Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009
El sabor del amor
Σ'αγαπάω...
...από τα βουνά της Αργεντινής μέχρι τις παγωμένες θάλασσες της Φινλανδίας
από τις λίμνες του Καναδά μέχρι τα δάση της Κίνας
από τον πύργο του Άιφελ μέχρι τις πυραμίδες της Αιγύπτου
από την Σελήνη μέχρι τον Κρόνο
από τον πυρήνα της γης μέχρι μέχρι τα σύννεφα
από την άγρια δύση μέχρι τα igloo των Εσκιμώων
από την μία άκρη του ουράνιου τόξου μέχρι την άλλη
από το χαμόγελό σου μέχρι την καρδιά σου
από το καλοκαίρι μέχρι τον χειμώνα
από το τραγούδι των τζιτζικιών μέχρι τις νυχτερινές μελωδίες των τρυζονιών
από την λάμπα του δωματίου μου μέχρι τον ήλιο της άνοιξης
από τα μάτια σου μέχρι τα πόδια σου
από την γλώσσα σου μέχρι τον αφαλό σου
από την μύτη σου μέχρι την μικρή ελιά που μας κάνει να μοιάζουμε στο χέρι
από την τέντα του σπιτιού μου μέχρι την ομπρέλα της θάλασσας στις Σεϋχέλλες
από το όνειρο μέχρι την πραγματικότητα
από το φως μέχρι το σκοτάδι
από το περπάτημα των πιγκουΐνων μέχρι το κολύμπι των κύκνων
από το άνοιγμα των φτερών της πεταλούδας μέχρι το αγέρωχο πέταγμα του αετού
από την ζεστή σοκολάτα στην κούπα σου μέχρι το παγωμένο talisker στα χείλη μου
από την υγρασία πάνω στα φύλλα των δέντρων μέχρι την σκόνη πάνω στο τραπέζι του σαλονιού
από τα αφηρημένα σχέδια σε μια λευκή κόλλα χαρτί μέχρι τις κοιλάδες και τα φαράγγια επάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια
από την αλλεργία σου μέχρι την δική μου
από τα ζεστά σου σημεία κάτω από τα ρούχα σου μέχρι τα σκαλιά στην παραλία που κόβει ο αέρας
από ένα τριαντάφυλλο στο παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου μέχρι το ξαφνικό χτύπημα του κουδουνιού ένα πρωί
από την αποκοιμισμένη σου αναπνοή επάνω στον λαιμό μου μέχρι την ηδονή σου
από το καρφωμένο ερωτικό βλέμμα στα μάτια μέχρι το κρυφό άγγιγμα των δαχτύλων στην μέση του δρόμου
από την οθόνη του υπολογιστή μέχρι τον αναστεναγμό σου
από τις δύσκολες στιγμές μέχρι τις ευτυχισμένες
από την εφηβεία σου μέχρι την δική μου
από το παρόν σου μέχρι το δικό μου
από τους χυμούς σου μέχρι το οργασμικό τρέμουλο του κορμιού μου
από την αλλαγή των μορφασμών του προσώπου σου μέχρι την αλλαγή των εποχών
από την έμπνευση μέχρι το μπέρδεμα
από μια δαγκωνιά μέχρι ένα δάκρυ
από το χάδι στα μαλλιά σου μέχρι το πέταγμα ενός βότσαλου στην παραλία
από το άγχος σου μέχρι το δικό μου
από την ανησυχία μου μέχρι την δική σου
από την ξαφνική απόσταση μέχρι την ένωση ξανά
από τα “θέλω” μου μέχρι τα “μπορώ” σου
από τα “θέλω” σου μέχρι τον εαυτό σου
από “το μαξιλάρι σου” μέχρι το “πρέπει να φύγω”
από το κρύο μέχρι το ζεστό
από την αλμύρα μέχρι τον ουρανίσκο σου
από την ζάχαρη μέχρι το δέρμα σου
από τους καταρράκτες του Νιαγάρα μέχρι την Εσπλανάδα
από το “σε θέλω” μέχρι το “δεν ξέρω”
από την καληνύχτα σου μέχρι την καλημέρα μου
από το μακροβούτι μέχρι το πρώτο βλέμμα από τον βυθό προς την επιφάνεια
από την αδράνεια μέχρι την ζωή
από τον πόνο μέχρι την ξεγνοιασιά
από τις διέσεις σου μέχρι τις υφέσεις μου
από τον διακόπτη που ανάβει το φως στο δωμάτιο μέχρι την φλόγα που ανάβει το τσιγάρο
από την γραφή σου μέχρι το σφύριγμα του τρένου που αναχωρεί
από ένα μικρό σπυράκι στο πρόσωπο μέχρι την πιο όμορφη χορευτική φιγούρα
από το σβήσιμο των κεριών μιας τούρτας επάνω σε ένα παγκάκι μέχρι το κλείσιμο των βλεφάρων σε μια σφιχτή αγκαλιά
από την Disneyland μέχρι τα Εξάρχεια
από την ελευθερία μέχρι την φυλακή
από το φιλί σου μέχρι το χέρι σου που με χαιρετά κάτω από το μπαλκόνι
από μια δαγκωνιά στην σοκολάτα από το ψυγείο μέχρι την πιο πολυσύχναστη κινηματογραφική αίθουσα
από το “όχι” σου μέχρι το απρόσμενο “ναι”
από τις μαύρες τρύπες μέχρι τα νεφελώματα
από το αμήχανο χτύπημα των χεριών μου στο γραφείο μέχρι το μελωδικό σου άγγιγμα
από την μηχανή του χρόνου μέχρι την εφεύρεσή της
από τις λάθος επιλογές μέχρι το πάθος εκ των έσω
από την ερωτεύσιμη φωνή σου μέχρι τον ήχο του μολυβιού στο χαρτί
από τα “αγγλικά” σου μέχρι την σιωπή μου
από τις ηχογραφήσεις σου μέχρι το τραγούδι των γλάρων
από το χιούμορ σου μέχρι την γκρίνια μου
από την βροχή που δεν μας κυνηγάει γιατί καλοκαίριασε μέχρι το πρώτο μας μπάνιο
από τις κρίσεις πανικού μέχρι τον ήχο των καταρτιών την νύχτα
από το όνομά σου που δύσκολα προφέρω μέχρι όνομά μου που δύσκολα προφέρεις
από την μελαγχολία σου μέχρι την δική μου
από την ανασφάλεια μέχρι την ασφάλεια
από το “έλα” μέχρι το “να έρθω;”
από εσένα μέχρι εμένα
από τις φωτισμένες βιτρίνες μέχρι τα σκοτεινά σοκάκια
από τις ερήμους της Αφρικής μέχρι τον Αμαζόνιο
από τα ηλεκτροφόρα καλώδια μέχρι τις νότες του πενταγράμμου
από τις στιγμές που αιχμαλωτίζεις σε ένα κλικ μέχρι ένα δειλό χαμόγελο απ'το απέναντι πεζοδρόμιο
από τους αγκώνες σου μέχρι τα γόνατά σου
από τα πέλματά σου μέχρι τα μάγουλά σου
από το στήθος σου μέχρι την μέση σου
από το υπόγειο Λονδίνο μέχρι τα επιβλητικά βουνά της Ισλανδίας
από το “συγγνώμη” σου μέχρι το δικό μου
από το Μοναστηράκι μέχρι την Μονμάρτη
από το να καταφέρω να ζεστάνω την παγωνιά σου μέχρι να ζεστάνεις την δική μου
από το άρωμά σου επάνω μου μέχρι το δικό μου επάνω σου
από το ξυπόλητό σου περπάτημα μέχρι το πιο σαγηνευτικό σου ντύσιμο
από το κρυμμένο φεγγάρι μέχρι την άσφαλτο κάτω από τις ρόδες
από το πρωινό σε μια φέτα με μαρμελάδα μέχρι το βραδυνό αλκοολούχο κέρασμα
από τις μαγειρικές σου δημιουργίες μέχρι την ίδια σου την μοναδική γεύση
από εκεί μέχρι εδώ…
…σ’αγαπάω.
Δευτέρα 11 Μαΐου 2009
Another walk...
Μια ζωή. Μια ζωή έχουμε. Μια ζωή έχουμε για να μας τρέφει με ομοιογένειες και ανομοιογένειες, με επιθυμίες και απορρίψεις, με κατακτήσεις και απώλειες. Βυθίζουμε τα γυμνά μας πόδια στην υγρή άμμο της κατάχρησης κι αφήνουμε το κύμα του χρόνου να έρχεται και να φεύγει καλύπτοντας πότε τους αστραγάλους, πότε τους μηρούς και πότε το στήθος. Αν τα νερά είναι παγωμένα, τα συνηθίζουμε. Αν τα νερά είναι ζεστά, τα απολαμβάνουμε.
Παίρνουμε μια βαθιά ανάσα και βουτάμε χωρίς να υπολογίσουμε το βάθος, χωρίς να μετρήσουμε τις αντοχές του κορμιού μας στην πρόσκρουση με τον βράχο, χωρίς να κλείνουμε τα μάτια μας, κι ας τσούζουν από το αλάτι της αναμονής. Μην περιμένεις να αλλάξει από μόνος του ο αέρας και να μοιάζει ευνοϊκός στα πανιά σου. Μην περιμένεις να ξαναβγώ στην επιφάνεια κρατώντας στα χέρια μου εξωτικά κοχύλια και βότσαλα σε σπάνια χρώματα.
Μια χούφτα άμμο θα σου φέρω, να δω τους κόκκους της να κυλούν ανάμεσα στα μικρά σου δάχτυλα και να πέφτουν ένας ένας επάνω στα λυγισμένα σου γόνατα. Μια μικρή κλεψύδρα τα χέρια σου. Να περνάει ο χρόνος ανάμεσά τους και μόλις φανεί να τελειώνει, κάτι να αρχίζει από την αρχή. Είμαι εδώ δίπλα σου γιατί δεν θέλω να περιμένω την δεύτερη ζωή που μάλλον δεν έχουμε. Κι αν ήξερα ότι είχαμε, όμως, πάλι το ίδιο θα έκανα. Άπλωσε το χέρι σου.
Άπλωσε το χέρι σου να αγγίξω με τα ακροδάχτυλά μου τους κόμπους σου, τις κοιλάδες και τα φαράγγια ανάμεσα στα δάχτυλά σου, να στροβιλιστώ γύρω από τον κάθε σου πόρο και να αφήσω την δίνη ενός απαλού δέρματος, που αναπνέει και ιδρώνει, να με ρουφήξει μέσα του και να με εκτοξεύσει με δύναμη, ύστερα, μέχρι τα χείλη της προσμονής. Άπλωσε το χέρι σου να κρυφτώ στην παλάμη σου και να γίνω η τροφή της γροθιάς σου, να κάνω βαρκάδα στις άκρες των νυχιών σου και να δραπετεύσω δειλά μέχρι τον καρπό σου για να μετρήσω τους σφυγμούς και να συντονιστώ με την συμπαντική ενέργεια της ολότητάς σου. Άπλωσε το χέρι σου να κρατηθώ και να βγω από την κινούμενη άμμο της αδράνειας, να ζεσταθώ, να ηλεκτριστώ, να πάρω φόρα.
Άπλωσε το χέρι σου, μια χούφτα άμμο να σου φέρω από τον βυθό μου.
Έρχεται καλοκαίρι. Πρωινά και απογεύματα με το δροσερό αεράκι να γαργαλάει την μύτη. Με την ζέστη του μεσημεριού και την δροσιά της νύχτας. Ρούχα ανάλαφρα να χαϊδεύουν το δέρμα και να θυμίζουν όσα πέρασαν κι όσα θα ήθελες να έρθουν. Με τους αγκώνες στα κάγκελα του μπαλκονιού να κοιτάζεις εκεί μακριά κάποιο καράβι που έρχεται ή φεύγει ή αγκυροβολεί. Ένα χελιδόνι έχτισε πάλι φωλιά φέτος εκεί πάνω από το φως της πόρτας. Έχεις αφήσει ένα αγαπημένο σου τραγούδι να στριφογυρίζει σε επανάληψη γύρω από τον αστράγαλό σου σαν απαγορευμένη μικρή αλυσίδα που σε κάνει να αισθάνεσαι πιο ελεύθερα, πιο ερωτικά.
Άκουσα πρόσφατα πως “δεν είναι τα φτερά που κάνουν έναν άγγελο…, μονάχα πως τις νυχτερίδες πρέπει να βγάλεις μέσα από το κεφάλι σου”. Τι κι αν δεν είναι τόσο απλό; Δεν είναι δύσκολο. Κάπως έτσι εξηγείται το μισάνοιχτο παραθυρόφυλλο στο στήθος σου και ο ήλιος που κάνει κούνια στις βλεφαρίδες σου. Κάπως έτσι. Σαν ποδηλατάδα... με δυο-τρία παγάκια σε μέρα καύσωνα.
Μου αρέσει τόσο πολύ να βλέπω πουλιά να το σκάνε από κλουβιά. Έτσι με το μικρό τους ράμφος να ανοίγουν τον σύρτη. Κι ας είναι αβέβαιο το μέλλον τους εκεί έξω. Και τι έγινε; Καλοκαιριάζει, άλλωστε. Οι πέτρες μοιάζουν να κινούνται στις πλαγιές των βουνών, η άσφαλτος αχνίζει κι αν κλείσεις τα μάτια ίσως κάποιο αιθέριο έλαιο να φτάσει στα πνευμόνια σου, η γη γυρίζει λιγάκι πιο χορευτικά σε ήχους bossa nova, τα μαλλιά σου γελούν στο παιχνίδι των βημάτων σου, το κύμα αρπάζει μερικά δέκατα έκτα από την φούγκα της θάλασσας και τα αλλάζει μέτρο… έτσι για να κοροϊδέψει τον χρόνο…
Άπλωσε το χέρι σου, μια βόλτα να πάμε έξω από τον ψεύτικο κόσμο. Να σου δώσω ένα φιλί. Να μου δώσεις ένα ταξίδι.
Παίρνουμε μια βαθιά ανάσα και βουτάμε χωρίς να υπολογίσουμε το βάθος, χωρίς να μετρήσουμε τις αντοχές του κορμιού μας στην πρόσκρουση με τον βράχο, χωρίς να κλείνουμε τα μάτια μας, κι ας τσούζουν από το αλάτι της αναμονής. Μην περιμένεις να αλλάξει από μόνος του ο αέρας και να μοιάζει ευνοϊκός στα πανιά σου. Μην περιμένεις να ξαναβγώ στην επιφάνεια κρατώντας στα χέρια μου εξωτικά κοχύλια και βότσαλα σε σπάνια χρώματα.
Μια χούφτα άμμο θα σου φέρω, να δω τους κόκκους της να κυλούν ανάμεσα στα μικρά σου δάχτυλα και να πέφτουν ένας ένας επάνω στα λυγισμένα σου γόνατα. Μια μικρή κλεψύδρα τα χέρια σου. Να περνάει ο χρόνος ανάμεσά τους και μόλις φανεί να τελειώνει, κάτι να αρχίζει από την αρχή. Είμαι εδώ δίπλα σου γιατί δεν θέλω να περιμένω την δεύτερη ζωή που μάλλον δεν έχουμε. Κι αν ήξερα ότι είχαμε, όμως, πάλι το ίδιο θα έκανα. Άπλωσε το χέρι σου.
Άπλωσε το χέρι σου να αγγίξω με τα ακροδάχτυλά μου τους κόμπους σου, τις κοιλάδες και τα φαράγγια ανάμεσα στα δάχτυλά σου, να στροβιλιστώ γύρω από τον κάθε σου πόρο και να αφήσω την δίνη ενός απαλού δέρματος, που αναπνέει και ιδρώνει, να με ρουφήξει μέσα του και να με εκτοξεύσει με δύναμη, ύστερα, μέχρι τα χείλη της προσμονής. Άπλωσε το χέρι σου να κρυφτώ στην παλάμη σου και να γίνω η τροφή της γροθιάς σου, να κάνω βαρκάδα στις άκρες των νυχιών σου και να δραπετεύσω δειλά μέχρι τον καρπό σου για να μετρήσω τους σφυγμούς και να συντονιστώ με την συμπαντική ενέργεια της ολότητάς σου. Άπλωσε το χέρι σου να κρατηθώ και να βγω από την κινούμενη άμμο της αδράνειας, να ζεσταθώ, να ηλεκτριστώ, να πάρω φόρα.
Άπλωσε το χέρι σου, μια χούφτα άμμο να σου φέρω από τον βυθό μου.
Έρχεται καλοκαίρι. Πρωινά και απογεύματα με το δροσερό αεράκι να γαργαλάει την μύτη. Με την ζέστη του μεσημεριού και την δροσιά της νύχτας. Ρούχα ανάλαφρα να χαϊδεύουν το δέρμα και να θυμίζουν όσα πέρασαν κι όσα θα ήθελες να έρθουν. Με τους αγκώνες στα κάγκελα του μπαλκονιού να κοιτάζεις εκεί μακριά κάποιο καράβι που έρχεται ή φεύγει ή αγκυροβολεί. Ένα χελιδόνι έχτισε πάλι φωλιά φέτος εκεί πάνω από το φως της πόρτας. Έχεις αφήσει ένα αγαπημένο σου τραγούδι να στριφογυρίζει σε επανάληψη γύρω από τον αστράγαλό σου σαν απαγορευμένη μικρή αλυσίδα που σε κάνει να αισθάνεσαι πιο ελεύθερα, πιο ερωτικά.
Άκουσα πρόσφατα πως “δεν είναι τα φτερά που κάνουν έναν άγγελο…, μονάχα πως τις νυχτερίδες πρέπει να βγάλεις μέσα από το κεφάλι σου”. Τι κι αν δεν είναι τόσο απλό; Δεν είναι δύσκολο. Κάπως έτσι εξηγείται το μισάνοιχτο παραθυρόφυλλο στο στήθος σου και ο ήλιος που κάνει κούνια στις βλεφαρίδες σου. Κάπως έτσι. Σαν ποδηλατάδα... με δυο-τρία παγάκια σε μέρα καύσωνα.
Μου αρέσει τόσο πολύ να βλέπω πουλιά να το σκάνε από κλουβιά. Έτσι με το μικρό τους ράμφος να ανοίγουν τον σύρτη. Κι ας είναι αβέβαιο το μέλλον τους εκεί έξω. Και τι έγινε; Καλοκαιριάζει, άλλωστε. Οι πέτρες μοιάζουν να κινούνται στις πλαγιές των βουνών, η άσφαλτος αχνίζει κι αν κλείσεις τα μάτια ίσως κάποιο αιθέριο έλαιο να φτάσει στα πνευμόνια σου, η γη γυρίζει λιγάκι πιο χορευτικά σε ήχους bossa nova, τα μαλλιά σου γελούν στο παιχνίδι των βημάτων σου, το κύμα αρπάζει μερικά δέκατα έκτα από την φούγκα της θάλασσας και τα αλλάζει μέτρο… έτσι για να κοροϊδέψει τον χρόνο…
Άπλωσε το χέρι σου, μια βόλτα να πάμε έξω από τον ψεύτικο κόσμο. Να σου δώσω ένα φιλί. Να μου δώσεις ένα ταξίδι.
"...you see it's not the wings that makes the angel
just have to move the bats out of your head."
just have to move the bats out of your head."
Τετάρτη 29 Απριλίου 2009
Εδώ
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
και να το κρύψει σε ένα κουτί σοκολατάκια
κι ίσως διαρρεύσει σαν το βλέμμα των μωρών
πότε απ’το σώμα, πότε απ’ την σκέψη ως τα παγκάκια
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
κιτρινιασμένους τοίχους και λεκέδες στις κουρτίνες
κι από τα αστέρια που ανάβουν στις γιορτές
να μένουν μόνο οι ευχές χωρίς βιτρίνες
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να με φιλήσει, να με πάρει από το χέρι
να στάξει χρώμα στων βημάτων μου το φιλμ
και να με διώξει, να με πάει, να με φέρει
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να το στολίσει με κεράσια και νοθείες
κι ίσως εισπνεύσει το μινόρε της καρδιάς
για να εκπνεύσει παπαρούνες κι ευκαιρίες
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
υγρό μελάνι που αγκιστρώθηκε στο δέρμα
να σκαρφαλώσει στα ψηλότερα κλαδιά
να μου ζεσταίνει με χαμόγελο το βλέμμα
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
κι όλους τους κόκκους ζάχαρης απ’το τραπέζι
να τους μαζεύει μες στην χούφτα ηδονικά
στην γλώσσα ζάρια να τους ρίχνει και να παίζει
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να ανατριχιάσει, να ανεβεί στο αεροπλάνο
και να κοιτάζει με δυο μάτια φωτεινά
αφρός της θάλασσας… τα σύννεφα από πάνω
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
με ένα αποτύπωμα γυμνό σε δυο σεντόνια
μια μυρωδιά στο στήθος και στις όχθες του αφαλού
γεύση δαχτύλων που γεννάει ηδονή για χρόνια
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
σε ένα ταξίδι σαν ένα δώρο γενεθλίων
και να σερβίρει δυο μπωλάκια παγωτό
μια στο μυαλό, μια στην καρδιά εκτός ορίων
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να πάρει σάρκα και οστά η ελευθερία
κι απ’το παράθυρο να ρίξει τα μαλλιά
για να πιαστώ να πλησιάσω την ουσία
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
ηλεκτροφόρα σύρματα και εδάφη γερασμένα
να διώξει φόβους, ανασφάλειες και λάθη
να σπείρει έρωτες σε αγγίγματα δεμένα
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να βγει για βόλτα με ξυπόλητα τα πόδια
να περπατήσει, να πετάξει, να προσγειωθεί
σαν δαγκωνιά γλυκιά σε όλα τα εμπόδια
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
ένα αστεράκι λαμπερό να βγει σεργιάνι
και να φωτίσει κρυψώνες και καημούς
μεταμορφώνοντας σε θάλασσα ανοιχτή, ένα λιμάνι.
και να το κρύψει σε ένα κουτί σοκολατάκια
κι ίσως διαρρεύσει σαν το βλέμμα των μωρών
πότε απ’το σώμα, πότε απ’ την σκέψη ως τα παγκάκια
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
κιτρινιασμένους τοίχους και λεκέδες στις κουρτίνες
κι από τα αστέρια που ανάβουν στις γιορτές
να μένουν μόνο οι ευχές χωρίς βιτρίνες
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να με φιλήσει, να με πάρει από το χέρι
να στάξει χρώμα στων βημάτων μου το φιλμ
και να με διώξει, να με πάει, να με φέρει
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να το στολίσει με κεράσια και νοθείες
κι ίσως εισπνεύσει το μινόρε της καρδιάς
για να εκπνεύσει παπαρούνες κι ευκαιρίες
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
υγρό μελάνι που αγκιστρώθηκε στο δέρμα
να σκαρφαλώσει στα ψηλότερα κλαδιά
να μου ζεσταίνει με χαμόγελο το βλέμμα
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
κι όλους τους κόκκους ζάχαρης απ’το τραπέζι
να τους μαζεύει μες στην χούφτα ηδονικά
στην γλώσσα ζάρια να τους ρίχνει και να παίζει
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να ανατριχιάσει, να ανεβεί στο αεροπλάνο
και να κοιτάζει με δυο μάτια φωτεινά
αφρός της θάλασσας… τα σύννεφα από πάνω
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
με ένα αποτύπωμα γυμνό σε δυο σεντόνια
μια μυρωδιά στο στήθος και στις όχθες του αφαλού
γεύση δαχτύλων που γεννάει ηδονή για χρόνια
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
σε ένα ταξίδι σαν ένα δώρο γενεθλίων
και να σερβίρει δυο μπωλάκια παγωτό
μια στο μυαλό, μια στην καρδιά εκτός ορίων
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να πάρει σάρκα και οστά η ελευθερία
κι απ’το παράθυρο να ρίξει τα μαλλιά
για να πιαστώ να πλησιάσω την ουσία
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
ηλεκτροφόρα σύρματα και εδάφη γερασμένα
να διώξει φόβους, ανασφάλειες και λάθη
να σπείρει έρωτες σε αγγίγματα δεμένα
μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
να βγει για βόλτα με ξυπόλητα τα πόδια
να περπατήσει, να πετάξει, να προσγειωθεί
σαν δαγκωνιά γλυκιά σε όλα τα εμπόδια
…μόνο να πάρει μακριά το παρελθόν
ένα αστεράκι λαμπερό να βγει σεργιάνι
και να φωτίσει κρυψώνες και καημούς
μεταμορφώνοντας σε θάλασσα ανοιχτή, ένα λιμάνι.
[ κοιτώντας εδώ, με την σκέψη μου σε σένα ]
Tο παρόν ποίημα δακτυλογραφήθηκε
ύστερα από ψιθυριστή υπαγόρευση της μούσας μου.
Θέλω να το πάω βόλτα σπίτι του... χαρίζοντάς της το.
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Άνοιξη
[ photo : La philosophie est by *BenoitPaille ]Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Όλη νύχτα έβρεχε και οι σταγόνες άφηναν την φωνή τους επάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού. Είχε δει τα μαύρα σύννεφα να πλησιάζουν από νωρίς το απόγευμα κι έτσι σήκωσε την τέντα με τον γνωστό μακρόσυρτο θόρυβο - σήμα κατατεθέν της παρουσίας του στην γειτονιά. Ήταν μια καλή ευκαιρία να ποτιστούν τα λουλούδια, σκέφτηκε. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα και σε λίγο θα χαράξει. Μια με την βροχή, μια με την μουσική, μια με τις σκέψεις του, πέρασε η ώρα. Κάποια στιγμή άναψε και την τηλεόραση αλλά την έσβησε αμέσως. Ίσα που πρόλαβε να φωτίσει το δωμάτιο... κάτι σαν αστραπή. Έτσι θυμήθηκε όταν πήγαινε σχολείο και κάθε που άστραφτε, μετρούσε τα δευτερόλεπτα μέχρι το μπουμπουνητό, τα πολλαπλασσίαζε με έναν αριθμό που τώρα πια δεν θυμόταν κι έβρισκε, χαμογελώντας, την απόσταση του κεραυνού από το σπίτι του. Θριαμβευτικά μετέδιδε το νέο σε όποιον είχε την... τιμή να βρίσκεται δίπλα του. Μια νοσταλγία με το βλέμμα κολλημένο στον απέναντι τοίχο, εκεί που το φωτιστικό δαπέδου σχημάτιζε σχέδια με σκιές στον τοίχο, κι ένα μικρό χαμόγελο ανάμεσα στα αξύριστα γένια του. "Μου αρέσεις πιο πολύ έτσι αξύριστος", του είχε πει εκείνη.
Εκείνη. Όταν είδε για πρώτη φορά τα μάτια της, τους χώριζε ένα παρμπρίζ αυτοκινήτου. Ήταν μία από τις ζεστές ημέρες του χειμώνα. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε και με μία χειραψία του συστήθηκε. Εκείνος έβγαλε από την τσέπη του μια σοκολάτα και της την χάρισε. Του χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να δει τίποτα άλλο. Το πρόσωπό της είχε κάτι από εξοχή την άνοιξη. Ολόκληρη του θύμιζε την άνοιξη... και μια φορά της το είπε. "Μου αρέσει αυτό σαν ιδέα ", του απάντησε. Το πρώτο φιλί, της το έδωσε στο χέρι. Μια νύχτα, στο ίδιο μέρος, του διηγήθηκε το παραμύθι της ζωής της, την πήρε στην αγκαλιά του κι έμειναν εκεί καθισμένοι σε ένα παγκάκι, με τα μάτια κλειστά και τον άνεμο να χορεύει με τα φύλλα των δέντρων. Εϊχε περάσει ώρα πολλή και τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Η νύχτα έμοιαζε με μέρα. Μια λευκή συννεφιά από το πουθενά είχε καλύψει τον ουρανό. Της το ψιθύρισε. Ανασηκώθηκαν με τα σώματά τους σε όρθια στάση, της φόρεσε το καπέλο του και την φωτογράφησε με το μυαλό και την καρδιά του. Ύστερα, άρχισε να βρέχει και να φυσάει παγωμένα. "Κρυώνω", του είπε. Σηκώθηκαν κι έτρεξαν κάτω από την βροχή μέχρι τα αυτοκίνητά τους. Με τον καιρό άνοιξε την ψυχή του και την άφησε να ζωγραφίσει βουνά και ήλιους μέσα της. Εκείνη του μιλούσε, τον φιλούσε, τον άγγιζε, τον κοιτούσε, του χαμογελούσε, τον αγκάλιαζε... κι εκείνος την ερωτευόταν. "Σε έχω τραβήξει δύο φωτογραφίες, χωρίς να το ξέρεις", του είπε μια νύχτα.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Έκανε ψύχρα. Ο Απρίλης είχε στρογγυλοκαθίσει στο ημερολόγιο. Τα μεσημέρια με κοντομάνικο, τις νύχτες με μπουφανάκι. Είχε γύρει το κεφάλι του στο μαξιλάρι αφήνοντας να τον νανουρίσουν όμορφες είκονες σε ένα περίεργο κοκτέιλ επιθυμιών, αναμνήσεων και παρόντος. Μάλλον αποκοιμήθηκε για μερικά λεπτά και ξύπνησε την στιγμή που κάποιο θορυβώδες μηχανάκι διέσχιζε την ησυχία. Ήταν ακριβώς την στιγμή που ένιωσε σαν να πέφτει μές στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι. Δεν είχε περάσει ώρα από την τελευταία φορά που έκανε το ίδιο. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά και νόμισε για μια στιγμή πως είδε την φιγούρα εκείνης δίπλα του κι ύστερα στην αγκαλιά του, όπως εκείνο το πρωινό που ήρθε και κοιμήθηκε για πρώτη φορά στα χέρια του. Δεν θα άλλαζε με τίποτα εκείνη την στιγμή και θα έδινε τα πάντα για να την ξαναζήσει. Σηκώθηκε από το κρεββάτι. Φόρεσε τα ακουστικά του και βγήκε στο μπαλκόνι. Εϊχε ξαστεριά. Δυο περιστέρια κοιμόντουσαν σε ένα από τα σίδερα που στήριζαν παλιότερα κάποιο κλιματιστικό."Λες να είναι ταχυδρομικά;", σκέφτηκε. Πάτησε το play και άφησε την φωνή εκείνης να τον συντροφεύσει μέχρι να φανούν οι πρώτες αχτίδες. Την άκουγε να του τραγουδάει, να του μιλάει, να του χαϊδεύει τα αυτιά με νότες, και να του διαβάζει την ιστορία του Σιρανό και της Ρωξάνης. Το χαμόγελό του έγινε δάκρυ κι ύστερα πάλι χαμόγελο κι ύστερα πάλι δάκρυ. Λάτρευε να την ακούει.
Θυμήθηκε, τότε παλιά που ένιωθε έναν περίεργο πανικό αν είχε τύχει να μείνει ξύπνιος μέχρι το ξημέρωμα. Τώρα πια, το είχε ξεπεράσει αυτό. Με τα ακουστικά του στα αυτιά, φόρεσε το πρώτο παντελόνι που βρήκε μπροστά του, έβαλε το κοτλέ του μπουφάν, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι έφυγε από το σπίτι. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, ένας σκύλος στεκόταν έξω από την πόρτα και τον κοιτούσε με βλέμμα μελαγχολικό. Βγήκε στον δρόμο και ο σκύλος τον ακολούθησε. Όταν έφτασε στην είσοδο του πάρκινγκ γύρισε και κοίταξε το μελαγχολικό βλέμμα δίπλα του, κοντοστάθηκε και του είπε "Έλα, πάμε βόλτα.". Έβαλε ξανά τα κλειδιά στην τσέπη του και άρχισαν να περπατούν μαζί με κατεύθυνση προς την θάλασσα. Ανέβηκαν σε πεζοδρόμια, στάθηκαν σε φανάρια, πάτησαν λάσπες, τυφλώθηκαν από προβολείς αυτοκινήτων, συνάντησαν βλέμματα ύποπτων και ανύποπτων περαστικών... Του μίλησε για εκείνην και του διηγήθηκε πως η άνοιξη μπήκε γι αυτόν από τον Δεκέμβρη. Μίλησε για τα μαλλιά της, για τα χείλη της, για τα πόδια της, για τα ρούχα της, για τις ελιές της, για τους φόβους της, για το πάθος της, για τον ερωτισμό της, για τo χιούμορ της, για την δημιουργικότητά της, για την φωνή της, για την καρδιά της, για τον αφαλό της, για την σιωπή της... Περπατούσε ώρα και ο σκύλος τον ακολουθούσε. Τον βάφτισε, του έδωσε και όνομα... Σιρανό, τον είπε. Όχι ότι είχε μεγάλη μουσούδα, αλλά έτσι απλά... Μόλις φάνηκε το πρώτο αχνό φως στον ουρανό, ήταν κάτω από το σπίτι της. Ο Σιρανό άρχισε να γαυγίζει δυνατά, πολύ δυνατά, σαν να ήξερε, σαν να ήθελε να βοηθήσει εκείνον να την ξυπνήσει. Εκείνος, του έκανε νεύμα να κάνει ησυχία. "Σσστ... μην την ξυπνήσεις. Ίσως να έχουμε πάει μαζί εκδρομή εκεί στο ονειρό της. Άφησέ την να κοιμηθεί και να με ταξιδέψει μαζί της.", είπε στον Σιρανό. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά, τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και πάνω στην εκπνοή με κρυμμένα τα χείλη στον καπνό ψιθύρισε δειλά "Σ'αγαπώ", και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Ο ψίθυρός του ξάπλωσε πάνω σε ένα φύλλο περιπλανώμενο, το οποίο σήκωσε ο αέρας ψηλά, πολύ ψηλά, κι ύστερα το άφησε απαλά στο μπαλκόνι της, να το δει μόλις τραβήξει τις κουρτίνες, το πρωί που θα ξυπνήσει.
Εκείνη. Όταν είδε για πρώτη φορά τα μάτια της, τους χώριζε ένα παρμπρίζ αυτοκινήτου. Ήταν μία από τις ζεστές ημέρες του χειμώνα. Άνοιξε την πόρτα, βγήκε και με μία χειραψία του συστήθηκε. Εκείνος έβγαλε από την τσέπη του μια σοκολάτα και της την χάρισε. Του χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν να δει τίποτα άλλο. Το πρόσωπό της είχε κάτι από εξοχή την άνοιξη. Ολόκληρη του θύμιζε την άνοιξη... και μια φορά της το είπε. "Μου αρέσει αυτό σαν ιδέα ", του απάντησε. Το πρώτο φιλί, της το έδωσε στο χέρι. Μια νύχτα, στο ίδιο μέρος, του διηγήθηκε το παραμύθι της ζωής της, την πήρε στην αγκαλιά του κι έμειναν εκεί καθισμένοι σε ένα παγκάκι, με τα μάτια κλειστά και τον άνεμο να χορεύει με τα φύλλα των δέντρων. Εϊχε περάσει ώρα πολλή και τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Η νύχτα έμοιαζε με μέρα. Μια λευκή συννεφιά από το πουθενά είχε καλύψει τον ουρανό. Της το ψιθύρισε. Ανασηκώθηκαν με τα σώματά τους σε όρθια στάση, της φόρεσε το καπέλο του και την φωτογράφησε με το μυαλό και την καρδιά του. Ύστερα, άρχισε να βρέχει και να φυσάει παγωμένα. "Κρυώνω", του είπε. Σηκώθηκαν κι έτρεξαν κάτω από την βροχή μέχρι τα αυτοκίνητά τους. Με τον καιρό άνοιξε την ψυχή του και την άφησε να ζωγραφίσει βουνά και ήλιους μέσα της. Εκείνη του μιλούσε, τον φιλούσε, τον άγγιζε, τον κοιτούσε, του χαμογελούσε, τον αγκάλιαζε... κι εκείνος την ερωτευόταν. "Σε έχω τραβήξει δύο φωτογραφίες, χωρίς να το ξέρεις", του είπε μια νύχτα.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Έκανε ψύχρα. Ο Απρίλης είχε στρογγυλοκαθίσει στο ημερολόγιο. Τα μεσημέρια με κοντομάνικο, τις νύχτες με μπουφανάκι. Είχε γύρει το κεφάλι του στο μαξιλάρι αφήνοντας να τον νανουρίσουν όμορφες είκονες σε ένα περίεργο κοκτέιλ επιθυμιών, αναμνήσεων και παρόντος. Μάλλον αποκοιμήθηκε για μερικά λεπτά και ξύπνησε την στιγμή που κάποιο θορυβώδες μηχανάκι διέσχιζε την ησυχία. Ήταν ακριβώς την στιγμή που ένιωσε σαν να πέφτει μές στον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι. Δεν είχε περάσει ώρα από την τελευταία φορά που έκανε το ίδιο. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά και νόμισε για μια στιγμή πως είδε την φιγούρα εκείνης δίπλα του κι ύστερα στην αγκαλιά του, όπως εκείνο το πρωινό που ήρθε και κοιμήθηκε για πρώτη φορά στα χέρια του. Δεν θα άλλαζε με τίποτα εκείνη την στιγμή και θα έδινε τα πάντα για να την ξαναζήσει. Σηκώθηκε από το κρεββάτι. Φόρεσε τα ακουστικά του και βγήκε στο μπαλκόνι. Εϊχε ξαστεριά. Δυο περιστέρια κοιμόντουσαν σε ένα από τα σίδερα που στήριζαν παλιότερα κάποιο κλιματιστικό."Λες να είναι ταχυδρομικά;", σκέφτηκε. Πάτησε το play και άφησε την φωνή εκείνης να τον συντροφεύσει μέχρι να φανούν οι πρώτες αχτίδες. Την άκουγε να του τραγουδάει, να του μιλάει, να του χαϊδεύει τα αυτιά με νότες, και να του διαβάζει την ιστορία του Σιρανό και της Ρωξάνης. Το χαμόγελό του έγινε δάκρυ κι ύστερα πάλι χαμόγελο κι ύστερα πάλι δάκρυ. Λάτρευε να την ακούει.
Θυμήθηκε, τότε παλιά που ένιωθε έναν περίεργο πανικό αν είχε τύχει να μείνει ξύπνιος μέχρι το ξημέρωμα. Τώρα πια, το είχε ξεπεράσει αυτό. Με τα ακουστικά του στα αυτιά, φόρεσε το πρώτο παντελόνι που βρήκε μπροστά του, έβαλε το κοτλέ του μπουφάν, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι έφυγε από το σπίτι. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, ένας σκύλος στεκόταν έξω από την πόρτα και τον κοιτούσε με βλέμμα μελαγχολικό. Βγήκε στον δρόμο και ο σκύλος τον ακολούθησε. Όταν έφτασε στην είσοδο του πάρκινγκ γύρισε και κοίταξε το μελαγχολικό βλέμμα δίπλα του, κοντοστάθηκε και του είπε "Έλα, πάμε βόλτα.". Έβαλε ξανά τα κλειδιά στην τσέπη του και άρχισαν να περπατούν μαζί με κατεύθυνση προς την θάλασσα. Ανέβηκαν σε πεζοδρόμια, στάθηκαν σε φανάρια, πάτησαν λάσπες, τυφλώθηκαν από προβολείς αυτοκινήτων, συνάντησαν βλέμματα ύποπτων και ανύποπτων περαστικών... Του μίλησε για εκείνην και του διηγήθηκε πως η άνοιξη μπήκε γι αυτόν από τον Δεκέμβρη. Μίλησε για τα μαλλιά της, για τα χείλη της, για τα πόδια της, για τα ρούχα της, για τις ελιές της, για τους φόβους της, για το πάθος της, για τον ερωτισμό της, για τo χιούμορ της, για την δημιουργικότητά της, για την φωνή της, για την καρδιά της, για τον αφαλό της, για την σιωπή της... Περπατούσε ώρα και ο σκύλος τον ακολουθούσε. Τον βάφτισε, του έδωσε και όνομα... Σιρανό, τον είπε. Όχι ότι είχε μεγάλη μουσούδα, αλλά έτσι απλά... Μόλις φάνηκε το πρώτο αχνό φως στον ουρανό, ήταν κάτω από το σπίτι της. Ο Σιρανό άρχισε να γαυγίζει δυνατά, πολύ δυνατά, σαν να ήξερε, σαν να ήθελε να βοηθήσει εκείνον να την ξυπνήσει. Εκείνος, του έκανε νεύμα να κάνει ησυχία. "Σσστ... μην την ξυπνήσεις. Ίσως να έχουμε πάει μαζί εκδρομή εκεί στο ονειρό της. Άφησέ την να κοιμηθεί και να με ταξιδέψει μαζί της.", είπε στον Σιρανό. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά, τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και πάνω στην εκπνοή με κρυμμένα τα χείλη στον καπνό ψιθύρισε δειλά "Σ'αγαπώ", και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Ο ψίθυρός του ξάπλωσε πάνω σε ένα φύλλο περιπλανώμενο, το οποίο σήκωσε ο αέρας ψηλά, πολύ ψηλά, κι ύστερα το άφησε απαλά στο μπαλκόνι της, να το δει μόλις τραβήξει τις κουρτίνες, το πρωί που θα ξυπνήσει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


