Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Just a dream?

[ photo: Cold water by brambura33 ]

Ένα περίεργο παιχνίδι πάλι
ποντάρεις πάντα στην καρδιά
χωρίς να ξέρεις αν κερδίζεις ή αν χάνεις
ασ' το θα δείξει πιο μετά

ένα περίεργο παιχνίδι πάλι
δεν έχει μπάλλες, ούτε χαρτιά
δεν έχει οθόνες, ζάρια και πιόνια
το έχουν βαφτίσει αγκαλιά

μια εισπνοή, μια εκπνοή
και μια ζωή σαν να' ναι κήπος
με δίχως «μήπως»
και θεραπείες για τα «πρέπει»
ο ουρανός, ο λαμπερός, όλα τα βλέπει…

για να' χεις μέρες δροσερές και μονοπάτια
να σ' οδηγούν κλειστά τα μάτια
γιατί έξω μοιάζει γιορτινά σαν ειν' και μέσα
όλα ξεκάθαρα και νόστιμα με μπέσα

ακόμα μια εισπνοή, μια εκπνοή
ακόμα μια ζωή σαν να' ναι κήπος
με δίχως «μήπως»
και θεραπείες για τα «πρέπει»
ο ουρανός, ο λαμπερός, όλα τα βλέπει…

[ The darkness doesn´t have any answers. Let's win this game. ]

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Contigo


Η αγάπη αγκυλώνει όνειρα, ξεμπροστιάζει κρυμμένες λέξεις και ράβει με μαεστρία μια δαντέλα από σταθμούς, αναπαύσεις, στάσεις και διαδρομές. Ύστερα μπαίνει σε ένα παλιό λευκό jeep που αγκομαχώντας ανεβαίνει έναν μικρό λοφίσκο, κι άλλον έναν, κι άλλον έναν... Όταν πια οι εκπνοές της έχουν γίνει σταθερές, αργές και περιοδικές παίρνει την μεγάλη απόφαση κι επιλέγει την σπουδαία ημέρα της κατάβασης μέχρι το πρώτο λιμάνι. Εκεί γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα την περιμένει ένα κρουαζιερόπλοιο με εκλεκτή κουζίνα, ευγενικό προσωπικό, έμπειρό πλοίαρχο κι ένα piano bar του γούστου της. Θα αφεθεί στην ασφάλεια που θα της παρέχει κατά το ταξίδι και στην εμπιστοσύνη που θα αισθάνεται για τους συνταξιδιώτες της.

Όταν φανεί στεριά μετά από παγετώνες και καύσωνες, από θερμά ρεύματα και ψυχρούς ανέμους, θα χαμογελάσει από υγεία και θα πάει να πιει ένα γλυκό ρόφημα στο πρώτο cafe που θα αντικρίσει μπροστά της. Κλείνοντας τα μάτια θα απολαύσει την σιωπή λίγων δευτερολέπτων κι έπειτα θα πιάσει την άκρη της δαντέλας που όλο αυτό το χρονικό διάστημα φορούσε σαν φουλάρι στο λαιμό της και θα την ξηλώσει με μία ερωτική αποφασιστική κίνηση.

Είναι εκείνη η στιγμή που κόβεται ο ομφάλιος λώρος του πάθους από την αβεβαιότητα, της ηδονής από το άγχος, της φαντασίας από την παραίτηση. Είναι εκείνη η στιγμή που οι μουχλιασμένες σου αρθρώσεις τρίζουν και τον ήχο ακολουθεί η κίνηση. Είναι εκείνη η στιγμή που η γεύση σου αιχμαλωτίζεται στον πιο ευτυχισμένο ουρανίσκο, που η μυρωδιά σου ερεθίζει το πιο αφοσιωμένο νου σαν φρεσκοανθισμένο νυχτολούλουδο. Αναπόφευκτα, ένα χαμόγελο έρχεται μπουσουλώντας και σου ψιθυρίζει «χρόνια πολλά» ίσως και «χρόνια καλά». Κάπως έτσι ετυμολογείται η απόλαυση. Κάπως έτσι ομολογείται ο έρωτας.

Η αγάπη δεν αρέσκεται στο να κυκλοφορεί μόνη. Συνοδεύεται ευχάριστα με απεριτίφ κατάνυξης και σουφλέ άνοιξης. Στις παράκτιες δε περιοχές συνηθίζεται άμμος να στολίζει, σαν πολύτιμες μικροσκοπικές πέτρες, τα γυμνά της πόδια. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι άνευ σημασίας η χρήση παραισθησιογόνων ουσιών κατά την βόλτα μαζί της. Αρκεί μια ματιά της για να οδηγήσει σάρκα και πνεύμα σε έκσταση. Είναι εκείνη η στιγμή που ένα χάδι στα μαλλιά σου αναγκάζει την γραμμή της ζωής στην παλάμη, να ξεστρατίσει και να διαφοροποιήσει πορεία. Κάπως έτσι ξεστομίζεται η επιθυμία.

Ο θαυμαστός σου κόσμος ας ποτίζεται μέρα με την νύχτα με μαστιχόνερο, κι ας «επιτρέπει» σε αστερισμούς να κατεβαίνουν λίγο πιο χαμηλά τις γενέθλιες μέρες σου. Ας είναι γόνιμος ο άνεμος που κάνει τα ρούχα σου να χορεύουν και πρόσφορο το έδαφος που μοιράζεις βήματα. Ας είναι πλατινένιος ο δρόμος σου με σμαράγδια στο πράσινο των φαναριών. Ας λάμπει το πρόσωπό σου κατά την φωτοσύνθεση κι ας κυλάει μελωδικά το αίμα μέχρι την καρδιά σου. Είθε να χαμογελάς και να γιορτάζεις ομολογίες και ετυμολογίες. Ας ανακαλύπτεις όταν ψάχνεις. Ας ψάχνεις όταν αγαπάς. Να ερωτεύεσαι. Να είσαι εδώ.

Χρόνια καλά, ζωντανά κι ελεύθερα.

[ η αλήθεια εκ της λήθης, δέκα νύχτες μετά ]

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Wonderland

[ photo: Sex on the Beach by unseen ]

Ο ουρανός είχε καλυφθεί από αυτή την συννεφιά, η οποία δεν έδειχνε αποφασισμένη να ποτίσει ανοιχτούς πόρους ή έστω να φτιάξει μικροσκοπικά ποτάμια στην φθαρμένη άσφαλτο. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω της και κατηφόριζε αργά. Με το βλέμμα μου καρφωμένο στο χείλος των συρμάτων του ηλεκτρικού ρεύματος έξω από το παράθυρο και τα χείλη μου σκασμένα και υγρά, ψιθύριζα κι άκουγα την φωνή μου. Πως με ακούνε οι άλλοι όταν μιλάω; Πως με ακούς εσύ όταν μιλάω; Σίγουρα διαφορετικά. Γεμάτο ηχεία το κορμί για να ακούγονται στερεοφωνικά οι φωνές, τα τραγούδια, ο πόνος και η ηδονή. Από το διάφραγμα ως τον αυχένα κι από το στήθος ως την πλάτη, η φωνή ταξιδεύει ψάχνοντας έξοδο να διαρρεύσει. Είναι φορές όμως που εγκλωβίζεται εκεί μέσα και αναμένει μια έκπληξη ή μια πλήξη για να μετατραπεί σε κραυγή. Ησυχία…

Πόσες σπονδές έχουν γίνει γι αυτές τις διασπορές της ησυχίας... Πολλές από αυτές είναι ανίερες. Άλλες φορές όταν έρχονται τα άγρια και γίνονται ήμερα, ένα χάδι ακουμπάει πάνω στο γυμνό σου κορμί. Ίσως σαν χτυπήσει το τηλέφωνο, εκεί που δεν το περιμένεις ή όταν δίνεις τα πάντα να το περιμένεις. Είναι αυτή η ανακούφιση που διώχνει τους φόβους. Όταν όμως το τηλέφωνο δεν χτυπάει; Γιατί δεν χτυπάει; Γιατί δεν σε σκέφτεται ή γιατί δεν ξέρει πως να σε αντιμετωπίσει ή μήπως και τα δύο μαζί; Πόσο απλά μπορούν να είναι τα πράγματα και πόσο σύνθετοι μπορούμε να είμαστε εμείς όταν δεν κραυγάζουμε την αλήθεια ή όταν δεν την ψιθυρίζουμε; Λες και θα είναι καλύτερα αύριο; Λες και τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή; Αλήθεια, πότε είναι αν δεν είναι τώρα;

Ίσα που φαινόντουσαν τα σύρματα κι έμεινα να ξεφυλλίζω ταξιδιωτικούς οδηγούς πολλές ώρες τώρα, κι ύστερα να σοκάρομαι από εικόνες και διαδρομές. Μου αρέσει να αρμενίζω στις πολύχρωμες σελίδες τους για τα εναύσματα που μου χαρίζουν να ξεγλιστρώ και να χαμογελώ, με ένα φλιτζάνι αχνιστό αρωματικό καφέ κι ένα τσιγάρο ίσως. Εκεί, στο σημείο που μπερδεύεται το ίχνος των καπνού και του υδρατμού εμφανίζονται φουγάρα πλοίων, έλικες αεροπλάνων και ράγες τραίνων. Τα λατρεύω τα τραίνα. Παλιότερα σύχναζα σε σταθμούς χωρίς να έχω κάποιον προφανή λόγο αναμονής, αποχαιρετισμού ή φυγής.

…κι ενώ τα σύρματα εξαφανίστηκαν και οι τελευταίες σταγόνες του καφέ πάγωσαν στον πάτο της διάφανης κούπας μου, έψαξα και βρήκα στο κάτω κάτω συρτάρι του κομοδίνου την συλλογή από κιμωλίες που έμειναν δώρο των σχολείων, των φροντιστηρίων, των ωδείων, στα δάχτυλά μου. Χάραξα μερικές γραμμές στον τοίχο, με κλειστά τα μάτια κι ύστερα κοίταξα να δω το κατόρθωμά μου. Μα καλά, γιατί δεν ανοίγω τα μάτια, σκέφτηκα; Το σχέδιο ήταν μια αποτυχία, άλλωστε. Αφηρημένο σαν τέχνη. Άνοιξα τα μάτια μου και ξαναπροσπάθησα να μπερδέψω φιλίες με έρωτες, ήχους με σιωπές και υπέγραψα το έργο μου με μια σχεδόν ανύπαρκτη, λόγω μεγέθους, κόκκινη κιμωλία. Τι ωραίο που είναι να κοσμείς τους κόσμους σου όπως μπορείς. Για, δες! Με αναμμένο το πορτατίφ, μοιάζει σε σένα. Με τα φώτα του δρόμου, μοιάζει σε μένα.

Λίγο πριν θα ήταν ή λίγο μετά, που άνοιξα το ραδιόφωνο χωρίς να φανώ τυχερός στο ατελείωτα επαναλαμβανόμενο ζάπινγκ. Έτσι, το έκλεισα πάλι. Σηκώθηκα και το παρκέ, κάτω από το χαλί, έτριξε στα βήματά μου. Μήπως θα έπρεπε σιγά σιγά να βγάλω τα χαλιά; Φθάνει καλοκαίρι. Προτιμώ τα στρωμένα πατώματα και τα ξέστρωτα κρεβάτια. Προτιμώ την επίθεση από την άμυνα. Είναι μια γλυκόξινη προσπάθεια να αφοπλίσεις και να αφοπλιστείς, να ψάξεις στα μεσοδιαστήματα και να ανακαλύψεις ελευθερία. Μα γιατί; ...έχουμε πόλεμο και δεν το είχα καταλάβει; Ίσως. Έφθασα μέχρι την κουζίνα, ήπια μονομιάς ένα ποτήρι νερό κι ύστερα άλλο ένα. Μου αρέσει η κουζίνα. Έχει μυρωδιές που τρυπούν την μύτη ευχάριστα ή δυσάρεστα. Έχει και φρούτα στα καλάθια, και ρωγμές στους τοίχους. Δεν έχει όμως παράθυρα. Δεν αντέχω χωρίς παράθυρα, κατά προτίμηση ξύλινα με μικρά τζαμάκια. Ίσως αν έχει ξεφύγει η μπογιά εκεί στις άκρες να μοιάζει περισσότερο με καμβά. Ίσως να μοιάζει απλά με απροσεξία ή με προχειροδουλεία. Δεν μου αρέσουν και οι λάμπες φθορισμού. Δεν ερεθίζει τα μάτια μου το χρώμα που αφήνουν στα τραπέζια, στους τοίχους, στο νερό. Πήρα το τρίτο ποτήρι μαζί μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Έβαλα τα ακουστικά μου και άκουσα μια ιστορία για μια Alice. Πώς να είναι άραγε στην χώρα των θαυμάτων; Δεν θα ήθελα να είναι και πολύ διαφορετικά από ότι εδώ. Μονάχα βουτηγμένη σε αισθήσεις θα την ήθελα, και με παράθυρα στις κουζίνες της.

Γύρισα στο δωμάτιο μετά από ώρα. «Πρέπει» να κοιμηθώ νωρίς. Δουλεύω πρωί αύριο. Πήγα να βάλω ξυπνητήρι και είδα πως το τηλέφωνο είχε χτυπήσει όσο ήμουν έξω…