Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Molotov




ξύπνησες μες την άνοιξη
ζήτησες καλοκαίρι
πήρες ένα φθινόπωρο
τον χειμώνα απ' το χέρι

μ' άνεμο στα σαλβάρια σου
με δροσιά στα μαλλιά σου
καταμεσήμερο η πρώτη βροχή
λίπασμα στα φτερά σου

ξέφτισε η μέρα που έφτυσε
το ραντεβού με τη νύχτα
τέντωσε αυτιά κουκουβάγιες να 'ρθουν 
πήρε σιωπή και τζιτζίκια.

με μια φαβέλα στα πέλματα
αλάτι λαθραίο στο βλέμμα
ρίξε στο σάλιο θυμάρι, θυμήσου 
το πιο αθώο σου ψέμα

σήκωσε σκόνη πρωτόγονη
γείωσε τη λαχτάρα
δωσε στο στόμα φιλί και ξεντύσου
ξεκλείδωσε και στροβιλίσου

μ' απανεμιά στα στολίδια σου
με μια μολότοφ στο αίμα
ακούστηκε κρότος με γέλια βαθιά
έσπασαν τα νερά.



Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

λευκό μου σύννεφο



Μια κόκκος άμμου στροβιλίζεται μπλεγμένη με εκπνοές. Μια δεύτερη ζηλεύει ίσως, ή μάλλον μαγεύεται και ακολουθεί. Δυο κόκκοι άμμου που ηλεκτρίζουν η μια την άλλη σε πρώτο χρόνο μαγνητίζονται. Σε δεύτερο χρόνο απωθούνται, σε τρίτο χρόνο έλκονται. Ένας χορός ανύπαρκτος στην φευγαλέα ματιά. Ένα πάθος που παρασύρει και διεγείρει όσους στ’ αλήθεια παρατηρούν. Όσους μοιράζονται με τον αέρα την πίστα των εκπνοών τους. Κι εκεί, ανάμεσα σε ηλιαχτίδες και σύννεφα, ανάμεσα σε σταγόνες και χείλη, ανάμεσα σε αποχαιρετισμούς και ανταμώματα, αγγίζεις για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου ένα χέρι. Όλα τα υπόλοιπα είναι πλέον σιωπές. Όλα τα υπόλοιπα είναι πλέον βλέμματα αγκιστρωμένα. Βλέμματα πουλιών που κοιτάζουν από ψηλά την πόλη, βλέμματα εραστών που χαζεύουν γυμνά κορμιά ενώ ονειρεύονται δίπλα τους το ξημέρωμα, βλέμματα δερβίσηδων σε μέθεξη που ‘χουν τα μάτια τους κλειστά.

Κάπως έτσι στροβιλίζονται και οι άνθρωποι. Παίρνουν πινέλο στα χέρια και ζωγραφίζουν σύννεφα λευκά, αγγίζουν το έδαφος με πέλματα γυμνά, κλείνουν ματιές, ανοίγουν συζητήσεις, νοθεύουν με αγνώστου ταυτότητας αλκοολούχα υγρά το στομάχι τους, αρπάζουν ευκαιρίες και γραπώνουν θλίψεις, γειώνονται και πηδούν  ψηλά σηκώνοντας σκόνη,  δίνουν τρυφερά φιλιά για καληνύχτα, αναμετρούνται με την αντοχή του αυχένα τους και τραγουδούν σπονδές κάτω από αλλεργιογόνα πεύκα. Κι ύστερα μαζεύονται σε έναν κύκλο να θεραπεύσουν λέξεις που μόλυναν την ιστορία τους και να χαϊδέψουν παύσεις που μέλωσαν την υστερία τους. Κάπως έτσι στροβιλίζονται οι άνθρωποι. Κι ερωτεύονται.

Κι εκεί που νόμιζες ότι τα έχεις δει όλα, εκεί που νόμιζες ότι έχεις πει αρκετά έρχεται μια στιγμή να σταματήσει τον χρόνο σου σε μια αμήχανη καλησπέρα με έναν άνθρωπο που σε περιμένει εκεί στα σκοτεινά σε ένα σκαλάκι μιας εισόδου κάποιας συμμορίας. Κι εκεί που νόμιζες ότι τα έχεις ακούσει όλα συναντάς για πρώτη φορά κάτι από νεράιδα επάνω σε άσφαλτο και σε καλωσορίζει με λίγο απόμακρο τρόπο μεν αλλά χαμογελαστό δε. Κι εκεί που νόμιζες ότι τα έχεις νιώσει όλα, εκεί στα φωτεινά, ακούς ένα κλικ. Μια φωτογραφία δίχως φλας αλλά με μπόλικο ηλεκτρισμό στα σωθικά σου.  Και κάπως έτσι η ανταπόκριση της επόμενης πτήσης σου, με ή δίχως καθυστέρηση, προσγειώνεται στα πόδια σου. Θα ανέβεις;

Κοίτα να δεις πως έχουν τα πράγματα. Οι αγκώνες σου δυναμώνουν κατά την διάρκεια της αγκαλιάς. Τα γόνατά σου κουράζονται και οι αστράγαλοί σου διαμαρτύρονται σε νύχτες καύσωνα. Τα δάχτυλα των χεριών σου πεθαίνουν να παίξουν κάποια μελωδία αγαπημένη σε μια γυμνή μέση. Η μύτη σου βυθίζεται στα λυτά μαλλιά. Οι ώμοι σου υποκλίνονται στους αναστεναγμούς και οι καρποί σου πέφτουν σαν ώριμο φρούτο του καλοκαιριού όταν έρχεσαι σε οργασμό. Η καρδιά σου χτυπάει σε αφρικάνικο ρυθμό και το στομάχι σου γουργουρίζει από επίθυμία ακόρεστη. Κι εσύ αναρωτιέσαι αν αγαπάς;

Κάπως έτσι μοιάζει ένα νανούρισμα. Με ήσυχο και γλυκό μουρμουρητό ενώ κρύβεις μια καρφίτσα στο στόμα σου. Στο φινάλε την φτύνεις και ανακαλύπτεις ότι δεν ήταν ματωμένη. Κι ύστερα με αγιασμένες τις χορδές σου κάνεις μια εξομολόγηση. Με άναρθρες κραυγές υψώνεις την γροθιά σου στον ουρανό και κλείνοντας το ένα μάτι κρύβεις τον ήλιο πίσω της. Κι ύστερα από μερικές ώρες εξαφανίζεις την πανσέληνο.  Ένα παιχνίδι είναι η μέρα και η νύχτα σου. Ένα παιχνίδι που έπαιζες όταν δεν σε ένοιαζε το αύριο. Όταν ο ιδρώτας σου ήταν κάτι από νερό της βροχής, κι όταν το κλάμα σου ήταν κάτι από νερό κολυμπήθρας. Ένα παιχνίδι είναι η απουσία και η παρουσία. Όταν η σιωπή σου ήταν κάτι από το πιο βαθύ όνειρο κι όταν η πρώτη σου λέξη ήταν κάτι από στιγμή ευτυχίας των γονιών σου.

Απόψε, οι συμπληγάδες γκρεμίζονται και οι θάλασσες δροσερές και ασφαλείς σε υποδέχονται. Απόψε ένα λευκό σύννεφο γίνεται προσκεφάλι και το σώμα σου μετουσιώνεται σε χαλί μαγικό . Απόψε, οι σκιές στο ταβάνι χορεύουν πρωτόγονα κι εκστατικά. Απόψε οι ξαφνικοί θόρυβοι δίνουν την θέση τους σε ερωτικούς ψιθύρους. Απόψε η υγρασία σε ξεδιψάει. Απόψε, σε θέλω.







Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

sunshine




do you remember your "Now or Never"?
the very first kiss of your life
do you remember the Sunday we woke up together?
the fairy tales, the ice creams, the lullabies, the dreams

you give me a reason to live
by breathing out, breathing in
and flying in between
you give me a reason to find
eternal sunshine in my mind
my spotless mind

do you remember the 5th of November?
You smiled and raised your fist in the air
do you remember the time you surrendered?
to making love and not war, underground or above

you give me a reason to live
by breathing out, breathing in
and flying in between
you give me a reason to find
eternal sunshine in my mind
my spotless mind



Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Χρυσαλλίς


Βουλιάζεις. Κοιτάζεις γύρω σου, κι ανάμεσα στο θολό τοπίο που σε περιβάλλει διακρίνεις μικρές αχτίδες φωτός, άλλες από ψηλά κι άλλες από την άβυσσο. Αντανακλούν πάνω σε ταξιδιάρες φυσαλίδες του αέρα και αλλάζουν κατεύθυνση. Κάπως έτσι διακρίνεις τους αμυδρούς χρωματισμούς των κοραλλιών. Με μάτια  μισόκλειστα κοιτάζεις τα χέρια σου να κινούνται απαλά, όχι από την δική σου θέληση. Κάποιο ρεύμα κινεί τα νήματά τους. Το ίδιο ισχύει και με τα πόδια σου, και με ολόκληρο το γυμνό σου κορμί. Στον λαιμό σου φύκια τυλιγμένα σφιχτά, φτιάχνοντας ένα περίτεχνο μα ασφυχτικό περιλαίμιο. «Φτερό στον άνεμο; Φύκι στον βυθό;», αναρωτιέσαι, ενώ βυθίζεσαι κι άλλο σε τόπους πιο σκοτεινούς, με ταχύτητα, υπερκόπωση και ακινησία. Μια νύχτα με αστερίες η αποψινή.

Και ξαφνικά, ένα παγωμένο υδάτινο ρεύμα βρίσκεται στον δρόμο σου. Ή μήπως εσύ στον δικό του; Εκείνο συνεχίζει την αδιάλειπτη πορεία του. Εσύ όμως νιώθεις το ψύχος στην ραχοκοκκαλιά σου, τα δάχτυλα των ποδιών σου τινάζονται απότομα, τα χέρια σου τεντώνονται, τα νήματα κόβονται. Τα μάτια σου ανοίγουν απότομα και με ένα ρε-σάλτο εκσφενδονίζεσαι στην επιφάνεια, σαν δελφίνι παιχνιδιάρικο. Η πτήση σου δεν ανακόπτεται ούτε από ανέμους ούτε από πεδία βαρυτικά. Μία, δύο, τρεις βαθιές εισπνοές πριν εισέλθεις στα περιπλανώμενα σύννεφα. Είχες δει μια φορά ηλιοβασίλεμα μέσα από ένα αεροπλάνο, όμως σαν κι αυτό που λούζει το πρόσωπό σου τώρα ποτέ ξανά. Στροβιλίζεσαι και φλέγεσαι, από την ζέστη, στον ουρανό μαζί με τρελούς γλάρους και ελεύθερα γεράκια. Μάτια και ψυχή ορθάνοιχτα δοσμένα στο νέο ελάχιστο φεγγάρι που ξεμύτισε μόλις και κάνει τα νήματα που κρέμονται από καρπούς και αστραγάλους να ασημίζουν. Τα είχες ξεχάσει. Θα τα κόψεις με τα δόντια σου το πρωί. Μια νύχτα με αστέρια η αποψινή.

Ένα μπουμπουνητό σε ξυπνάει. Οι παλμοί της καρδιάς σου χτυπούν σαν djembe σε μουσική διέγερση. Μια απότομη ηλεκτρική εκκένωση ταράζει την ισορροπία σου κι ένας κεραυνός σε κατεβάζει βίαια στην γη. Το σώμα σου καλυμμένο με χώματα απ’ άκρη σ‘ άκρη.  Γέρνεις στην δεξιά σου πλευρά και παίρνεις την στάση εμβρύου. Το εσωτερικό σου τύμπανο αρχίζει να παίζει ξανά σε γνώριμα τέμπο. Αρχίζει να βρέχει. Και βρέχει για ώρες μέχρι που οι σταγόνες διώχνουν όλο το χώμα και όλο το αλάτι από το δέρμα και από τα μαλλιά σου. Με το αριστερό σου χέρι τραβάς και βγάζεις σιγά σιγά το περιλαίμιο που κλειδώνει τις αναπνοές σου.  Σκέφτεσαι πως είσαι χρυσαλλίδα και πως το πρωί όταν βγει το ουράνιο τόξο θα μεταμορφωθείς. Αποκοιμιέσαι μουρμουρίζοντας το «Le temps de L’amour». Ή μήπως κάποια φωνή σου το μουρμουρίζει; Μια νύχτα σκοτεινή η αποψινή.

Κοιμήθηκες ήσυχα τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ή τουλάχιστον τόσος χρόνος ένιωσες ότι είχε περάσει όταν ένα φιλί στα χείλη και ένα χάδι στα πόδια σου σε ξύπνησαν. Ο υψηλός πυρετός είχε πέσει. Ο λαιμός σου δεν πονούσε καθόλου. Τα νήματα στα άκρα σου δεν υπήρχαν πια. Χαμογελάς και τινάζεις τα σκεπάσματα από πάνω σου.

Την ώρα που το σεντόνι σου προσγειώνεται, μια πεταλούδα στο περβάζι του παραθύρου ανοίγει δειλά δειλά τα φτερά της. Και πετάει.