Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Το γλυκό της αγάπης


Πάρε μια άδεια κατσαρόλα, δύο κουτάλια και πιάσε το τέμπο της καρδιάς σου. Σιγά σιγά, βάλε τρίηχα στα τοιχώματα με το αριστερό και παρεστιγμένα στο χείλος με το δεξί. Η στιγμή εκείνη που θα νιώσεις τους παλμούς σου να αυξάνουν και να συντονίζονται με τα τύμπανα των αυτιών σου, ανάβεις την φωτιά. 

Την αφήνεις για μερικά λεπτά απόλυτης μινόρε σιωπής που δεν τρομάζει και ρίχνεις μέσα το βούτυρο να λιώσει. Ανακατεύεις ήρεμα ρίχνοντας λίγο λίγο όνειρα, αναστεναγμούς κι επιθυμίες. Κι ύστερα έρχεται η ζάχαρη, η ανασφάλεια, το κακάο και η ασφάλεια. Όταν το μείγμα έχει λιώσει ομοιόμορφα σπας την ησυχία σε μικρά ακανόνιστα κομμάτια και μαζί με ζεστό νερό τα βυθίζεις στην κατσαρόλα.

Τώρα μουσική. Είναι απαραίτητη μια μελωδία σε πιάνο. Όποια κι αν είναι αυτή, αρκεί ερεθίζει την ψυχή σου και να ανατριχιάζει το μυαλό σου. Για το δέρμα θα σου πω αργότερα.

Από το μείγμα κρατάς 1 φλιτζάνι του τσαγιού στην άκρη. Όποιου τσαγιού. Χαμογελάς.

Σε ένα μπολ κόκκινο χτυπάς τα αυγά, τις αναμνήσεις, την βανίλια, τα λάθη,  τις ευτυχισμένες σου στιγμές και τα ρίχνεις στην κατσαρόλα. Ανακατεύεις καλά τώρα ε! Στο τέλος ρίχνεις  αλεύρι, έρωτες, κονιάκ και απώλειες.

Πάρε ένα πυρίμαχο σκεύος , ό,τι χρώμα θες, βουτύρωσέ το και άδειασε το μείγμα ενώ μουρμουρίζεις την μελωδία που ακούς. Για καλύτερο αποτέλεσμα κάνε δεύτερη φωνή σε τρίτες. Κι ας φαλτσάρεις.

Ψήσε στους 180 βαθμούς, ξέρεις, σε προθερμασμένο φούρνο ακριβώς για 18 λεπτά. Όχι παραπάνω! Κάθε τρία λεπτά χάρισέ του ένα βλέμμα εκεί μέσα που ψήνεται για σένα. Εντάξει;

Όση ώρα περιμένεις γέμισε τον χώρο σου με ήλιους. Είτε αυτόν που περιμένει έξω , είτε αυτόν που βουλιάζει στον αφαλό σου.  Ειδικά ο δεύτερος έχει ιδιαίτερες ικανότητες φοβοαπωθητικού από  δωμάτια και  ραχοκοκκαλιές.

Μόλις το βγάλεις από τον φούρνο, το περιχύνεις με το μείγμα που είχες κρατήσει στο φλιτζάνι του όποιου τσαγιού αφήνοντας ένα κουταλάκι του γλυκού. Του όποιου γλυκού. Χαμογελάς πονηρά και παιχνιδιάρικα.  Πασπαλίζεις με κόκκους  χοντρού αλατιού, με μια εκπνοή ανυπομονησίας και με μία απόφαση.

Οι ποσότητες δεν αναφέρονται στην παρούσα συνταγή. Αυτοσχεδίασε και το αποτέλεσμα θα είναι ό,τι νοστιμότερο έχεις γευτεί.

Το γλυκό της αγάπης σερβίρεται ζεστό και μοιράζεται. Είναι σαν το χάδι.

Α! το κουταλάκι του όποιου γλυκού που άφησες στην άκρη πριν, είναι για το δέρμα. Διακοσμεί υπέροχα το σημείο που περιμένει να υποδεχτεί το φιλί.



Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

μαζί σου

[ photo: "Πανσέληνος" ~ Έργο της Χριστίνας Καμβύση ]


Απλώνει ο χρόνος. Απλώνει τα φρεσκοπλυμένα του ρούχα στο μπαλκόνι να τα βλέπει ο ήλιος καλύτερα. Να παίρνει ο αέρας τα αρώματα, να τα σκορπίζει στα ρουθούνια. Κι εσύ να εισπνέεις βαθιά. Κι όταν στεγνώσουν, θα τα πάρει το φεγγάρι από το χέρι να τα βγάλει βόλτα. Να σεργιανίσουν ανάμεσα στις ψυχές και να διαλέξουν την πιο ταιριαστή για να την ντύσουν. Να μοιάζει από μακριά με άρνηση κι από κοντά με πάθος.

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένας έρωτας νεογέννητος θα την ξεντύσει.

Απλώνει ο χώρος. Απλώνει τις ρίζες του στο ξύλινο πάτωμα κι εκείνο τρίζει σε κάθε τρίτο σου βήμα. Είναι φορές που το ακούς κι άλλες που έχεις να το ακούσεις χρόνια. Η μουσική καλύπτει τις ατέλειες και το πινέλο τις τελείες. Αναρριχώμενα εξωτικά ανθισμένα φυτά ξεπηδούν απ’ τις γωνίες και κάθε ηλιοβασίλεμα σου ψιθυρίζουν την δίψα τους. Κι εσύ εκπνέεις δυνατά. Η γύρη ξυπνάει και διασκορπίζεται με ορμή στο δωμάτιο γονιμοποιώντας διέσεις και τέμπερες. Το βλέμμα γλυκαίνει, το δέρμα ερεθίζεται. 

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένα χαμόγελο νεογέννητο φτιάχνει μια σπείρα στον καμβά σου.

Έτσι γεννιούνται τα μαγικά πλάσματα. Σαν μούσες αποδρούν από το χώρο και τον χρόνο, και αγκιστρώνονται στις φλέβες. Ταξιδεύουν χωρίς επιστροφή μέχρι την καρδιά και θέτουν σε κίνηση μύες κι επιθυμίες. Πολλαπλασιάζουν τις εμπνεύσεις, διαιρούν τις εξάρσεις, προσθέτουν οργασμούς και αφαιρούν ανασφάλειες. Κι όταν πέφτουν να κοιμηθούν, τα ονειρεύεσαι.

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που ένα μαγικό πλάσμα παίρνει σάρκα και οστά δίπλα σου.

Οι λέξεις κάνουν τραμπάλα στα χείλη σου, οι νότες κάνουν κούνια στα αυτιά σου κι εσύ μεθάς. Εκτοξεύεσαι με ταχύτητα διαφυγής μέχρι την Ανδρομέδα κι επιστρέφεις με ορμή στα παπούτσια σου. Ας κάνει κρύο, ας έχει υγρασία, τυλίγεσαι στο πανωφόρι σου και βουτάς σε ένα φιλί της ζωής τόσο ήσυχο όσο και εκρηκτικό. Ο χρόνος παγώνει, ο χώρος διαστέλλεται και το συμπαντικό πλέγμα πλέκεται σαν γάντι στο χέρι σου. Ζεσταίνεται η γραμμή της ζωής σου και στέλνει ηλεκτρισμούς στα δάχτυλα. Αγγίζεις. Ένα big bang ξαπλώνει στα γυμνά σου πόδια. Κάποιες φορές παίρνει μορφή. Σε κοιτά και σου κουνά την ουρά παιχνιδιάρικα. 

Κι ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή. Κι εσύ μαζί της.



[ στο μαγικό πλάσμα. ]



Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Η Γη




[ "Η Γη" ~ Patchwork by Vasileios Kilitslis]


Θυμάσαι εκείνη την νύχτα που αφόπλισες την υψηλή υγρασία με ένα πεφταστέρι;

Ήταν ξημέρωμα όταν όπλισες τα χέρια σου, αρμάτωσες την φιγούρα σου και με μια ισχυρή εκπνοή έστειλες τη μυρωδιά από το φρέσκο θυμάρι στους δρόμους της μακρινής πόλης.

Ήταν ηλιοβασίλεμα σε λίμνη, όταν σαν τον ξενομπάτη, άπλωσες βήματα σε αφρούς και σε ασφάλτους, σε βυθούς και σε πατώματα, σε σπαρτά και σε αμμολόφους.

Κάπως έτσι είναι οι σιωπές. Μοιάζουν με μάτια γαρύφαλλα. Πίνουν υπόγεια υγρά και αδειάζουν χρώματα πάνω σε χώματα. Μυρίζει άνοιξη.

Φυτρώνουν κεραμίδια στις πλάτες σου και γιασεμιά στα χείλη σου. Μυρίζει καλοκαίρι.

Τα νύχια σου φθαρμένα από ώχρες και χάδια, σαν φύλλα σκιτσάρουν το έδαφος. Μυρίζει φθινόπωρο.

Τα πέλματά σου ζεστά από τις πέτρες. Τα γόνατά σου λαβωμένα απ’ τον βοριά. Ανθισμένες αμυγδαλιές τα μαλλιά σου. Μυρίζει χειμώνας.

Μιλώ με εσένα που κάθεσαι στο πλάι μου. Ακούω τον πρωτόγονο παλμό της καρδιάς σου να πάλλεται πότε σαν πάλσαρ και πότε σαν μεγάλη πρισματική πηγή. Ευλογημένα τα κύματα σαν στροβιλίζονται στις όχθες περιοδικά και διακλαδίζονται σαν φλέβες στο κορμί σου.

Μιλώ με εσένα που έφερες χρώματα μαζί σου από τις διακοπές και χώματα από τις ενοχές. 

Βγήκες ήσυχα σαν θηρίο από την σπηλιά σου και με γέννησες. Σε μια ηλιόλουστη βραχώδη ταράτσα με έπλεξες σαν αυτοσχέδιο φυλαχτό στο πάθος σου. Κάπως έτσι είναι η κραυγή. Κάπως έτσι κι ένα φιλί στο στόμα. Σαν σκόνη που σηκώνεται ψηλά και γίνεται πέπλο που διαθλά τους στόχους σου. 

Περπάτησε μαζί μου κι άκουσε τον ήχο της σπονδυλικής σου στήλης να συντονίζεται με τις καλαμποκιές όταν τραγουδούν, με τις ύαινες όταν αγκαλιάζουν, με τα μωρά όταν κλαίνε, με τις εκπνοές όταν σκέφτονται, με τους κρατήρες όταν γελούν. 

Με γέννησες με την αριστερή σου την μεριά, με τάισες με τη δεξιά σου όψη. 







[ το κείμενο είναι εμπνευσμένο από το έργο "Η Γη" του Βασίλειου Κιλιτσλή. ] 

( Ο Βασίλης ονειρεύεται και ντύνει τις Ευχές με χρώματα και σχέδια.
Με πρώτη ύλη την Φαντασία και υλικό το Υφασμα δημιουργεί συνθέσεις που Εύχονται, Αναπνέουν και Ταξιδεύουν.
Οι Ευχές και τα Ονειρα θα φιλοξενηθουν στο Δυάρι Cafe από την Παρασκευή 4 Νοεμβρίου ως και την Κυριακή 15 Νοεμβρίου
https://www.facebook.com/events/1216068575076582/ )

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

[ ανάμεσα ]

   
[ photo: W17 by the Ocean ]

Εκεί στην άκρη του μυαλού σου, στην γωνία που το χώμα συναντά τον τοίχο, εκεί που οι σκόνες μαζεύονται και οι αράχνες κρύβονται, μια σταγόνα της βροχής σκαρώνει σχήματα την ώρα που εγκλωβίζεται, την ώρα που αποδρά. Εκεί στα σκοτεινά που οι κνιδώσεις ενοχλούν τις κλειδώσεις, εκεί που φυτρώνουν γιασεμιά και αγριόχορτα, ένα βρεγμένο πόδι αφήνει το πιο όμορφο αποτύπωμα στο ηλιόλουστο τσιμέντο της βεράντας. Εκεί που ένα fa δίεση ερωτοτροπεί με την αναίρεση, εκεί που ένας πόνος αγκιστρώνεται στην σπονδυλική σου στήλη κι ένας ουρανίσκος αναπολεί κάποιο γλυκό κυδώνι, μια ζωή βγάζει τα ρούχα της και κάνει βουτιά στα πνευμόνια σου. Εκεί στις ρόδες του ποδηλάτου σου όταν μια γαντζωμένη πέτρα κρατάει τον ρυθμό, εκεί που νομίζεις ότι ζεις μια κανονική ημέρα και που το τσάι σου είναι πιο παγωμένο από όσο αντέχουν οι αμυγδαλές σου, ένα κρεβάτι βουλιάζει από έρωτα.

Εδώ, στις χαράδρες των πλήκτρων που αγγίζεις για να γράψεις, η βουτιά στο κενό μοιάζει με στόρι που κατεβαίνει για να σε κρύψει από ηλιαχτίδες αδιάκριτες. Εδώ, το «θέλω» σου, εδώ και το «μπορώ» σου. Μια σύγκρουση σφοδρή μεταμορφώνει τις έφηβες λαχτάρες σου σε ενήλικους συμβιβασμούς, μετουσιώνει τις γερασμένες σου πυξίδες σε παιδικά χαμόγελα. Εδώ, που η πείνα και η παιδεία τζαμάρουν σε αντιστρόφως ανάλογα πεδία, εδώ που η έμπνευση αρκείται σε ένα και μόνο ισοκράτημα για να βυθιστεί και να εκτοξευτεί στο διάστημα, εδώ που η υγρασία κυλάει σε φλέβες, και το αίμα στην άσφαλτο, κάποιος λέει για πρώτη φορά σ’αγαπώ, κάποιος ακούει για πρώτη φορά σ’αγαπώ. Εδώ τα καλωδιωμένα σου αυτιά, εδώ και τα άβαφα πρωινά σου χείλη. Εδώ που το ρολόι κυλά αριστερόστροφα τις νύχτες και δεξιόστροφα τις μέρες, που τα κολλαριστά χαρτονομίσματα φτιάχνουν τα πιο αληθοφανή origami, ένας χορός ψυχοτρόπος σπειροειδής τεντώνει τα ανθισμένα σου δάχτυλά προς τον δρόμο του χαδιού.

Είναι η στιγμή που μεσολαβεί μεταξύ ρήξης και συμφωνίας, μεταξύ πληγής και ισορροπίας, μεταξύ χαρτιού και μολυβιού, μεταξύ οργασμού και σιωπής, μεταξύ του on και του off του ραδιοφώνου. Είναι η στιγμή που γκρεμίζονται οι αγκύλες οι οποίες φυλακίζουν τα  αλατοπίπερα της αδράνειάς σου. Η στιγμή αυτή που παίζεις κρυφό, κυνηγητό, μήλα. Η στιγμή που μια πέτρα αγγίζει την επιφάνεια της θάλασσας. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα, κάποιος αποφασίζει να διεκδικήσει. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα, κάποιος αποφασίζει να εγκαταλείψει. Είναι η στιγμή που ένας μαέστρος με επιδέξιες κινήσεις οδηγεί την ορχήστρα στα piano και τα forte, στις κορώνες και τις παύσεις. Η στιγμή αμέσως μετά την τελευταία εκπνοή του θανάτου κι εκείνη η στιγμή πριν ακουστεί το πρώτο κλάμα ενός μωρού.

Ακούς, κρυφακούς, δεν ακούς, μιλάς, φωνάζεις, ψιθυρίζεις, σωπαίνεις. Ένα νανούρισμα είναι όλα, να αγκαλιάζεις, να μεθάς να αποκοιμιέσαι. Κι ύστερα, ανάμεσα στης μούσας το φιλί και την γρατζουνιά από τα φώτα της πόλης, να ξυπνάς. Ανάμεσα. Και φτου και από την αρχή.