Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

γυμνή βουτιά

[ photo: a beautiful mind by moonywolf ]


Έναν καιρό και μια φορά ήταν μια συννεφιά πρωινή που είχε ερωτευτεί βαθιά μια σκόνη αφρικανική. Οι δυο τους ζούσαν παθιασμένα και το αγαπημένο τους παιχνίδι ήταν το κρυφτό. Έκρυβαν τον ήλιο.

Ένα αεράκι δροσερό όμως, σαν άλλο φιλί στο στόμα, είχε άλλα σχέδια.

Τα νέα φύλλα των δέντρων έχουν πλέον αυτό το πιο σκούρο πράνινο. Η λευκή κουρτίνα παίζει με τις ανακλάσεις του φωτός από τα φώτα του δρόμου και σκαρώνει στον τοίχο σκιές. Σκιές που σαν ζευγαρώνουν με την δική σου, πότε σε τρομάζουν και πότε σε κάνουν να χαμογελάς. Και είναι τότε που γλυκαίνουν οι νύχτες όσο περνούν οι μέρες. Και είναι τώρα που γλυκαίνεις εσύ όσο περνούν τα χρόνια. 

Ψαχουλεύεις στους ήχους της πόλης οργασμούς, στα σύρματα του ηλεκτρικού ρεύματος πεντάγραμμα και στο δέρμα σου κόκκους άμμου ξεχασμένους από εκείνη την πρώτη γυμνή βουτιά του χρόνου. Γράφεις ιστορίες για παππούδες και γιαγιάδες που περπατούν χέρι χέρι. Φωτογραφίζεις σκύλους που κουνάνε την ουρά τους. Κρυφακούς τις σκέψεις τω περαστικών. Μπογιατίζεις με κιμωλίες αστέρια. Ταξιδεύεις δίχως αποσκευές και κατεβαίνεις στον πρώτο σταθμό που θα δεις από το παράθυρο δάκρυα αποχαιρετισμού. Αγκαλιάζεις. Κι όταν ξημερώνει, ο ήλιος στέλνει χασμουρητά, αναστεναγμούς και όσα όνειρα θυμάται να κάνουν μία μικρή περιστροφή στο χείλος κάθε ενός εκ των πόρων σου. 

Οι χρεοκοπημένες επαναστάσεις, οι ανίερες υποσχέσεις, τα αναφιλητά και τα ψεύτικα απεριτίφ καίγονται σαν την λάμπα του πορτατίφ την μοναδική στιγμή που πραγματικά το χρειάζεσαι, ή που νόμιζες ότι το χρειάζεσαι. Βρήκες εν τέλει τον βηματισμό σου στα τυφλά με ένα τραύμα μικρό. Η γρατζουνιά είναι ενθύμιο που κάποιο απόγευμα στο μπαλκόνι σου θα θυμηθείς ότι την είχες ξεχάσει. Πίνεις λοιπόν μια γουλιά από την σοκολάτα σου και δαγκώνεις με αποφασιστικότητα και κρότο το μπισκότο σου. Τα τρίμματα θα τα μαζέψεις μετά με το δάχτυλο σου ένα ένα. Έχουν άλλη γεύση, διαφορετική, αυτά τα τρίμματα, πανάθεμάτα! Κι όταν σουρουπώνει ο ήλιος στέλνει χάδια, ανάσες, μουρμουρητά και νανουρίσματα να κάνουν μια μικρή περιστροφή στο χείλος των χειλιών σου. 

Άνοιξη. 

Άνοιξες το κορμί σου να έρθουν μέλισσες, να κλέψουν λίγη από την γύρη σου, να γονιμοποιήσουν εγκεφάλους. Άνοιξες την ψυχή σου να έρθουν γευσιγνώστες, να κλέψουν μερικούς από τους καρπούς σου, να ανατινάξουν ουρανίσκους. Άνοιξες τα μάτια σου με βαθιά εισπνοή, με βαθιά εκπνοή, και βγήκες από την, ακόμα κρύα, θάλασσα του Απρίλη..., να έρθουν οι πολιτισμοί να κλέψουν λίγη από την ελευθερία σου να θρυμματίσουν φασισμούς. 

Έναν καιρό και μια φορά ήταν ένα αεράκι δροσερό, που σαν άλλο φιλί στο στόμα, είχε άλλα σχέδια.




 [ to my only one ] 


Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Ζωή



είναι η μέρα ένα ποτήρι λαχτάρα
στον πάτο ζάχαρη
αλάτι στον αφρό
είναι η νύχτα ένα ουρλιαχτό στην σχάρα
αίμα στα κάρβουνα
αστέρια στον καπνό

είναι ο έρωτας πολύχρωμη βιτρίνα
μέσα τα θαύματα
έξω πειρασμός
είναι ο πόλεμος διάφανη κουρτίνα
αδέσποτες σφαίρες έξω
μέσα οργασμός

είναι η ζωή δική μου
την αρμενίζω
εδώ
βυθίζομαι στα ύψη
κι όπως γουστάρω
ζω.



Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

τσουλήθρα



Ποια τελετουργία σε δίπλωσε και σε έκρυψε στην τσάκιση μιας σαΐτας που άλλαζε
χρώματα σαν τον πιο εξωτικά όμορφο χαμαιλέοντα;

Ποιος άνεμος σε ύψωσε, σε στριφογύρισε, σε ώθησε να περάσεις μπροστά από τα μάτια μου; 

Ποια ραδιουργία σε μετουσίωσε από ησυχία σε φωτιά; 

Ποια ανάγκη σε γλίστρησε στην πιο περίπλοκη τσουλήθρα που εμπνεύστηκε ποτέ μια φαντασία τολμηρή; 

Ποιο χέρι σε τύλιξε σαν αλυσίδα καλοκαιρινή στο πόδι και ποια γλώσσα σε σφήνωσε στο πιο μελωδικό Αχ που θα μπορούσε να προφέρει ποτέ ένας πόνος, ένα πάθος;

Ποια σκέψη σε κράτησε από το χέρι σαν τόνο στο όνομά σου, σαν τελεία στα χείλη σου και σαν θαυμαστικό στις ανοιχτές σου βλεφαρίδες; 

Που κοιμήθηκες και ξύπνησες λίθος πολύτιμος σε ορυχείο βαθύ με απασφαλισμένη την πιο ανατριχιαστική χειροβομβίδα σιωπής δίπλα στο μαξιλάρι σου;

Πότε έγινες η κορυφογραμμή αφορμών και αιτιών για προσπέραση του ορίζοντα στο πιο πολύβουο δρόμο που έχεις περπατήσει;

Ποια επιτάχυνση σε έστειλε με ταχύτητα διαφυγής στο μικρόκοσμο της ανατολής ανάμεσα στις κουρτίνες ενός παραθύρου ανοιχτού τις νύχτες;

Ποια τελετουργία σε δίπλωσε και σε έκρυψε μέσα μου;


σε χώμα ξερό κι αν γεννηθείς
με ανέμους παγερούς στο δέρμα
στο χιόνι νερό θα βρεις
μια άνοιξη ολόγυμνη στο αίμα.



[ τέλος όγδοου Δεκέμβρη ]


Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

μικρές άρκτοι


~ Μέσα.

ένα Hostel η ζωή,  
με λαμπτήρες θερμού φωτός στα πορτατίφ των κομοδίνων
φως που λίγο πριν πέσει η  νύχτα 
φτιάχνει σύννεφα στο περίγραμμα της γύψινης ροζέτας 
και κύματα στα φρεσκοστρωμένα σεντόνια
τα στόρια στο παράθυρο 
μισάνοιχτα 
να αφήνουν λίγη από την πραγματικότητα 
να εισέλθει 
και κάτι από το όνειρο να εξέλθει
το πάτωμα να τρίζει 
σε κάθε δεύτερο βήμα 
και η ανάγκη σε ημιανάπαυση να ετοιμάζεται 
για βραδυνή έξοδο 
μετρώντας τα τικ τακ 
του ρολογιού 
μπροστά στον μικρό καθρέφτη του τοίχου
πότε το δεξί μάτι να ρίχνει βλέμματα στην «άλλη πλευρά» 
και πότε το αριστερό
κι ύστερα ο αυχένας, 
ο λαιμός, το μέτωπο
λείπουν δυο σανίδες από το κρεβάτι 
αλλά η στατικότητά του δεν έχει επηρεαστεί ιδιαιτέρως
μονάχα το στρώμα βουλιάζει λίγο στη μέση 
αλλά κι αυτό το ξεχνάς στην αγκαλιά
ένα μικρό γραφείο με σκαλισμένα λογής και λογής γράμματα, 
σχήματα και υποσχέσεις 
πάνω του
κι ένα μικρό συρτάρι 
που όταν το ανοίγεις 
για πρώτη φορά, 
κρύβει μέσα του ένα σημείωμα 
γραμμένο από άγνωστο χέρι 
στην πίσω πλευρά 
μιας, σχεδόν ξασπρισμένης πια, απόδειξης.


~ Έξω.

ένα αυτό που θέλω
να φύγω και θέλω να μείνω
δίπλα σου στην θέση στο λεωφορείο
ο πόθος
δίπλα σου να μετρήσω τις ανακλάσεις 
από τα φώτα δρόμου
και από τις σκιές των αγνώστων συνεπιβατών
στα μάτια σου
να καθρεφτίζονται κυματισμοί
εγκάρσιοι
κι αυτόχθονες να κυλούν στα χείλη σου
για να γεννιούνται φθόγγοι
που όταν μυρίζουν σαν χαμόγελα, θα κρύβονται στον αφαλό σου
κι όταν αδειάζουν σαν αναφιλητά, θα ρέουν 
σαν ιδρώτας στην άσφαλτο
πρωί θα είναι
νύχτα που γλιστράει από την κουρτίνα κατευθείαν στο ταβάνι
έτσι για θεραπεία
έτσι για να γουστάρουμε
κι όταν τα φρένα ηχήσουν
και οι πόρτες τρίξουν στο άνοιγμα
όλα τα αστέρια του σύμπαντος να καρφωθούν στα σώματα
μικρές ελιές
μικρές άρκτοι και ανδρομέδες στο στήθος και στην πλάτη.




[ Δεν υπάρχει φως χωρίς σκοτάδι και τούμπαλιν, μικρή μου. ]