που ταξίδεψε
από αιώρα σε κορώνα
έκανε κούνια με μια ύφεση
κι έρωτα σε μια κρυψώνα


μοιάζεις με χάδι που περπάτησε
μέσα σε λάσπες και σε χιόνια
ξυπόλητο στην άμμο κούρνιασε
τυλίχτηκε σε ροζ σεντόνια