[ photo: lorikeet gossip 1 by wildplaces ]Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που καλείσαι να αντιμετωπίσεις το βλέμμα σου. Σηκώνεις το κέρμα των επιθυμιών σου στο χέρι, το πετάς στον αέρα και αναρωτιέσαι για το πιθανό αποτέλεσμα. Βαθιά μέσα σου, όμως, γνωρίζεις ότι αυτό δεν θα επηρεάσει τις πράξεις σου, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, καλώς ή κακώς. Άλλωστε, και οι δύο όψεις ανήκουν στο ίδιο νόμισμα, και αυτό δεν είναι άλλο από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ξέρεις τι θέλεις; Θαυμάσια. Δεν ξέρεις τι θέλεις; Ψέματα. Όχι, όμως από αυτά που μπορείς εύκολα ή δύσκολα να σιγοψιθυρίσεις σε όποιον στέκεται δίπλα σου, είτε γιατί έτσι νομίζεις ότι τον προστατεύεις, είτε γιατί η άγνοια μπορεί να διατηρεί την εύθραυστη ισορροπία, είτε γιατί απλά φοβάσαι να ακούσουν τα ίδια σου τα αυτιά την αλήθεια. Ψέματα σαν αυτά που τα ντύνεσαι σαν χειμωνιάτικο πανωφόρι, σαν ακριβά κοσμήματα, σαν ωραίο μαγιό στην παραλία. Ψέματα σαν το βλέμμα σου που αρνείται να σηκωθεί και να συναντηθεί με ένα άλλο, γιατί έτσι νομίζεις ότι κρατάς πισινή, γιατί τρέμεις να το πράξεις μην και δεις το καθρέφτισμά σου εκεί, όσο όμορφο κι αν μοιάζει, γιατί απλά αποφεύγεις να δεις πως μοιάζει ένα συναίσθημα δυνατό και καθαρό, γιατί υποψιάζεσαι ότι θα πιαστείς στα πράσα και τα λόγια θα πάψουν να καλύπτουν την αλήθεια που τόσο όμορφα έχεις πλάσει για τον δίπλα σου, τον απέναντί σου, τον πίσω σου, το «εγώ» σου. Σιγά μη μιλήσω εγώ ενάντια στις κρυψώνες. Σε δέκα νύχτες κλείνει ένας χρόνος που την έστησα ετούτη, ή που έστησε αυτή εμένα, στον τοίχο, στο ραντεβού, μπροστά στον καθρέφτη. Δεν μου αρέσουν οι καθρέφτες και αποφεύγω επιμελώς να κάθομαι απέναντι τους, κυρίως όταν αυτό συνοδεύεται από ποτό και τσιγάρο.
Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε δυο καταστάσεις. Στο να φύγεις ή να μείνεις, από όπου ή όπου κι αν βρίσκεται αυτό. Σηκώνεις την κούπα από τον καφέ σου, πίνεις μια γουλιά μήπως και σκεφτείς πιο καθαρά. Μήπως και φανεί μπροστά σου σαν όραμα το τι από τα δύο θα σου προκαλέσει τον λιγότερο πόνο ή την μεγαλύτερη ευτυχία. Διάβασα μια ιστορία πρόσφατα που μαγνήτισε το αίμα μου σαν να ήταν από ρινίσματα σιδήρου. Τόσο απλά. Μιλούσε για την δύναμη ή την αδυναμία που μπορεί να κρύβει κανείς μέσα του. Σαν γλυκό νανούρισμα για να αντέξεις τον πιο τρομακτικό εφιάλτη, μου φάνηκε. Το χωροχρονικό της συνεχές ήταν εκεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, ανάμεσα στο πάθος που δεν εκδηλώνεται και μένει δυστυχώς εγκλωβισμένο, ανάμεσα στο «φιλικό» δέσιμο δυο ανθρώπων και στον έρωτα, ανάμεσα σε δύο κορμιά σε αγκαλιά, ανάμεσα στα χείλη και στο δέρμα, σε όποιο σημείο του σώματος και αν το αγγίζουν, ανάμεσα στην εξορία και την ελευθερία, την εργασία και την δουλειά, τις σκέψεις και τις πράξεις, ανάμεσα στο ανάμεσα και φτου κι απ’ την αρχή. Ό,τι αξίζει τον κόπο ή τον τρόπο ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, ενάντια σε όλα τα κλισέ, ερωτικά, μυστικά, ηλικιακά, φιλικά, αρχής, τέλους, παύσης, θραύσης, καύσης, πλατωνικές υπολανθάνουσες καταστάσεις, φοβίες, λατρείες, συνουσίες, δεν αφήνει τελικά πολλές επιλογές. Όταν το μυαλό μπαίνει εμπόδιο στα της καρδιάς, κάτι στραβά αρμενίζει πιθανόν και η φυγή δεν θα διορθώσει την πορεία του ενός ή του άλλου, ειδικά όταν πρόκειται περί απλής στολισμένης μετακόμισης.
Κρατάω μέσα μου το θαυμαστικό σε εκείνο το υπέροχο φινάλε που τρύπωσε από τα χείλη μου, και εκδηλώθηκε εκεί, από την γλώσσα μέχρι τον ουρανίσκο μου, από τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες μέχρι την κεντρική μου αρτηρία, από τα δάχτυλα των χεριών μου μέχρι τα λυγισμένα μου γόνατα. Βάζω στα σπλάχνα μου μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο, όπως και τότε και συνεχίζω να σε αισθάνομαι μια ανάσα μακριά μου. Πόσο απών μπορεί να είναι, αλλωστε κάποιος που με την απρόσμενη «παρουσία» του είναι σαν να μην έχει περάσει δευτερόλεπτο μακριά σου;
Αλλάζω χρώματα στα ρούχα μου, αλλάζω χρώματα στο μπλογκ μου για να αποχαιρετήσω την πρώτη του χρονιά, αλλάζω χρώματα στην επιφάνεια για να εισχωρήσουν κάτω από την διαφάνεια και να ζωγραφίσουν τα σπλάχνα μου. Λάθος τακτική; Μπορεί. Κάποτε κάποιος μου είπε: «Φίλε, σκέφτεσαι πολύ, αυτό είναι το πρόβλημά σου». Απάντησα πως δεν θέλω να είμαι ή να γίνω κάποιος άλλος, όμως. Να εξελίσσομαι, θέλω μόνο.
Έτσι και σήμερα, λίγες μέρες πριν μπουκάρει ο λατρεμένος μου μήνας, επιλέγω να χαμογελάσω για μένα, και από την σύσπαση των μυών μου, να συνειδητοποιήσω πως το δέρμα μου έχει «ανοιχτούς πόρους», και πως πάρα το σκάσιμο που του προκαλεί το σκοτσέζικο ντους της παρουσίας ή της απουσίας, οφείλει να ανατριχιάζει στο χάδι και στα χείλη… και μαζί του κι εγώ. Διεκδικώ την απόδειξη των «πιστεύω» μου σε όσους δεν με πιστεύουν και ελπίζω, γιατί θα ήταν υποκρισία να υποστηρίξω το αντίθετο, πως θα το πετύχω, αργά ή γρήγορα, γρήγορα ή αργά. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, όμως. Η επιμονή από την μαλακία δεν απέχουν και πάρα πολύ, κι αν το διασχίσεις το ποτάμι άντε να στεγνώσεις μετά.
Πάμε λοιπόν. Βγάλε μια λευκή κόλλα χαρτί. Μην φοβάσαι, δεν θα γράψεις διαγώνισμα… Διάλεξε από την κασετίνα σου, που κρύβεις στο συρτάρι σου, μερικά από τα χρώματα που αγαπάς και δημιούργησε ό,τι σου έρχεται επάνω της. Ζωγράφισε, σχεδίασε, γράψε, εκμυστηρεύσου, εξομολογήσου και μόλις θεωρήσεις ότι το έργο σου είναι έτοιμο, φτιάξε μια σαΐτα, βγές στο μπαλκόνι σου και χάρισέ την στον αέρα. Απόψε, φυσάει έξω και σου υπόσχομαι ότι θα πάει όσο πιο «μακριά» θα ήθελες. Που θέλεις να πάει; Ωραία λοιπόν! Θα πάει τότε. Ύστερα φτιάξε κι άλλη μια, χωρίς χρώμα, όμως, αυτή την φορά και άφησέ την να διαλέξει τον δρόμο της. Κάτι μου λέει ότι θα επιστρέψει πίσω ξαφνιάζοντάς σε, σύντομα, και δεν θα είναι λευκή. Ένα ξάφνιασμα σαν συνειδητό ονείρεμα που θα μοιάζει σε σένα, τόσο όμορφο και τόσο άπιαστο.
Ενάντια σε όλα τα δεδομένα και τα προγνωστικά, στέκομαι εδώ να προπονώ το κενό μου για την στιγμή που θα το γεμίζεις σαν έκρηξη δημιουργίας, σαν ηδονικό supernova, σαν ποτήρι με δροσερό νερό που ξεδιψάει στόματα, σαν ήλιος που σκάει μύτη πίσω από τα σύννεφα, σαν σύννεφο που κάνει το ξηρό έδαφος να ριγεί στην εμφάνισή του πρώτου, σαν άμμος που παίζει με τα γυμνά σου πόδια, σαν σιωπή που λέει απείρως περισσότερα από τα πιο γλυκά λόγια, σαν φεγγάρι που κάνει τα νερά να αστράφτουν, σαν πεταλούδα μπογιατισμένη στα χρώματα των ματιών σου, σαν άρωμα καθησυχαστικό στην άκρη του λαιμού σου, σαν γεύση, σαν ακοή, σαν αφή, σαν όσφρηση, σαν όραση.
Εδώ και τώρα, πάγωσε τον χρόνο με την ζεστασιά σου και νιώσε, οδήγησε, αφήσου… Και το θέλεις, και το μπορείς.
[ It's worth a chance. If you believe in me..., then believe me. ]
Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε δυο καταστάσεις. Στο να φύγεις ή να μείνεις, από όπου ή όπου κι αν βρίσκεται αυτό. Σηκώνεις την κούπα από τον καφέ σου, πίνεις μια γουλιά μήπως και σκεφτείς πιο καθαρά. Μήπως και φανεί μπροστά σου σαν όραμα το τι από τα δύο θα σου προκαλέσει τον λιγότερο πόνο ή την μεγαλύτερη ευτυχία. Διάβασα μια ιστορία πρόσφατα που μαγνήτισε το αίμα μου σαν να ήταν από ρινίσματα σιδήρου. Τόσο απλά. Μιλούσε για την δύναμη ή την αδυναμία που μπορεί να κρύβει κανείς μέσα του. Σαν γλυκό νανούρισμα για να αντέξεις τον πιο τρομακτικό εφιάλτη, μου φάνηκε. Το χωροχρονικό της συνεχές ήταν εκεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, ανάμεσα στο πάθος που δεν εκδηλώνεται και μένει δυστυχώς εγκλωβισμένο, ανάμεσα στο «φιλικό» δέσιμο δυο ανθρώπων και στον έρωτα, ανάμεσα σε δύο κορμιά σε αγκαλιά, ανάμεσα στα χείλη και στο δέρμα, σε όποιο σημείο του σώματος και αν το αγγίζουν, ανάμεσα στην εξορία και την ελευθερία, την εργασία και την δουλειά, τις σκέψεις και τις πράξεις, ανάμεσα στο ανάμεσα και φτου κι απ’ την αρχή. Ό,τι αξίζει τον κόπο ή τον τρόπο ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, ενάντια σε όλα τα κλισέ, ερωτικά, μυστικά, ηλικιακά, φιλικά, αρχής, τέλους, παύσης, θραύσης, καύσης, πλατωνικές υπολανθάνουσες καταστάσεις, φοβίες, λατρείες, συνουσίες, δεν αφήνει τελικά πολλές επιλογές. Όταν το μυαλό μπαίνει εμπόδιο στα της καρδιάς, κάτι στραβά αρμενίζει πιθανόν και η φυγή δεν θα διορθώσει την πορεία του ενός ή του άλλου, ειδικά όταν πρόκειται περί απλής στολισμένης μετακόμισης.
Κρατάω μέσα μου το θαυμαστικό σε εκείνο το υπέροχο φινάλε που τρύπωσε από τα χείλη μου, και εκδηλώθηκε εκεί, από την γλώσσα μέχρι τον ουρανίσκο μου, από τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες μέχρι την κεντρική μου αρτηρία, από τα δάχτυλα των χεριών μου μέχρι τα λυγισμένα μου γόνατα. Βάζω στα σπλάχνα μου μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο, όπως και τότε και συνεχίζω να σε αισθάνομαι μια ανάσα μακριά μου. Πόσο απών μπορεί να είναι, αλλωστε κάποιος που με την απρόσμενη «παρουσία» του είναι σαν να μην έχει περάσει δευτερόλεπτο μακριά σου;
Αλλάζω χρώματα στα ρούχα μου, αλλάζω χρώματα στο μπλογκ μου για να αποχαιρετήσω την πρώτη του χρονιά, αλλάζω χρώματα στην επιφάνεια για να εισχωρήσουν κάτω από την διαφάνεια και να ζωγραφίσουν τα σπλάχνα μου. Λάθος τακτική; Μπορεί. Κάποτε κάποιος μου είπε: «Φίλε, σκέφτεσαι πολύ, αυτό είναι το πρόβλημά σου». Απάντησα πως δεν θέλω να είμαι ή να γίνω κάποιος άλλος, όμως. Να εξελίσσομαι, θέλω μόνο.
Έτσι και σήμερα, λίγες μέρες πριν μπουκάρει ο λατρεμένος μου μήνας, επιλέγω να χαμογελάσω για μένα, και από την σύσπαση των μυών μου, να συνειδητοποιήσω πως το δέρμα μου έχει «ανοιχτούς πόρους», και πως πάρα το σκάσιμο που του προκαλεί το σκοτσέζικο ντους της παρουσίας ή της απουσίας, οφείλει να ανατριχιάζει στο χάδι και στα χείλη… και μαζί του κι εγώ. Διεκδικώ την απόδειξη των «πιστεύω» μου σε όσους δεν με πιστεύουν και ελπίζω, γιατί θα ήταν υποκρισία να υποστηρίξω το αντίθετο, πως θα το πετύχω, αργά ή γρήγορα, γρήγορα ή αργά. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, όμως. Η επιμονή από την μαλακία δεν απέχουν και πάρα πολύ, κι αν το διασχίσεις το ποτάμι άντε να στεγνώσεις μετά.
Πάμε λοιπόν. Βγάλε μια λευκή κόλλα χαρτί. Μην φοβάσαι, δεν θα γράψεις διαγώνισμα… Διάλεξε από την κασετίνα σου, που κρύβεις στο συρτάρι σου, μερικά από τα χρώματα που αγαπάς και δημιούργησε ό,τι σου έρχεται επάνω της. Ζωγράφισε, σχεδίασε, γράψε, εκμυστηρεύσου, εξομολογήσου και μόλις θεωρήσεις ότι το έργο σου είναι έτοιμο, φτιάξε μια σαΐτα, βγές στο μπαλκόνι σου και χάρισέ την στον αέρα. Απόψε, φυσάει έξω και σου υπόσχομαι ότι θα πάει όσο πιο «μακριά» θα ήθελες. Που θέλεις να πάει; Ωραία λοιπόν! Θα πάει τότε. Ύστερα φτιάξε κι άλλη μια, χωρίς χρώμα, όμως, αυτή την φορά και άφησέ την να διαλέξει τον δρόμο της. Κάτι μου λέει ότι θα επιστρέψει πίσω ξαφνιάζοντάς σε, σύντομα, και δεν θα είναι λευκή. Ένα ξάφνιασμα σαν συνειδητό ονείρεμα που θα μοιάζει σε σένα, τόσο όμορφο και τόσο άπιαστο.
Ενάντια σε όλα τα δεδομένα και τα προγνωστικά, στέκομαι εδώ να προπονώ το κενό μου για την στιγμή που θα το γεμίζεις σαν έκρηξη δημιουργίας, σαν ηδονικό supernova, σαν ποτήρι με δροσερό νερό που ξεδιψάει στόματα, σαν ήλιος που σκάει μύτη πίσω από τα σύννεφα, σαν σύννεφο που κάνει το ξηρό έδαφος να ριγεί στην εμφάνισή του πρώτου, σαν άμμος που παίζει με τα γυμνά σου πόδια, σαν σιωπή που λέει απείρως περισσότερα από τα πιο γλυκά λόγια, σαν φεγγάρι που κάνει τα νερά να αστράφτουν, σαν πεταλούδα μπογιατισμένη στα χρώματα των ματιών σου, σαν άρωμα καθησυχαστικό στην άκρη του λαιμού σου, σαν γεύση, σαν ακοή, σαν αφή, σαν όσφρηση, σαν όραση.
Εδώ και τώρα, πάγωσε τον χρόνο με την ζεστασιά σου και νιώσε, οδήγησε, αφήσου… Και το θέλεις, και το μπορείς.
[ It's worth a chance. If you believe in me..., then believe me. ]
Η ιστορία που έδωσε ένα από τα δύο εναύσματα για αυτό το κείμενο βρίσκεται στο χρονοντούλαπο και συνεχίζει να ζει... Να είσαι καλά SummerDream.
Σημείωση Κυριακής 23 Νοεμβρίου 2008
Είναι νύχτα και η βροχή καλύπτει σαν δάκρυ τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, την οργή, τον πόνο, την λαχτάρα, τον πόθο. Πόσες στιγμές στην ζωή του κάποιος νιώθει δυνατός, δημιουργικός, σημαντικός, επιθυμητός, γοητευτικός άνθρωπος, ασφαλής, ήσυχος, ανέγγιχτος από τα σκατά της ζωής; Ίσως πολλές, ίσως, όμως, και πάρα πολύ λίγες. Σε αυτές τις λίγες στιγμές θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο. Σε αυτές τις στιγμές που το χαμόγελο πάλλεται στους σφυγμούς, που η αγωνία σβήνει στον ήχο μιας φωνής, που η επιθυμία σταματάει λίγα εκατοστά πριν και δυναμώνει, που η ξεγνοιασιά ξυπνάει και κοιμάται με την ίδια εικόνα. Αφιερώνω αυτό το κείμενο στην γεύση των χειλιών που παραμένει άγνωστη, στο «θέλω να κάνουμε έρωτα», που ίσως δεν ακούστηκε, στο υποσυνείδητο που μειδιά, σε όλα αυτά που έρχονται ξαφνικά και από εκεί που δεν το περιμένεις, αρκεί να είσαι ανοιχτός. Αφιερώνω το κείμενο σε όλες αυτές τις στιγμές του πρώτου χρόνου ζωής της κρυψώνας. Ένα άγγιγμα του αφαλού που μπορεί να ηλεκτρίσει, να διεγείρει, να εκτοξεύσει συναισθήματα και ιδέες και να παρασύρει είναι το δεύτερο έναυσμα για ετούτη την ανάρτηση.
Είναι νύχτα και η βροχή καλύπτει σαν δάκρυ τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, την οργή, τον πόνο, την λαχτάρα, τον πόθο. Πόσες στιγμές στην ζωή του κάποιος νιώθει δυνατός, δημιουργικός, σημαντικός, επιθυμητός, γοητευτικός άνθρωπος, ασφαλής, ήσυχος, ανέγγιχτος από τα σκατά της ζωής; Ίσως πολλές, ίσως, όμως, και πάρα πολύ λίγες. Σε αυτές τις λίγες στιγμές θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο. Σε αυτές τις στιγμές που το χαμόγελο πάλλεται στους σφυγμούς, που η αγωνία σβήνει στον ήχο μιας φωνής, που η επιθυμία σταματάει λίγα εκατοστά πριν και δυναμώνει, που η ξεγνοιασιά ξυπνάει και κοιμάται με την ίδια εικόνα. Αφιερώνω αυτό το κείμενο στην γεύση των χειλιών που παραμένει άγνωστη, στο «θέλω να κάνουμε έρωτα», που ίσως δεν ακούστηκε, στο υποσυνείδητο που μειδιά, σε όλα αυτά που έρχονται ξαφνικά και από εκεί που δεν το περιμένεις, αρκεί να είσαι ανοιχτός. Αφιερώνω το κείμενο σε όλες αυτές τις στιγμές του πρώτου χρόνου ζωής της κρυψώνας. Ένα άγγιγμα του αφαλού που μπορεί να ηλεκτρίσει, να διεγείρει, να εκτοξεύσει συναισθήματα και ιδέες και να παρασύρει είναι το δεύτερο έναυσμα για ετούτη την ανάρτηση.


