Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Bon voyage


Πόσο συχνά ονειρεύεσαι περπατώντας σε τούτη την άνευρη πόλη που την νιώθεις να ανθίζει νευρικά σε κάθε σου κύτταρο; Πόσο συχνά αναρωτιέσαι αν όταν κοπάζουν οι ξαφνικοί άνεμοι, αναπόφευκτα, μπορεί και να σταματούν να στριφογυρίζουν από ηδονή οι ανεμόμυλοι του μυαλού σου; Πόσο συχνά αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο σου και την υψηλότητά σου που μπορεί άλλες φορές να βουλιάζει με μια κίνηση ματ ολόκληρα κρουαζιερόπλοια και άλλες να γεννάει, μέσα σε γλυκούς πόνους, ένα μωρό που πότε κλαίει, πότε γελάει και πότε αρθρώνει άναρθρες κραυγές ή εξομολογητικές σιωπές; Πόσο συχνά θέλεις να πάρεις του δρόμους και πόσες άλλες να τους αφήσεις στην όποια ησυχία τους; Πόσο συχνά νομίζεις ότι ερωτεύεσαι και κάθε πότε αφήνεσαι να κλέβεσαι από την όποια τολμηρή κίνηση ή έστω και μία αγχωτική συγκίνηση;

Ξεπαστρεύοντας νύχτες, διώχνω τα αυθαίρετα συμπεράσματα που τρυπάνε σαν σκουλαρίκια το παρθένο μου δέρμα και απλώνω το χέρι προσκαλώντας τα πίσω να κοσμήσουν την απότομη πτώση του μυαλού μου. Σαν τατουάζ χρωματιστό η ανάγκη μου να ψιθυρίσω αλήθειες που τρομάζουν και αποφεύγονται εντέχνως πότε με απουσίες και πότε με παύσεις. Όχι, δεν μου αρέσει να εγκαταλείπω και δεν το κάνω. Λείπω όμως; Όχι από εμένα. Αυτοκουρδίζομαι αντισυνταγματικά, πίνω μια γουλιά νερό και καυχιέμαι ότι δεν αποζητώ αναρρωτική άδεια. Κάποτε έσπαγαν τους καρπούς τους για μια σταγόνα ελευθερίας και σήμερα πηδάμε από το τραίνο πριν καν την υποψία εκτροχιασμού. Κάποτε βροντοφώναζαν το δίλημμά τους για την ελευθερία ή τον θάνατο, και σήμερα καυχιόμαστε ότι είμαστε έξω από το κλουβί σε έναν κόσμο που μυρίζει δυόσμο, αγάπη και ιώδιο.

Σήμερα, γύριζα από την δουλειά και μύριζε θάλασσα στον δρόμο. Σε θυμήθηκα. Και πριν σε θυμόμουν. Και μετά.

Ζω σε μια πόλη που πότε με σαγηνεύει σαν σκουλαρίκι στην μύτη και πότε με αδειάζει σαν σκισμένη σακούλα με σκουπίδια, στην χωματερή. Πόσα πολύτιμα όνειρα αργοσβήνουν στις χωματερές του πλανήτη; Πόσα δώρα εκσφενδονίζονται με ταχύτητα διαφυγής μέχρι τον απέναντι τοίχο; Ίσως από μίσος. Ίσως από αγάπη. Κάπως έτσι χρωματίζονται οι τοίχοι σε σοκάκια και λεωφόρους. Ένα ιδιόμορφο graffiti τόσο μα τόσο εμπνευσμένο. Ρίξε ένα βλέμμα κάτω πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τα παράξενα σύμβολα στις πλάκες των δρόμων. Ρίξε ένα βλέμμα πάνω, πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τις ανάποδες πινακίδες των δρόμων. Είναι όμορφη η πόλη μου. Θέλω να φύγω.

Θέλω να σε δω.

Σαν αυτόματο όπλο με σφαίρες κρότου μοιάζουν οι μνήμες. Σαν μαξιλαροπόλεμος μοιάζει η αναπάντεχη ελευθερία που δήθεν μας περιτριγύρίζει. Σταματάω που και που σε εκείνη την παραλία. Κάθομαι ξανά στην άμμο και ακουμπάω την πλάτη μου στον στύλο που στηρίζει την σκεπή του beach bar και αφήνω την ραχοκοκκαλιά μου να να τρέμει, να συστέλλεται και να διαστέλλεται στα μπάσσα του ηχείου που είναι κρεμασμένο εκεί ψηλά, κι όταν ο ήλιος βασιλέψει, αποκοιμιέμαι. Ξέρεις, το πολύ πολύ να με ξυπνήσει το κύμα και ξαφνιασμένος να κοιτάξω γύρω μου και να δω μονάχα τον φάρο που διακρίνεται , λόγω του καθαρού ορίζοντα. Πάντοντε με συνάρπαζαν οι φάροι. Σαν piercing στο έδαφος... σαν palsar στον ουρανό.

Αλλάζω διαδρομές προς τους ίδιους προορισμούς και νομίζω πως αλλάζω εικόνες. Ίσως και να αλλάζω. Αποφεύγω τις διασταυρώσεις με ανθρώπους που δεν θέλω να μιλησω, ξεχνιέμαι να στρίψω στις πλατείες, αδημονώ να ανάψει το φανάρι πράσινο και να φτάσει η ώρα να σχολάσω ή να δώσω τις εξετάσεις που χρωστάω. Βιάζομαι και δεν με παίρνει ο ύπνος όταν ακούω τους δείκτες των ρολογιών να μετράνε. Αναζητώ το κλικ που θα με μεταμορφώσει και θα με σώσει. Μου λείπεις. Μου λείπουνε οι φωτιές στις παραλίες. Μου λείπουνε τα καλοκάιρια που ακόμα δεν έχουν έρθει. Πάντοτε ευχόμουν να μείνω παιδί και όποτε γύρευα να είχα αφορμή. Χαζεύω φωτογραφίες και χαμογελάω στο άκουσμα μιας φωνής που τόσο περίμενα να ακούσω και τόσο είχα πειστεί πως δεν θα άκουγα. Μου αρέσουν οι εκπλήξεις και τρελλαίνομαι για τις εκλείψεις. Κάπως έτσι αποχαιρετώ τις πανσελήνους και κάνω πως δεν βλέπω στάχτες και σκουριές επάνω στο παρκέ, το χαλασμένο από τον χρόνο.

Εσύ που διαβάζεις εδώ τώρα, ή φύγε ή έλα.

Βγάζω την καρναβαλίστικη μάσκα μου και σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπό μου κάθε φορά που θέλω να κοιτάξω έναστρο ουρανό. Ξέρεις, όχι αυτόν των πόλεων. Χαρίζω χάδια όταν νιώθω την ανάγκη και όταν η αδυναμία της επιθυμίας μου δημιουργεί κράμπες.

Κορναρίσματα, μπαρουτοκαπνισμένα παράθυρα, αποφάσεις που δεν παίρνονται, σχέσεις από απόσταση, σχέσεις χωρίς στάση, τελείες, παύλες, καφέδες, αλκοόλ, δειλία, αήδια, φασαρία, ησυχία, ξαφνιάσματα, φαντάσματα, παραπετάσματα, δευτερολέπτων κλάσματα, περί ανέμων και υδάτων, αναρχία, φιλοσοφία, σοφία, απιστία, αμφιβολία, αντίσταση, αντίδραση, δράση, μαλακία.

Σαν comedie, πόσες ζωές κρύβει η ζωή; Και πόσα λόγια τρυφερά; ...δυο εφιάλτες στην γωνιά. Σαν comedie, και το μελάνι μου εσύ. Τόσο γλυκιά, τόσο πικρή. Γίνε για λίγο αληθινή.

Μια σπονδή η εκπνοή αυτή κι ένα λασπωμένο καλωσόρισμα, με υποψία όψης φράουλας, στις ξέγνοιαστες μέρες που έρχονται φρεκοντυμένες και ευωδιαστές σαν κέικ που μόλις βγήκε από τον φούρνο, σαν παγωτό που μόλις βγήκε από την κατάψυξη, σαν αλάτι που έχει στεγνώσει πάνω στο δέρμα, σαν πρωινό ξύπνημα δίπλα στους πόρους που επιθυμείς, σαν μια μυστική λίμνη στα θεμέλια του σπιτιού σου, με τις κολόνες για γόνδολες. Είναι οι μέρες που απλά αξίζει και αξίζεις να τις ζεις. Τίποτα άλλο.

Καλό ταξίδι...

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Summertime


…με κάρβουνο στο χέρι κυκλώνες ζωγραφίζω
στα σύνορα του κόσμου, στα τσίνορά σου φως μου
με κάρβουνο να καίει, στο χέρι μου να ρέει
να στάζει στις πληγές μου σαν άγριο γιατρικό.

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο

…γοργόνες αρμενίζουν και σιγοψιθυρίζουν
στ’ αριστερό αυτί σου, ησύχασε, κοιμήσου
σε περιμένει μέρα για να τα βγάλεις πέρα
σε γκρίζα παραμύθια, κάτι χτυπάει στα στήθια.

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο

…επάνω στο τραπέζι δυο βάζα πετιμέζι
και μια χρυσή τουλίπα ανθίζει από μια τρύπα
στο πιάτο πεφταστέρια, μια αλμύρα από νυστέρια
ξημέρωσε στην πλάση, τώρα ποιος να σε πιάσει!

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Turn on the light


- Λοιπόν, εγώ φεύγω. Μην ξεχάσεις να ποτίσεις τα λουλούδια. Εντάξει;
- Εντάξει.

Με την έξοδο του κλειδιού από την πόρτα και την είσοδο του Debussy στα περίχωρα των τύμπανων των αυτιών του, ένα σεληνόφως αναίτιο απλώθηκε πρώτα διστακτικά και ύστερα ολοκληρωτικά στα πέλματα, στο στήθος και στο ξυρισμένο του κεφάλι. Τον έκανε να μοιάζει σαν φιγούρα από ασήμι ή λευκόχρυσο. Μόνο τα κλειστά του βλέφαρα και οι άκρες των χειλιών του είχαν χρώμα διαφορετικό. Έμεινε εκεί για αρκετή ώρα, ακουμπώντας τους αγκώνες του στα κάγκελα του μπαλκονιού, μισοκρεμασμένος, βυθισμένος στην γνωστή του αυτοψυχοθεραπεία που έπαιρνε σάρκα και οστά με ένα τσιγάρο στο στόμα και το βλέμμα στην αναζήτηση της χελώνας του ακάλυπτου χώρου. Πίστευε από μικρός ότι ίσως να ήταν μια angonoka… αλλά έξι όροφοι είναι μια μεγάλη απόσταση για την όραση αν και απειροελάχιστη για το βάρος του σώματος. Μετά την έβδομη αναπαραγωγή της σονάτας και την εκατοστή αναταραχή του "εντάξει" που είχε στήσει χορό διονυσιακό επάνω στις τρίχες του δέρματός του, έτριξε τα δάχτυλά του, και μονολογώντας σχεδόν με κάποια μελωδικότητα: "αν σε νοιάζουν τα λουλούδια, μείνε εδώ να τα ποτίσεις μόνη σου", έφτασε στο μπάνιο και γέμισε δυο μεγάλα παγούρια νερό.

Εντάξει…
Χωρίς καμία μα καμία τάξη, βουτάς τον δείκτη σου ανάμεσα σε δυο περσίδες, και χώνεις τις βλεφαρίδες σου, στα κρυφά, για να κρυφοκοιτάξεις σκέψεις και πράξεις. Ύστερα λες "εντάξει" κι αισθάνεσαι καλά με τον εαυτό σου που… γέλασες μαζί του και ξεγέλασες το είδωλο σου στον καθρέφτη. Αλήθεια, τελικά ποιος είναι πιο γρήγορος; Εσύ ή το είδωλο; Ποιος είναι πιο όμορφος;

Εσύ…
Μοιάζεις με πρωτοβρόχι. Και με άνεμο βόρειο στο τέλος μια καυτής μέρας του Αυγούστου μοιάζεις. Αν ήσουν πόλη θα ήσουν η Βενετία. Αν ήσουν γράμμα θα ήσουν το "Ω". Ένα ωμέγα που αφήνει ένα μικρό άνοιγμα για να κοιτάξεις μέσα του, ίσως και να καταφέρεις να μπεις μέσα του. Ένα ωμέγα που για ένα μικρό άνοιγμα δεν είναι ολόκληρος κύκλος, δεν είναι μηδέν, δεν είναι όμικρον, δεν είναι ακόμα πανσέληνος. Αν ήσουν φωτογραφία, θα εμφανιζόσουν προσεκτικά στο κατάλληλο δωμάτιο και το βλέμμα σου θα κοιτούσε αλλού όχι από φόβο, ούτε από αμηχανία. Ύστερα θα κοιτούσε μπροστά με διασταλμένες κόρες πίσω από υγρό στοιχείο.

Εγώ…
Άλλοτε να βρίσκω και άλλοτε να νομίζω ότι βρίσκω την κατάλληλη στιγμή και τον κατάλληλο χώρο. Δεν υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Δικαιολογίες για να αποφύγει ο νους την αναπαραγωγή του οπτικοακουστικού του υλικού; Είναι πιθανόν… Αναζητώ την φασαρία κι έπειτα την ησυχία σε ένα απειροελάχιστο κλικ. Σκαρώνω μαγικά φίλτρα για να μην σαμποτάρω τον έρωτα και στριφογυρίζω σαν νεογέννητος ανεμοστρόβιλος στο ανισόπεδο κρεβάτι μου την νύχτα, όχι από φόβο, ούτε από αμηχανία. Το πρωί που ξυπνάω δεν θυμάμαι πολλά, ίσως και τίποτα. Μονάχα μυρίζω ένα άρωμα. Δεν ξέρω από πού έρχεται. Έρχεσαι;

Εκεί…
Μέχρι το "εκεί" να γίνει "εδώ", αρνούμαι να λογοδοτήσω μπροστά του.

Εδώ...
Απορίες, οθόνες, σήματα κινδύνου, εικόνες, τίτλοι, τηλεφωνήματα, βόλτες, αρνήσεις, δώρα που δεν παραδόθηκαν ακόμα, λόγια που δεν τσίριξαν στο στρώμα και μια αυτοπεποίθηση που ψάχνει το δρόμο για το σπίτι, απλώνουν τα πιρούνια τους και δεσμεύονται ότι θα μου βγάλουν τα μάτια, το μοναδικό δευτερόλεπτο που δεν θα κοιτάζω ή που δεν θα σκέφτομαι. Λες να μην κοιτάξω σε λίγο το ηλιοβασίλεμα μήπως και την πατήσω; Όχι βέβαια! Και θα το κοιτάξω, και τα λουλούδια, θα ποτίσω, και λουλούδια θα σου φέρω, και δεν θα αρνηθώ πως ο κύβος είναι ήδη σε ελεύθερη πτώση. Άλλωστε τι νόημα θα είχε διαφορετικά; Ας είναι ρίσκο. Αξίζει τον κόπο. Δροσίζει τον τρόπο. Έτσι θέλω να ζω. Να μένω στην δική μου "Ushuaia" και μόλις νυχτώνει να χαζεύω το βόρειο σέλας στον ουρανό της.

- Γύρισες τόσο γρήγορα;

- Ναι, γιατί πόσο νόμιζες ότι θα λείψω; Μια βόλτα πήγα. Τα πότισες τα λουλούδια;
- Ναι. Ξέρεις, θέλω να γυρίσω τον κόσμο μαζί σου.
- Πάω να ξεντυθώ.

Μια σκάλα υπογείου η απουσία με το φως να βρίσκεται στον τοίχο δίπλα στο κάτω κάτω σκαλί… και μια απογοήτευση η καμένη λάμπα, ακριβώς όταν την χρειάζεσαι. Πολεμικές αναταραχές, αντιπερισπασμοί, σπαρμένοι πανικοί, ουσίες εξουσιών, μολυσμένες πυρκαγιές ανακινούν την ευωδιά του πάνω πατώματος, σαν σκουπόξυλο που διαταράσσει την μεσημεριανή ησυχία.

Αφήνω το pause και τα ηχεία αναρωτιούνται ξανά ¨...and why can´t you just hold me?¨. Δεν θυμάμαι πόση ώρα είχα σφηνώσει το δάχτυλό μου εκεί. Σαν παγωμένη στιγμή οργασμού η σκέψη η τωρινή, με ταυτόχρονα αμφίδρομο χαμόγελο. Σαν απαλό φιλί η επιθυμία η τωρινή, αναμενόμενα ξαφνικό, με μάτια μισάνοιχτα την πρώτη φορά, για να τσεκάρεις αν μπορείς, κι ύστερα κλειστά, για να τσεκάρεις αν ζεις.

Θέλω να φύγω. "Τώρα" είναι η κατάλληλη στιγμή. Θέλω να έρθεις μαζί μου. Θέλω να θέλεις να έρθεις μαζί μου. Θέλεις;