Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

smile to unlock


Είναι αργά; Κάποιοι θα σου πουν πως ποτέ δεν είναι αργά.

Είναι νωρίς; Ξέρεις…, να έχουν εξημερωθεί τα τέρατα ή μήπως θέλει κι άλλο λίγο; Ερωτηματικό κι αυτό…! Τόνοι, κόμματα, γράμματα, κεφαλαία ή μικρά, λέξεις ύποπτες, μυστήριες, λυτρωτικές, ερωτικές, σκληρές. Λέξεις χύμα, χυμός για τον εγκέφαλο, δροσιά για την ψυχή σου, ζέστη στις άκρες των δαχτύλων σου, δίφθογγοι-μουρμουρητά σαν μακρινές κραυγές που έφτασαν στα αυτιά σου από κάποια άλλη πιο “δραστήρια” γειτονιά. Κλείνεις τα μάτια σου και ακούς ένα ψίθυρο. Να ήταν το πληκτρολόγιό σου, ο ήχος μιας ανάσας στο διπλανό μαξιλάρι, ένας πυροβολισμός, ένας οργασμός, ένα δακρυγόνο, ή μήπως το πρώτο κρακ ενός καρπού που γέννησε βιοδυναμικά ο πλανήτης που σε φιλοξενεί;

Σιωπές, φωνές, μπερδεύονται κι εσύ μαζί τους. Μου έχεις λείψει. Είναι καιρός τώρα που η οσμή του μπαρουτιού αγκιστρώνεται στα ρουθούνια μου και κάνει τραμπάλα με τον καπνό από τα τσιγάρα μου. Παιχνίδι. Περίεργο παιχνίδι. Μοναχικό και πολύβουο. Σαν κλίμακα που πρέπει να παίξεις μονομιάς σε ένα πανάκριβο πιάνο με ουρά. Σαν κλιμακοστάσιο μιας προαστιακής πολυκατοικίας. Εκεί που η Βαβέλ ξαναβαφτίζεται πίσω από την ησυχία του ανενεργού, για πρώτο χειμώνα, καυστήρα ενός καλοριφέρ. Κι εσύ στον δικό σου “χώρο”. Στο δωμάτιό σου με κλειστά παράθυρα, διακοσμημένα με κάγκελά για να σε “προφυλάσσουν” από την βία της πόλης σου. Από την αδράνεια της ζωής σου.

Αλταία, μολοχάνθη, λιναρόσπορος. Ποτίζεσαι κι εσύ μελωδικά για να αποφύγεις των ορίζοντα των γεγονότων. Να προλάβεις να αποτραβηχτείς από το κατώφλι της μάυρης τρύπας, έστω και την τελευταία στιγμή. Μια γουλιά και μια χρεωκοπία. Μια ρουφηξιά και μια αντίσταση. Εμετός. Εκπνοή. Μην ξεχάσεις να πάρεις το χάπι σου το πρωινό. Όπως πάντα, τις μονές μέρες. Τις ζυγές το μενού έχει κόκκινο κρασί. Βαθύ κόκκινο.

Αίμα στους δρόμους. Αίμα στις φλέβες.

Δώσε μου το χέρι σου. Δεν θα σου πω την μοίρα σου. Δεν θα κάνω βαρκάδα στο ρυάκι της γραμμής της ζωής σου. Μονάχα να ξαποστάσω στις όχθες θέλω. Να κοιτάξω τον αντικατοπτρισμό της μορφής μου στα ήσυχα νερά, μέχρι να βάλει αέρα. Να μετουσιωθεί σε χείμαρρο ορμητικό το ρυάκι και να με συνεπάρει, να με βυθίσει, να με βγάλει στον αφρό, να με χτυπήσει σε κάποιον βράχο. Και τότε εσύ να με τραβήξεις πάνω στην βάρκα σου, να περιποιηθείς τις επιπόλαιες πληγές μου μεθοδικά, και λίγο πριν τον καταρράκτη, να μου τραγουδήσεις σε κάποιον απόκοσμο σκοπό μια ωδή για την ελευθερία.

Τι μικρός που είναι ο κόσμος…, ο δικός μας, ο απέραντος.
Ξεκλείδωσε και μπες. Ξεκλείδωσε και βγες.