Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Βόλτα

[ photo: by D.Smixiotis (2009) ]

Φθινόπωρο. Περιπλανιέσαι σε ένα πάρκο της πόλης με δέντρα ψηλά αειθαλή στην πλειοψηφία τους. Εκεί όμως ανάμεσά τους ζουν και κάποια που αλλάζουν τα κοσμήματά τους κάθε χρόνο. Ρίχνουν τα φύλλα τους στο χώμα να τα βλέπουν οι περιπατητές, να τα φωτογραφίζουν. Να παίζουν μαζί τους τα σκυλάκια των τεσσάρων τοίχων που βγαίνουν βόλτα κι είναι για εκείνα σαν εκδρομή. Να βρίσκουν παρέα οι αδέσποτες ψυχές με τα κλαδιά στο στόμα. Και για σένα σαν εκδρομή είναι. Να αναπολείς τις βουτιές σου στην θάλασσα και το διάβασμα του βιβλίου σου δίπλα στο κύμα. Να μοιράζεσαι λέξεις και σχέδια, προβληματισμούς και δάκρυα, χάδια και φιλιά, σιωπές και όνειρα. Με την/τον σύντροφό σου ή με τον εαυτό σου. Και η περιπλάνηση συνεχίζεται και σε πηγαίνει λίγο πιο ψηλά.

Από την κορυφή του λόφου βλέπεις την πόλη που συνεχώς κινείται όσο ακίνητη κι αν μοιάζει. Οι ήχοι του δρόμου έρχονται από μακριά και μπλέκονται με τις φωνές των πουλιών φτιάχνοντας ένα οξύμωρο κολλάζ στα αυτιά σου. Κλείνεις τα μάτια σου κι ένα χέρι πιάνει το δικό σου. Ένα αχνό χαμόγελο καρφιτσώνεται στα χείλη σου κι ένα μουρμούρισμα γεννιέται από τις όχθες των χορδών σου. Είναι κάτι ανάμεσα σε μελωδία και ισοκράτημα. Κράτησε το στο νου σου, αν μπορείς. Ίσως αυτό είναι το πιο τρυφερό τραγούδι που έγραψες ποτέ. Κι αν το ξεχάσεις μέχρι να γυρίσεις σπίτι; Όχι, μην το ηχογραφήσεις. Καλύτερα, ψιθύρισέ το στο πιο «κοντινό» σου αυτί ή αφιέρωσέ το στον αέρα. Ίσως αυτή να είναι η πιο αληθινή ερωτική εξομολόγηση που έκανες ποτέ.

Κι όταν ο ήλιος κρυφτεί παίρνεις το μονοπάτι της επιστροφής. Εκείνο το μονοπάτι με τα βότανα που γαργαλούν τη μύτη και τη μνήμη σου. Κι όπως κατηφορίζεις, οι μυρωδιές από την ρίγανη, το θυμάρι και το φασκόμηλο μπερδεύονται με το άρωμα του μαλακτικού από τα απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια. Άσφαλτος πλέον κάτω από τα παπούτσια σου. Κι η ρίγανη; Η ρίγανη τώρα στο παξιμάδι ή στα πατατάκια από το περίπτερο. Θυμάρι και φασκόμηλο στα βάζα τους επάνω στο ράφι της κουζίνας, μέσα στην κούπα σου με το ζεστό νερό, μέσα στην κατσαρόλα σου που αχνίζουν τα μαγειρέματά σου, στις γλάστρες σου ίσως.

Μια βόλτα στον πεζόδρομο με τα πλανόδια έργα τέχνης  για το κορμί και το χαμόγελο, θα απαλύνει και θα καθυστερήσει λίγο ακόμα την δυσάρεστη ανάγκη της ανεύρεσης των κλειδιών σου στην τσάντα για την είσοδο στο αυτοκίνητο ή στην πολυκατοικία. Πόσο θα ήθελες να ζούσες μακριά από την πόλη έστω για κάποιο διάστημα. Σε ένα χωριό ή ένα νησί. Απόδραση από την πίεση, την ασφυξία και βαθιές μαγικές εισπνοές. Ουφ. Ένα γλυκό, μάλλον σοκολατένιο, και μια αγκαλιά, μάλλον μεγάλη, συντονίζουν πιο αποτελεσματικά τους παλμούς της ψυχής με την πραγματικότητα. Τα έχεις δίπλα σου; Απόλαυσέ τα, αγάπησέ τα και πες τους το! Δεν τα έχεις δίπλα σου; Μπα… τα έχεις. Κοίταξε λίγο καλύτερα, ή κλείσε τα μάτια. Διεκδίκησέ τα και πάρε τα μαζί σου στην επιστροφή ή την φυγή σου.

Έφτασες στο σπίτι σου, η κούραση της μέρας σου στρώνει το κρεβάτι, σου βγάζει τα παπούτσια και σου φοράει τις πυτζάμες σου και σου πλένει τα δόντια. Η ανακούφιση της αγάπης σε σκεπάζει και σου λέει ένα παραδοσιακό νανούρισμα αγνώστου προελεύσεως. Ωχ! Μοιάζει με την μελωδία του μουρμουρητού στο λόφο! Άλλο πάλι και τούτο! Οι αρθρώσεις σου ηρεμούν, το κεφάλι σου χαλαρώνει, το δέρμα σου απαλό να γραπώσει το φιλί, οι βλεφαρίδες σου καμαρωτές φτιάχνουν τον πιο όμορφο φράχτη στις ονειρόπορτες. Κάτι ακούς. Αεροπλάνο να είναι ή πλοίο;

- Καληνύχτα
- Όνειρα γλυκά
- Σ’ αγαπάω
- Κι εγώ



Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

μικρό φως νυκτός



Ξεκινάς την ημέρα σου με ένα χαμόγελο. Το χαρίζεις σε ό,τι διεκδικείς. Το αφιερώνεις σε ό,τι αγαπάς. Κι ύστερα ανοίγεις τα μάτια σου. Αν είναι πλάι σου το λένε ευτυχία. Κι αν δεν είναι; Κάνε ό,τι περνάει από το χέρι σου να το φέρεις. Η διαδρομή ίσως να μην είναι εύκολη αλλά εσύ ξέρεις καλύτερα από οποιονδήποτε αν αξίζει ακόμα μία περιπλάνηση, κι ακόμα μία, κι ακόμα μία ίσως. Κανείς δεν θα σου εγγυηθεί το αποτέλεσμα. Κανείς. Θα ξέρεις όμως ότι δεν εγκατέλειψες ειδικά αν κάτι μέσα σου σου λέει να παραβλέψεις συμβάσεις και λοιπά στερεότυπα και να τοποθετήσεις εκεί ψηλά δίπλα στον ήλιο ή το φεγγάρι εκείνο το χαμόγελο, που λέγαμε.

Έχεις για πυξίδα τις αισθήσεις σου και για χάρτη τα ίχνη που διαβάζεις πότε στην άμμο και πότε στα σύννεφα. Ξέρεις, σβήνουν και χάνονται ενίοτε τα ίχνη. Ειδικά αν έχει αέρα δυνατό που σε παγώνει. Λένε πως όλα είναι στο μυαλό. Δεν ξέρω αν λένε την αλήθεια. Δεν ξέρω αν ξέρουν τι λένε. Αυτό που ξέρω είναι ότι αν κάτι μπορεί να σε ξεπαγώσει, να σε ξεκλειδώσει θες, πες το όπως θες, είναι αυτό που νιώθεις. Και να προσπαθήσεις να το ερμηνεύσεις ή να το βαφτίσεις χλωμό το κόβω να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα. Αφέσου, ζήστο κι όπου σε βγάλει.

Είναι άνοιξη. Το πρωί με ελαφρύ πανωφόρι και το μεσημέρι με κοντομάνικο. Είναι άνοιξη. Εντάξει, τα λουλούδια ανθίζουν, αλλά οι ψυχές; Μήπως χρειάζονται κι αυτές μεταφύτευση σε νέο χώμα; Μήπως θέλουν πιο συχνό πότισμα ειδικά τώρα που καλοκαιριάζει; Μήπως θέλουν κι αυτές να τους τραγουδάς, να τους μιλάς και να καθαρίζεις ό,τι ξερό έχει μείνει από τα κλαριά τους; Μήπως θέλουν κι αυτές φροντίδα, υπομονή κι αφοσίωση για να ανθίσουν μπρος στα μάτια σου και μέσα στα ρουθούνια σου;

Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα λοιπόν. Επιλέγεις προσεκτικά το πιο αγαπημένο σου δέρμα. Αφήνεις με τα χείλη σου και τα δάχτυλά σου επάνω σε κάθε έναν πόρο, τον σπόρο. Και συνεχίζεις στο ίδιο τέμπο προσθέτοντας στα φιλιά και στα χάδια τις εκπνοές σου. Η γλώσσα σου γεύεται και ποτίζει. Γεύεται και ποτίζει. Κι όταν η καρδιά που κρύβεται κάτω από το δέρμα αρχίζει να χτυπάει δυνατά σαν τύμπανο που πάλλεται, ό,τι θα ακολουθήσει δεν μπορεί παρά να είναι ελευθερία. Πες το ανθοφορία, πες το οργασμό, πες το ισορροπία, πες το περίπατο στο σύμπαν. Μικρή σημασία έχει πως το λένε.

Είναι άνοιξη. Το πρωί με ελαφρύ πανωφόρι, το μεσημέρι με κοντομάνικο και το βραδάκι ολόγυμνη, αφημένη στα χέρια σου, να αποκοιμιέται. Ο αφαλός της, το μικρό φως νυκτός.


Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

όταν ξυπνάς



Ξέρεις που κρύβονται τα όμορφα όνειρα όταν ξυπνάς;

Οι άνθρωποι, όντα μεταβλητά που διαχωρίζονται από τα όνειρά τους και βαφτίζουν τις επιθυμίες τους ανάγκες και τούμπαλιν. Ξυπνούν με την ανατολή να χαϊδεύει το δέρμα τους και αγωνίζονται για το χαμόγελο εκείνη την στιγμή μεταξύ εισπνοής και εκπνοής. Κάποιες φορές, έρχονται και τα δάκρυα. Διαθλούν αχτίδες πάνω στα χείλη. Εκεί ακριβώς μπροστά από τα σύννεφα. Για να φαίνονται πιο καθαρά τα χρώματα για να σβήνουν πιο εύκολα κεραυνοί και ρυτίδες.

Είσαι εσύ, είμαι εγώ, είναι ο χρόνος, είναι η αγάπη.

Και οι ανασφάλειες; Καμένες ασφάλειες είναι μην βασανίζεσαι. Κάποιες θα αλλαχθούν και κάποτε ίσως πάλι ξανακαούν. Το μυστικό είναι στο βραχυκύκλωμα. Η μόνη λύση είναι να ανοιχθεί το πορτάκι του πίνακα. Τα υπόλοιπα έπονται. Κάποια πορτάκια θέλουν τον τρόπο τους και τον χρόνο τους. Όταν ακούγεται το κλικ, όμως, μια μελωδία γεννιέται σε συνήχηση με το ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, τον ήχο των βημάτων, τους παλμούς της καρδιάς και το στομάχι που γουργουρίζει.

Μια συμφωνία ερωτική σε όποια κλίμακα γουστάρεις.

Μην σε τρομάξουν κάποιες κραυγές που ίσως ακουστούν στις αλλαγές της τονικότητας. Το άγχος και ο φόβος είναι. Δεν τα αντέχουν τα όμορφα οι δυο τους και σαν ζιζάνια μάχονται να μολύνουν περιβόλια, μουσικές και ευκαιρίες . Μη μασάς. Το ζιζανιοκτόνο ενεργοποιείται πάντοτε σε στιγμές σαν κι αυτήν και είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικό όταν συνδυάζεται με δύο σώματα που σμίγουν.

Και τι μετά; Άφησε το μετά στο μετά του και το τώρα στο εδώ σου.

Εδώ.

Οι εαυτοί ξυπόλητοι με ένα μπαστούνι στο σκοτάδι να αναζητούν ένα γιατρικό κι ένα βάλσαμο. Να διεκδικούν μια αφύπνιση από τις μιζέριες και τις απάθειες. Κι ας έχουν ολάκερες φαβέλες στις φτέρνες τους. Στον ένα αγκώνα τα πολυβόλα, στον άλλον πεντάγραμμα. Έτσι αγκιστρώνονται τα χαμόγελα στα πρόσωπα. Ανάμεσα σε εμπόδια κι εμπιστοσύνες. Κι αν τα πινέλα σου έχουν φθαρεί, κι αν ακόμα δεν έχεις πάρει νέα, βούτηξε τα δάχτυλά σου στα χρώματα. Ξέρω, θα γίνει χαμός. Δεν πειράζει. Θα τα ξεπλύνουμε.

Ξέρεις που κρύβονται τα όμορφα όνειρα όταν ξυπνάς;

Ποιος έχει δει το φως να διαχωρίζεται σε τόξο της ίριδας από τις βλεφαρίδες σου; Ποιος έχει ακούσει μουσική όταν τα χείλη σου μισανοίγουν, όταν η γλώσσα σου πάλλεται; Ποιος έχει αναγνωρίσει στο δέρμα σου, τις πιο ήσυχες θάλασσες; Ποιος έχει νιώσει τα δάχτυλά σου να κλείνονται μπουνιές να πολεμήσουν το κρύο κι ύστερα να ανοίγουν να χαϊδέψουν τη ζέστη; Ποιος έχει γελάσει με το χιούμορ σου. έχει μεθύσει με τους χυμούς σου, κι έχει αισθανθεί τη λιακάδα της τόσο ευγενικής σου καρδιάς να βάφει τοίχους, να γεννάει στίχους; Ποιος έχει μυρίσει τον λαιμό σου, έχει κρατηθεί από τα πόδια σου κι έχει περιπλανηθεί από το νου σου;

στον κόσμο σου να περιπλανηθώ
με έναν αδιάβροχο ήλιο στον αυχένα
του θέρους στάχυα οι βλεφαρίδες σου
βυθός κι αφρός, ειν’ όλα ένα.



Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

κανονικά και με γλυκόριζα

[ "θέλω να κάνω μαζί σου αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές" ~ Pablo Neruda ]

Κλείνεις  τα μάτια σου και εισπνέεις. Πίνεις την γνώση της ημέρας σου και βλέπεις χρώματα. Χρώματα που μπλέκονται μεταξύ τους και αναμιγνύονται για να γεννήσουν άλλα πιο νέα, πιο αλλιώτικα. Κι ύστερα σε ένα εξωκοσμικό κοκτέιλ με το σκοτάδι αχνοσβήνουν με κόκκινο κρασί  και παίρνουν σχήματα. Σχήματα παιχνιδιών, λουλουδιών, προσώπων.

Θυμάσαι το πρώτο τραγούδι που αγάπησες;

Θυμάσαι την πρώτη φορά που ερωτεύτηκες;
Ερωτεύτηκες;

Ανοίγει ο ήλιος την πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιο. Τα βλέφαρά σου  φιλάει, σε ξυπνάει. Και βλέπεις το φως, εσύ ο γυμνός σου εαυτός. Η μισάνοιχτη κουρτίνα χορεύει με μια ηλιαχτίδα ατίθαση που στο τέλος καταφέρνει να περάσει και  να αγγίξει το στήθος σου. Μια άλλη χαϊδεύει  τα πέλματά σου και σουλατσάρει για λίγο στο κορμί σου. Έτσι, για να σε βλέπει να χαμογελάς καθώς τραμπαλίζεται ηδονικά στις καμπύλες σου ενώ στριφογυρίζεις. Μια τρίτη έχει στρογγυλοκαθίσει στα χείλη σου. Η μελωδία γεννιέται αστραπιαία. Κρεμιέται προσεκτικά και με ένα σάλτο κάθεται οκλαδόν στον ώμο σου. Βήμα βήμα ανηφορίζει ερεθιστικά στο αυτί σου. Έχει κάτι από μουρμουρητό και κάτι από χάδι. Ντύνεται μελαγχολικά με ρούχα άλλης εποχής, μοιάζει με οργασμό, μυρίζει άνοιξη  κι έχει γεύση σοκολάτα ελαφρώς αλατισμένη.

μι ρε μι ντo ρε σι
λα σι ντο ρε φα
μι ρε ντο
σι σι
εσύ.

Εσύ, που ανταμώνεις τον κόσμο στα όνειρά σου, τα θαύματα στα δάχτυλά σου και τα φτερά στην καρδιά σου. Εσύ που κρύβεσαι σε ένα φιλί και φανερώνεσαι σε ένα δάκρυ. Εσύ που ομορφαίνεις τη ζωή και μελοποιείς τις αναμνήσεις. Εσύ που φοράς για φυλαχτό την απόσταση και για γιατρικό την αγκαλιά. Εσύ που λιώνεις πάγους με ένα σεσουάρ. Εσύ που μαγεύεις όλα τα πιπέρια της πλάσης και στήνουν πρωτόγονο μεθυστικό χορό.  Εσύ που είσαι εδώ και δεν είσαι.

Ανθίζεις. Μέρα με τη μέρα ανθίζεις. Αφήνεσαι. Στιγμή με την στιγμή, αφήνεσαι.

Τα μυστήρια του σύμπαντος τρυπώνουν στους πόρους σου και μετουσιώνονται σε αίμα. Μια πεταλούδα προσγειώνεται στο δέρμα της ωμοπλάτης σου και μένει εκεί να χαζεύει από την πιο συγκλονιστική κορυφή τους περαστικούς και τα περαστικά. Ένα χέρι κρατάει το δικό σου και ξαφνικά ο νους σταματάει να μπλοκάρει συναισθήματα και κλειδώσεις. Κρατιέσαι γερά και εκπνέεις δυνατά. Όλα τα «αλλά» της υγρασίας και τα «δεν» της ξηρασίας ανατινάζονται εκ των έσω.  Ο αέρας γεμίζει με εκατοντάδες μικρά και μεγάλα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα που λαμπυρίζουν κινούμενα με μια αστείρευτη εντροπία. Ξαφνική σιωπή δευτερολέπτων. Εισπνέεις ξανά μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών σου και φυσάς με το πιο ερωτικό ισοκράτημα που έχει ποτέ ακουστεί. Αυτό ήταν! Ο αέρας καθάρισε. Ο χρόνος λαβώθηκε. Κάνεις έρωτα.

Κάπως έτσι η μικρή ζωή χαρίζει τα χαμόγελα που σου οφείλει. Κάπως έτσι κι εσύ της δίνεις το φιλί που της χρωστάς. Μονάχα τότε υπάρχει ο κόσμος. Όταν τον μοιράζεσαι. Μονάχα τότε η μούσα γίνεται δημιουργός. Και τούμπαλιν. Μονάχα τότε ένα κλειδί του σολ γίνεται κλειδί της ψυχής σου. Ξεκλείδωσε και μπες. Ξεκλείδωσε και βγες.

Ανάβεις τσιγάρο με χαρτάκι από γλυκόριζα γιατί σου έχουν τελειώσει τα κανονικά. Συμβιβασμός; Όχι. Είναι μερικές φορές που η επιθυμία τάσσεται με την γραμμή που σκαρώνει ένα αστέρι που πέφτει. Και τότε ξέρεις ότι λίγο ή πολύ, εδώ ή εκεί, με μουσική ή ησυχία, με φως ή σκοτάδι, με τρυφερότητα ή πάθος, απλά ή σύνθετα, συμβατικά ή αντισυμβατικά, δύσκολα ή εύκολα, έχει έρθει η ώρα. Να σου πω ένα μυστικό; Δεν θα στο πει κανείς ότι ήρθε. Ούτε καν εσύ στον εαυτό σου. Έτσι είναι αυτά όμως. Δίχως ζάχαρη κι αλάτι δεν έχει νοστιμιά.  Ακουμπάς ασφαλής το κεφάλι σου σε ένα στήθος που πάλλεται. Ακούς παλμούς, ήχους, φωνές, ανησυχίες, πόνους, ευτυχίες, ταξίδια και υψώνεις το βλέμμα στον ουρανό. Μα που πήγε το ταβάνι; Είναι αυτή η μικρή ή μήπως η μεγάλη άρκτος; Ε και;

Τον συλλογισμό σου διακόπτει ένας ψίθυρος που νιώθεις πρώτα σαν δόνηση στον αφαλό σου, κι ύστερα σαν ευθεία πρόσκληση~πρόκληση μπροστά στα μάτια σου...

«Σε θέλω. Με τα "αλλά", με τα "δεν", με τα "όχι", με τα "ναι". 
Με τα ζόρικα και τα χαμογελαστά.

Σε θέλω. Ολόκληρη. Κανονικά και με γλυκόριζα.»