Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Βρεγμένα χείλη


-Πως πέρασες την ημέρα σου;
-Δεν την πέρασα.
-Δηλαδή;
-Εκείνη πέρασε από πάνω μου. Με ξύπνησε απότομα το πρωί με ένα δυνατό σφύριγμα στα αυτιά μου κι ύστερα δρόσισε απότομα το δέρμα μου.
-Κάτι σαν ξαφνικό αεράκι;
-Κάτι σαν ανεμοστρόβιλος.
-Σε πήρε και σε σήκωσε δηλαδή.
-Κάπως έτσι.
-Και μετά;
-Αφέθηκα.
-Και που σε πήγε;
-Το πρωί στην Άπω Ανατολή, το μεσημέρι στην Άγρια Δύση και το απόγευμα στην γη του Πυρός.
-Και τώρα;
-Με γύρισε πίσω μετά το ηλιοβασίλεμα και με ξάπλωσε στον καναπέ. Ακόμα εδώ είμαι. Διψάω αλλά δεν έχω σηκωθεί ακόμα να βρέξω τα χείλη μου.
-Σήκω, πιες νερό, ρίξε κάτι πρόχειρο επάνω σου και πάμε μια βόλτα.
-Αν θέλεις έλα εσύ από εδώ.
-Γιατί να έρθω; Μπορεί να θελήσω να εμφανιστώ σαν τροπική καταιγίδα και να σε πάρω μαζί μου την νύχτα που έρχεται.
-Αν μπορείς να έρθεις σαν βοριάς τότε είσαι καλοδεχούμενος.
-Μπορώ αλλά δεν θέλω.
-Να ρωτήσω γιατί;
-Αν ανατριχιάσεις στο άγγιγμά μου, προτιμώ να είναι από επιθυμία κι όχι από παγωνιά.
-Και προτιμάς να μην έρθεις καθόλου;
-Προτιμώ το «θέλω» από το «θα ήθελα».
-Μακάρι να ήξερα τι να σου πω.
-Ξέρεις, αλλά μήπως τελικά φοβάσαι να βρέξεις τα χείλη σου όχι με νερό μα με το σάλιο σου; Φοβάσαι να υγράνεις την δίοδο της αναπνοής σου και την έξοδο των λόγων σου; Φοβάσαι να ρισκάρεις να επιτρέψεις σε δυο άλλα χείλη να ταξιδέψουν από την Άπω Ανατολή του δέρματός σου και την Άγρια Δύση των φιλιών σου μέχρι την γη του Πυρός του οργασμού σου;
-Τι εννοείς;
-Σε θέλω κι ας φοβάσαι, κι ας λυπάσαι, κι ας χαίρεσαι, κι ας ξυπνάς, κι ας κοιμάσαι. Σε θέλω. Αυτό εννοώ.

Είναι άραγε ο μόνος φόβος του ανθρώπου εκείνος του θανάτου, όπως είχα διαβάσει κάποτε, ή υπάρχουν διάφορα είδη; Είναι άραγε η μοναξιά η μόνη αξία, ή και αυτό είναι ακόμα μια δικαιολογία για να κοιμάται κάποιος μόνος του και να κάνει πως δεν το νοιάζει; Κάποτε κάποιος μου είπε πως κάπου κάνουμε λάθος και πως δεν μπορεί να τα ρίχνουμε όλα στην ζωή για το χρώμα της ψυχής μας. Είχε δίκιο, Φυσικά και είχε δίκιο. Είχε δίκιο και όταν μου είπε πως δεν αρκεί κάποιος να είναι «καλό παιδί» αλλά που και που να είναι «παιδί». Ένα παιδί που δεν φοβάται να εκφράσει την επιθυμία του και να την διεκδικήσει, να εκφράσει την όποια απορία του και να την λύσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο θάνατος ο μόνος φόβος, ίσως είναι ο μόνος που δικαιολογείται. Όλοι οι υπόλοιποι κάνουν απλά παρέα στην μοναξιά του και στην εκούσια απουσία του από τις επαναστάσεις του νου και της σάρκας του.

Ξεθάβω ετούτη την στιγμή όσον αυθορμητισμό έχει μείνει στα σπήλαιά μου. Κάνω χρήση της πρότερης εμπειρίας μου να ψάχνω νερό κάτω από την άμμο τα παλιά καλοκαίρια και να ξεχιονίζω δρόμους τους χειμώνες. Ίσως με βρεις μελαγχολικό, ίσως κυνικό, ίσως ερωτεύσιμο, ίσως απλά αδιάφορο.

Αν η ζωή ήταν ακουαρέλα, θα αγόραζα τα ακριβότερα χρωματιστά μολύβια της αγοράς και θα σχεδίαζα έναν κήπο με σαρκοφάγα φυτά στον περίγυρο. Στην ανατολική του πλευρά θα έβαζα μια λίμνη με μαύρους κύκνους και πάπιες mandarin στην επιφάνειά της και στην δυτική δυο αιώρες πλεκτές από μετάξι. Μια για μένα και μία για σένα. Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι θα ένωνε τον βορρά με τον νότο του κήπου. Αριστερά και δεξιά από το μονοπάτι θα υπήρχαν πικροδάφνες και κερασιές με αρκετές αμανίτες ανάμεσα. Στον νότο θα δέσποζε έναν περιποιημένος πλινθόκτιστος λάκκος με φίδια και στον βορρά ένας καταρράκτης που θα τροφοδοτούσε την λίμνη με νερό και ψάρια. Στον ουρανό κοράκια και χελιδόνια θα γιόρταζαν τις εποχές.

Η ζωή όμως δεν είναι ακουαρέλα. Λες να μπορεί να γίνει; Έστω ένα μικρό μπλοκάκι σημειώσεων…

Αφήνω, λοιπόν, την πιο κάτω σημείωση κι έπειτα θα κόψω το χαρτί, θα το διπλώσω προσεκτικά στα τέσσερα και αφού τρυπώσω κρυφά και αθόρυβα, θέλω να ελπίζω, στο δωμάτιό σου, θα το βάλω κάτω από το μαξιλάρι σου. Πριν φύγω θα ριψοκινδυνέψω να σε ξυπνήσω με ένα φιλί στο πόδι σου που δραπέτευσε κάτω από την κουβέρτα…

« Γεια σου. Λένε πως αν έχεις υπομονή και επιμονή μπορείς να παραβιάσεις την κλειδαριά του παρόντος χωρίς να χρειαστείς κλειδί. Λένε, επίσης, πως, μάλλον, δεν υπάρχει καν κλειδί. Λένε πως οι «ξέγνοιαστες μέρες» βρίσκονται ακριβώς εκεί μέσα, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Τι λες, λοιπόν, να το δοκιμάσουμε; Κάτι μου λέει ότι αν θελήσουμε να κοιτάξουμε από το παράθυρο, αυτό που θα δούμε θα μοιάζει σε «γιορτή λευκής νύχτας». Δεν θέλω να σε απασχολήσω πολύ, μονάχα κάτι ακόμα. Λένε πως αν μπεις μέσα, η πόρτα κλείνει πίσω σου, αλλά αυτό δεν σε τρομάζει καθόλου. Απίστευτο ε; Κι όμως, δεν αξίζει μια απόπειρα; Κάτι σαν δολοφονία του φόβου και απεξάρτηση από το «δεν ξέρω». Ελευθερία κινήσεων, δημοκρατία πράξεων, αναρχία επιλογών…

Καλή συνέχεια στον ύπνο σου και δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Μορφέα.

Α! έμεινε ένα ψίχουλο αυθορμητισμού ακόμα… Ας το μαζέψω με τα δάχτυλά μου κι αυτό…


Σε θέλω. Θέλω να γευτώ κάθε σημείο του γυμνού σου κορμιού. Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί μαζί σου.»

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

view-master

[ photo: love is by dodoy ]

Ήταν Κυριακή. Τα σύννεφα σαν ένα αφρώδες έμβολο πίεζαν τον αέρα προς το έδαφος. Ο άνεμος έδινε την αίσθηση της δροσιάς που κυκλώνει και αγκαλιάζει την φθινοπωρινή αναπνοή. Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας είχε αγγίξει σαν σοκ το δέρμα, σαν ξαφνική μικρή αφύπνιση από έναν θερινό λήθαργο, από μία ζεστή χαλάρωση. Η υγρασία είχε υποχωρήσει και τώρα μεταμορφωμενή κυλούσε στα τζάμια των αυτοκινήτων σαν σταγόνες βροχής. Σταγόνες που ακόμη μια φορά δεν θα εκπλήρωναν το χρέος τους, να ενωθούν με άλλες σταγόνες και να κυλήσουν μέχρι το πρώτο επιπεδο. Ένας υαλοκαθαριστήρας θα σταματήσει απότομα το παιχνίδι τους και την αναπαραγωγή τους, μετατρέποντάς τες σε ένα απότομο μικροσκοπικό ρυάκι εκεί στις άκρες.


Ήταν Κυριακή. Ο μελαγχολικός Σεπτέμβριος είχε χρόνια να φανεί από τα μέρη μας. Κάθε που εισπνέω και νιώθω την μύτη μου λίγο πιο παγωμένη, θυμάμαι εικόνες που κατακλύουν τις αισθήσεις μου. Είναι φορές που αισθάνομαι πως κοιτάζω μέσα από ένα καλειδοσκόπιο με μια μικρή τρύπα στην άκρη, μια ατέλεια ίσως, που αφήνει το παρόν να εισχωρήσει. Είναι φορές που κάθομαι αναπαυτικά στα μαξιλάρια του νου μου και απολαμβάνω τις στερεοσκοπικές απεικονήσεις που μου προσφέρουν οι 120 μοίρες, τις στερεοφωνικές ακροάσεις που μου μου χαρίζουν τα 110 decibel και τις στερεοτυπικές επιβιώσεις. Τις τελευταίες όσο και να τις πετάω στα σκουπίδια, βρίσκουν το τρόπο και επανεμφανίζονται ανανεωμένες με νέο χτένισμα και αδιάβροχο μακιγιάζ. Πόσο όμορφη είσαι χωρίς μακιγιάζ...

Ήταν Κυριακή. Έμενε ξαπλωμένη για ώρες στο κρεββάτι της. Είχε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, από το πρωί. Όσο έπεφτε ο ήλιος η ψύχρα γινόταν όλο και εντονότερη. Είχε σκεπαστεί με μια λεπτή μάλλινη κουβέρτα κι είχε το βλέμμα της καρφωμένο προς τον ουρανό έξω, όσο της επέτρεπαν η τέντα, τα κάγκελα και η απέναντι πολυκατοικία.. Ήθελε πολύ να σηκωθεί και να την κλείσει μα δεν το έπαιρνε απόφαση. Επάνω στο στήθος της ήταν ακουμπησμένο το βιβλίο που όταν το διάβασε πριν χρόνια, είχε νιώσει πως της άλλαξε την ζωή. Τώρα, δοκίμασε ξανά μια δεύτερη ανάγνωση. Τίποτα. "Ούτε κρύο, ούτε ζέστη", σκεφτόταν. Μα πως είναι δυνατόν κάτι που της άλλαξε την ζωή πριν μερικά χρόνια, τώρα να μην της λέει απολύτως τίποτα; "Είναι, φαίνεται, σαν τους ανθρώπους...", μονολόγησε την στιγμή που το έκλεισε και το ακούμπησε στο πάτωμα.

Η μπλε ώρα είχε κυκλώσει για τα καλά το δωμάτιο. Εκείνη καθιστή στο πάτωμα, δίπλα στο βιβλίο. Η μπαλκονόπορτα ακόμα ανοιχτή. Παιδικές φωνές πότε ανέμελες, πότε αγχωμένες, από απέναντι έμπαιναν και κρυβόντουσαν μέσα στα μαλλιά της. Ενήλικες φωνές που άλλες σταματούσαν στο περβάζι κι έπειτα βουτούσαν στο μωσαικό της βεράντας, χρωματίζοντάς το με ακόμα περισσότερα χρώματα, και άλλες τράνταζαν την νηνεμία του κόκκινου τσαγιού μέσα στην πορσελάνινη κούπα που κρατούσε στα χέρια της. "Αύριο πρέπει να πάω και πάλι για δουλειά", σκέφτηκε. "Αύριο πρέπει πάλι να αλλάξω τα ρούχα μου και να φορέσω την ευχάριστη φωνή μου".

Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ λευκού με μαύρο, σαν μελωδία του Einaudi, σαν εκτόξευση αντιβαλλιστικού πυραύλου, σαν την αυτοκαταστροφή του. Αν μπορείς ερωτεύσου την. Αν θέλεις ξεγύμνωσέ την και φίλησέ την απ'άκρη σ'άκρη. Αναζήτησε στους πόρους της πόσο διαφέρει εν τέλει η ηδονή από την οδύνη, πόσο απέχει το cartoon από την ζωή, πόσο διονυσιακά μπορούν να είναι κάποια βήματα και πόσο αστραφτερά κάποια κοσμήματα. Σήκω από το κρεββάτι σου κι αν κρυώνεις ή βγες έξω ή κλείσε την πόρτα. Μην αλλάξεις τα ρούχα σου αύριο και μην ξαναψάξεις την αλλαγή μέσα απ΄το παλιό σου βιβλίο. Άραγε, σου άλλαξε την ζωή; Πόσο κράτησε στον χρόνο εκείνη η αίσθηση που σε τύλιξε με την τελευταία τελεία; Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ παρουσίας και απουσίας. Έτσι είναι και ο Σεπτέμβριος. Επέστρεψαν οι κάτοικοι της πόλης και την ξαναέστρεψαν εναντίον τους. Μην ανοίγεις την τηλεόραση. Αγόρασε απλά έναν ιονιστή αν θέλεις κάτι να σου ρουφάει την σκόνη από τον αέρα. Πόσα "μην", πόσα "δεν και πόσα "θα" είπα πάλι; Ξέχασέ τα όλα.

Τα ξέχασες;

Νύχτωσε. Σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα. Σήκωσε το βιβλίο από το πάτωμα και το έβαλε στο τελευταίο συρτάρι της βιβλιοθήκης. Μουρμούρισε μια αυτοσχέδια μελωδία και ήπιε την τελευταία γουλιά τσάι. Γύρισε το βλέμμα της και το άφησε να χαθεί στην αφίσσα του τοίχου. Όταν την είχε αγοράσει ήξερε πιο μέρος απεικονίζει. Τώρα πια όχι. "Μια μέρα θα φύγω από εδώ", είπε. "Μια μέρα...". Άνοιξε το πορτατίφ και ακούμπησε τα βλέφαρά της στο view-master. Ένα χαμόγελο γεννήθηκε στα χείλη της ενώ κοιτούσε με τα όλόδικά της μαγικά "κυάλια" κατευθείαν στο όνειρο, στο παραμύθι, στο διάστημα, υψώνοντας το δικό της ανάστημα. Το σώμα της ξύπνησε στριφογυρίζοντάς την σαν μπαλλαρίνα γύρω από τον εαυτό της, γύρω από το σύμπαν της.

Είναι όμορφα εκεί. Είναι ζεστά. Θα με πάρεις μαζί σου;

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

It's twenty hours


Αρκεί μια σταγόνα για να ξεχειλίσει ένα ποτήρι, μια λέξη για να σπάσει η σιωπή ή… ο πάγος, μια βροχή για να μυρίσει χώμα, ένα απαλό αεράκι για να στριφογυρίσει ο ανεμόμυλος κάτω από την τέντα, ένα χάδι για να ανατριχιάσει το δέρμα και να δια-ταραχτεί ο ρυθμός της αναπνοής. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με κεραυνό που δημιουργεί ηλεκτρικά φαινόμενα από τα κάγκελα του σπιτιού μέχρι τα δέρματα που αγγίζονται τυχαία ή δήθεν τυχαία... μοιάζει όμως και με το πρώτο άνοιγμα του κλειστού λουλουδιού για να αφιερώσει το απόκρυφο εσωτερικό του στο φως του ήλιου και στο ακόρεστο βλέμμα... μοιάζει με τον οργασμό, με τον ταυτόχρονο οργασμό που μπλέκει τις αισθήσεις με το χάος και τον ιδρώτα με την κουνταλίνι.


Αρκεί ένας αριθμός για να σε κάνει να υψωθείς πανηγυρίζοντας, ένα βλέμμα για να ερωτευτείς ή τουλάχιστον να νομίσεις ότι ερωτεύτηκες, μια απόφαση για να επαναστατήσεις, ένα χτύπημα τηλεφώνου για να αισθανθείς ανακούφιση ή ταραχή. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με το υγρό πυρ, τόσο ανεξήγητο μα και με τόσες εξηγήσεις... μοιάζει με την πρώτη πτήση του πουλιού από την φωλιά αλλά και με την πρώτη δική σου πτήση με αεροπλάνο... μοιάζει με βόλτα ίσως και με φαγητό που μπλέκει το κάρμα με το μαγείρεμα και την μουσική με το πλύσιμο των πιάτων... μοιάζει με φιλί που περιμένεις υπομονετικά να φτάσει και στα απέναντι χείλη...

Κάτι τέτοιο αναζητώ κι εγώ, μαζί σου. Αρκεί να στέκομαι δίπλα σου και αμέσως βουλιάζω βαθιά στο έδαφος για να φυτρώσω ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, ενώ με κοιτάς, και για να ανθίσω, ενώ με αγγίζεις. Άλλωστε, το είπαμε, η αγάπη είναι σαν το φιλί της ζωής... Ξαπλώνεις για ταβανοθεραπεία και βρίσκεσαι ξαφνικά σε σκουληκότρυπα να ταξιδεύεις, χωρίς να χρειάζεσαι χρήματα, από πλανήτη σε πάλσαρ, από την ζάχαρη στο αλάτι, από την κορυφή ως τα νύχια...

Γιατί φοβάσαι;

Σκέψου πως για μια μόνο φορά το ασανσέρ δεν θα σταματήσει στον τελευταίο όροφο και πως θα ανέβει λίγο πιο πάνω. Τι θα δεις αν ανοίξει η πόρτα; Είναι η υπερβορεία, ο παράδεισος, η κόλαση, ή απλά η ταράτσα; Αρκεί να βγεις έστω για εκείνη την μοναδική φορά. Αυτό που βλέπεις από μακριά είναι η ραφλέσια ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο; Θα καταλάβεις από την μυρωδιά. Είναι σκιάχτρο εκείνο στην γωνία ή ο μικρός πρίγκηπας; Θα καταλάβεις αν πλησιάσεις. Δεν χρειάζεται να γεράσεις για να καταλάβεις.

Μη φοβάσαι. Όπου κι αν ξεχνιέσαι, είτε ταξίδι αστρικό είναι αυτό, είτε ταξίδι με μετρό, μην φοβάσαι. Τι νόημα έχει η συννεφιά χωρίς βροχή; Για μένα δεν έχει.

Αρκεί μια στροφή γύρω από τον άξονά σου για να νυχτώσεις και να ξημερώσεις ξανά, μια αλλαγή στο σταυροπόδι για να νιώσεις ξεκούραση, ένα δώρο να δώσεις ή να δεχθείς για να νιώσεις ξεχωριστός άνθρωπος. Αρκεί μια επιθυμία για να μην συμβιβάζεσαι. Αυτή η στιγμή μοιάζει με ηχείο σε τέρμα ένταση στο όριο για να καεί… μοιάζει με φρεσκοβαμμένο τοίχο στο νέο σου σπίτι… μοιάζει με ηλιοβασίλεμα και με ανατολή… μοιάζει με χιονοπόλεμο, με κάστρα στην άμμο, με πετσέτα που πέφτει ενώ βγαίνεις από το μπάνιο, με πόλη που διασχίζεται από ποτάμι… μοιάζει με σένα.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Card-Postal

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Ίσως γιατί δεν είχα τι να σου πω. Ίσως γιατί είχα περισσότερα να πω από όσα θα μπορούσα να γράψω. Λένε πως μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Επιχείρησα, λοιπόν, να σου αποστείλω μια κάρτα. Διάλεξα ένα όμορφο τοπίο που μου έμοιαζε με ζωγραφιά, ειδικά κάτω από το φως της έκλειψης, κι έπειτα την στόλισα με κάμποσες λέξεις στην πίσω της επιφάνεια. Όταν είχα ολοκληρώσει με επιτυχία το έργο μου μέτρησα τις λέξεις και τις βρήκα 67. Ήταν εκείνη την στιγμή, μάλλον που αποφάσισα να μην αγγίξω με την γλώσσα μου την κόλλα του λευκού φακέλου. Όχι για να μην κινδυνεύσω να την πληγώσω με μια απότομη, ίσως, κίνηση, μα γιατί το 67 μου έμοιαζε τόσο λίγο μπροστά στο 1000. Έτσι έβγαλα από τον κόπο και την γλώσσα μου. Η κάρτα κοσμεί τώρα το τζάμι της πόρτας που χωρίζει το hall από το σαλόνι. Με δύο κινήσεις μπορώ, τώρα, να προσθέσω ή να αφαιρέσω 933 λέξεις. Απλά επιλέγω πλευρά και ανοίγω ή κλείνω την πόρτα.

Πόσο θα ήθελα με παρόμοια ευκολία να μπαίνω και να βγαίνω σε ένα όνειρο. Τόσο απλά, σαν να ανάβω τσιγάρο, σαν να βάζω μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου μου, σαν να αναπνέω. Κι ύστερα να πάψω να θέλω να ονειρεύομαι και να πείθω τον εαυτό μου αποφασιστικά, ίσως και λίγο κυνικά, πως η ζωή είναι ένα όνειρο που μέρα νύχτα το γεύομαι. Σε είδα στον ύπνο μου χθες. Δεν το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ. Γιατί έπρεπε να ξυπνήσω πρώτα για να το συνειδητοποιήσω; Απογοήτευση το λένε αυτό το συναίσθημα που βουλιάζει το αγκίστρι του στον λάρυγγα και όσο επιδέξιος κι αν είσαι, δεν μπορείς να το βγάλεις, όταν ξυπνάς μετά από ένα τόσο ζωντανό όνειρο και δηλώνεις ξάστερα την επιθυμία σου να μην είχες ξυπνήσει; Ίσως. Ίσως να το λένε και απάτη.

Έχω ένα κίτρινο φεγγάρι κρεμασμένο στον δυτικό τοίχο. Ανάβει με διακόπτη. Σβήνει με διακόπτη. Το είχα αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας πριν χρόνια. Από τότε λούζει απάτες και αγάπες με φως όπως ακριβώς ένα ακριβό σαμπουάν, εμποτισμένο με αιθέρια έλαια, λούζει το κεφάλι με άρωμα. Το άναψα χθες μόλις ξύπνησα. Χασμουρήθηκα δυνατά. Κάποτε κάποιος είχε πει πως όταν ο άνθρωπος χασμουριέται, δεν είναι γιατί νυστάζει, μα γιατί πεινάει. Για ποια πείνα να εννοούσε άραγε;

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Πώς κυλάει η ζωή σου; Εδώ, τα ίδια. Όπως τα ξέρεις. Δουλειά, σπίτι, ζέστη. Τα γνωστά. Άδεια η πόλη ακόμα. Εύκολο παρκάρισμα, τζιτζίκια που τραγουδούν μέχρι τα ξημερώματα, υψηλές ταχύτητες στους δρόμους, χαμηλές ταχύτητες στους παλμούς και αρκετή μουσική. Έκανα και μερικές βουτιές αλλά απέφυγα τα μακροβούτια αυτή την φορά. Σιγά σιγά η επιστροφή θα είναι πάλι γεγονός και για όσους φεύγουν και για όσους μένουν. Μην μου πεις ούτε για τον “κατεργάρη”, ούτε για τον πάγκο του. Δεν θέλω να ξέρω. Θα προτιμήσω την άγνοια ετούτη την φορά. Αλήθεια πάντοτε αναρωτιόμουν πώς να είναι αυτός ο πάγκος. Από τι υλικό να έχει κατασκευαστεί; Είναι γυαλισμένος με βερνίκι; Τι ύψος έχει; Είναι κατασκευασμένος για καθιστούς ή για όρθιους; Αλλά, είπαμε, μην μου πεις.

Η μέρα μικραίνει όσο περνάει ο καιρός και ο ήλιος αγγίζει την θάλασσα όλο και πιο αριστερά. Σε λίγο δεν θα μπορώ να το διακρίνω. Ένα ψηλό κτήριο θα μου κρύβει την θέαση. Το άγγιγμα εκείνες τις στιγμές θα σταματάει, για μένα, στην ταράτσα, στις κεραίες. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα όταν τα κοιτάζεις από άλλο σημείο, με άλλη αφετηρία, σε άλλη εποχή. Είναι κάτι σαν το χάδι πάνω σε ένα γυμνό σημείο του κορμιού. Είναι γυμνό το κορμί ή ντυμένο; Είναι κάτι σαν το αναποδογύρισμα του φλυτζανιού του καφέ, για να γεννηθεί ο χρησμός. Είναι κάτι σαν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που της χαρίζουν χρώμα τα μάτια που την κοιτάζουν. Θα ήθελα να δω το χρώμα του κόσμου που φωλιάζει στα μάτια σου. Πόσο κόκκινο είναι το δικό σου κόκκινο; Πόσο μαύρο το δικό σου μαύρο; Φαντάσου να μπορούσαμε να ρυθμίσουμε το contrast και να παγιδεύσουμε τα σύννεφα στην ισορροπία του δικού μας λευκού. Φαντάσου να ξάπλωνες επάνω στο ορθοπεδικό στρώμα της πραγματικότητας και να χάζευες μέσα από τρισδιάστατα βλέφαρα το περιβάλλον. Φαντάσου να μπορούσες να τα δοκιμάσεις όλα αυτά και τελικά η εικόνα να μην άλλαζε καθόλου. Λες να μην άλλαζε;

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τα σπλάχνα θα ήθελα να πληκτρολογώ και να ανακαλύπτω στους τόνους και στις παρενθέσεις, υφέσεις και διέσεις. Να γυρίζω πλευρό στο μαξιλάρι μου και να μην με νοιάζει το άνοιγμα να είναι πάντα από την δεξιά πλευρά. Να περνάω κάτω από τις αναμμένες λάμπες των δρόμων τις νύχτες και να ξέρω αν θα σβήσουν ή όχι. Να μην φοβάμαι να βουτήξω με τα ρούχα στο κύμα της πρώτης βροχής του χρόνου και να ξεθάβω από το σπασμένο πλακάκι στο μπάνιο έναν πολύτιμο θησαυρό. Να ματώνω και να μην πονάω, να γελάω πιο πολύ από το να χαμογελάω, να μην χτυπάω κάρτα στην είσοδο της δουλειάς και να μην ξεκλειδώνω την πόρτα για να μπω στο σπίτι. Να μην περιμένω τον χειμώνα το καλοκαίρι και να μην περιμένω το καλοκαίρι τον χειμώνα, να ζωγραφίζω σπιράλ μέχρι να τελειώσει το μελάνι. Να σε παίρνω από το χέρι και να πηγαίνουμε ατελείωτες βόλτες, να φωνάζω, να σωπαίνω, να κάνω έρωτα, να νιώθω έρωτα.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς το έδαφος θα ήθελα να βγάζω εισιτήριο χωρίς επιστροφή, για βελούδινα κι ακάνθινα και να μην αναρωτιέμαι γιατί. Να βγάζω εισιτήριο και να πηγαίνω να πιω παγωμένο τσάι στην είσοδο ενός igloo, να χορεύω tango μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή, να παίζω πιάνο κι εσύ να μουρμουρίζεις τα λόγια που δεν θυμάσαι. Να σε ξαναβλέπω να στέκεσαι γυμνή στην άκρη της γέφυρας και να μην μπερδεύω το παρόν με το παρελθόν. Να κάνω ηλιοθεραπεία για την θεραπεία και μόνο γι αυτήν, και να ξεκουράζομαι στο πάτωμα όπως τα πουλιά στον ουρανό. Να κλείνω το κινητό μου και να μην βιάζομαι να το ξανανοίξω, να θέλω εσένα, να θέλω εμένα. Θα ήθελα να πετούσα πέτρες επάνω στην επιφάνεια του νερού κι εκείνες να γύριζαν σαν μπούμερανγκ πάλι πίσω στα χέρια μου.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τον ουρανό θα ήθελα να κάνω τις σπονδές μου να μοιάζουν με σπουδές και τα υστερόγραφα με card-postals, να λέω αλήθεια, να ζω σε παραμύθια, να χάνομαι για ώρες σε πλακόστρωτα στενά, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να μην χρειάζομαι πυξίδες και κλεψύδρες, να μην βαφτίζω την επιστροφή καταστροφή και αντιστρόφως. Να μην βιαζομαι, να σκοντάφτω, να μαγειρεύω αφού πεινάσω, να σου μαγειρεύω. Να μην μνημονεύω τελείες και παύλες και να μην αναρωτιέμαι αν “δυο λάμδα θέλει τώρα η Γαλλία ή ένα”. Να χαϊδεύω κάκτους, να ψάχνω άρκτους, να βρίσκω δύναμη, να απεγκλωβίζω αυτοπεποίθηση, να μην σε περιμένω.

Όνειρα γλυκά...

Υ.Γ. : Ήθελα να σου γράψω νύχτες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα.