[ photo: beautiful world by vic-mon ]-Πως πέρασες την ημέρα σου;
-Δεν την πέρασα.
-Δηλαδή;
-Εκείνη πέρασε από πάνω μου. Με ξύπνησε απότομα το πρωί με ένα δυνατό σφύριγμα στα αυτιά μου κι ύστερα δρόσισε απότομα το δέρμα μου.
-Κάτι σαν ξαφνικό αεράκι;
-Κάτι σαν ανεμοστρόβιλος.
-Σε πήρε και σε σήκωσε δηλαδή.
-Κάπως έτσι.
-Και μετά;
-Αφέθηκα.
-Και που σε πήγε;
-Το πρωί στην Άπω Ανατολή, το μεσημέρι στην Άγρια Δύση και το απόγευμα στην γη του Πυρός.
-Και τώρα;
-Με γύρισε πίσω μετά το ηλιοβασίλεμα και με ξάπλωσε στον καναπέ. Ακόμα εδώ είμαι. Διψάω αλλά δεν έχω σηκωθεί ακόμα να βρέξω τα χείλη μου.
-Σήκω, πιες νερό, ρίξε κάτι πρόχειρο επάνω σου και πάμε μια βόλτα.
-Αν θέλεις έλα εσύ από εδώ.
-Γιατί να έρθω; Μπορεί να θελήσω να εμφανιστώ σαν τροπική καταιγίδα και να σε πάρω μαζί μου την νύχτα που έρχεται.
-Αν μπορείς να έρθεις σαν βοριάς τότε είσαι καλοδεχούμενος.
-Μπορώ αλλά δεν θέλω.
-Να ρωτήσω γιατί;
-Αν ανατριχιάσεις στο άγγιγμά μου, προτιμώ να είναι από επιθυμία κι όχι από παγωνιά.
-Και προτιμάς να μην έρθεις καθόλου;
-Προτιμώ το «θέλω» από το «θα ήθελα».
-Μακάρι να ήξερα τι να σου πω.
-Ξέρεις, αλλά μήπως τελικά φοβάσαι να βρέξεις τα χείλη σου όχι με νερό μα με το σάλιο σου; Φοβάσαι να υγράνεις την δίοδο της αναπνοής σου και την έξοδο των λόγων σου; Φοβάσαι να ρισκάρεις να επιτρέψεις σε δυο άλλα χείλη να ταξιδέψουν από την Άπω Ανατολή του δέρματός σου και την Άγρια Δύση των φιλιών σου μέχρι την γη του Πυρός του οργασμού σου;
-Τι εννοείς;
-Σε θέλω κι ας φοβάσαι, κι ας λυπάσαι, κι ας χαίρεσαι, κι ας ξυπνάς, κι ας κοιμάσαι. Σε θέλω. Αυτό εννοώ.
Είναι άραγε ο μόνος φόβος του ανθρώπου εκείνος του θανάτου, όπως είχα διαβάσει κάποτε, ή υπάρχουν διάφορα είδη; Είναι άραγε η μοναξιά η μόνη αξία, ή και αυτό είναι ακόμα μια δικαιολογία για να κοιμάται κάποιος μόνος του και να κάνει πως δεν το νοιάζει; Κάποτε κάποιος μου είπε πως κάπου κάνουμε λάθος και πως δεν μπορεί να τα ρίχνουμε όλα στην ζωή για το χρώμα της ψυχής μας. Είχε δίκιο, Φυσικά και είχε δίκιο. Είχε δίκιο και όταν μου είπε πως δεν αρκεί κάποιος να είναι «καλό παιδί» αλλά που και που να είναι «παιδί». Ένα παιδί που δεν φοβάται να εκφράσει την επιθυμία του και να την διεκδικήσει, να εκφράσει την όποια απορία του και να την λύσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο θάνατος ο μόνος φόβος, ίσως είναι ο μόνος που δικαιολογείται. Όλοι οι υπόλοιποι κάνουν απλά παρέα στην μοναξιά του και στην εκούσια απουσία του από τις επαναστάσεις του νου και της σάρκας του.
Ξεθάβω ετούτη την στιγμή όσον αυθορμητισμό έχει μείνει στα σπήλαιά μου. Κάνω χρήση της πρότερης εμπειρίας μου να ψάχνω νερό κάτω από την άμμο τα παλιά καλοκαίρια και να ξεχιονίζω δρόμους τους χειμώνες. Ίσως με βρεις μελαγχολικό, ίσως κυνικό, ίσως ερωτεύσιμο, ίσως απλά αδιάφορο.
Αν η ζωή ήταν ακουαρέλα, θα αγόραζα τα ακριβότερα χρωματιστά μολύβια της αγοράς και θα σχεδίαζα έναν κήπο με σαρκοφάγα φυτά στον περίγυρο. Στην ανατολική του πλευρά θα έβαζα μια λίμνη με μαύρους κύκνους και πάπιες mandarin στην επιφάνειά της και στην δυτική δυο αιώρες πλεκτές από μετάξι. Μια για μένα και μία για σένα. Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι θα ένωνε τον βορρά με τον νότο του κήπου. Αριστερά και δεξιά από το μονοπάτι θα υπήρχαν πικροδάφνες και κερασιές με αρκετές αμανίτες ανάμεσα. Στον νότο θα δέσποζε έναν περιποιημένος πλινθόκτιστος λάκκος με φίδια και στον βορρά ένας καταρράκτης που θα τροφοδοτούσε την λίμνη με νερό και ψάρια. Στον ουρανό κοράκια και χελιδόνια θα γιόρταζαν τις εποχές.
Η ζωή όμως δεν είναι ακουαρέλα. Λες να μπορεί να γίνει; Έστω ένα μικρό μπλοκάκι σημειώσεων…
Αφήνω, λοιπόν, την πιο κάτω σημείωση κι έπειτα θα κόψω το χαρτί, θα το διπλώσω προσεκτικά στα τέσσερα και αφού τρυπώσω κρυφά και αθόρυβα, θέλω να ελπίζω, στο δωμάτιό σου, θα το βάλω κάτω από το μαξιλάρι σου. Πριν φύγω θα ριψοκινδυνέψω να σε ξυπνήσω με ένα φιλί στο πόδι σου που δραπέτευσε κάτω από την κουβέρτα…
« Γεια σου. Λένε πως αν έχεις υπομονή και επιμονή μπορείς να παραβιάσεις την κλειδαριά του παρόντος χωρίς να χρειαστείς κλειδί. Λένε, επίσης, πως, μάλλον, δεν υπάρχει καν κλειδί. Λένε πως οι «ξέγνοιαστες μέρες» βρίσκονται ακριβώς εκεί μέσα, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Τι λες, λοιπόν, να το δοκιμάσουμε; Κάτι μου λέει ότι αν θελήσουμε να κοιτάξουμε από το παράθυρο, αυτό που θα δούμε θα μοιάζει σε «γιορτή λευκής νύχτας». Δεν θέλω να σε απασχολήσω πολύ, μονάχα κάτι ακόμα. Λένε πως αν μπεις μέσα, η πόρτα κλείνει πίσω σου, αλλά αυτό δεν σε τρομάζει καθόλου. Απίστευτο ε; Κι όμως, δεν αξίζει μια απόπειρα; Κάτι σαν δολοφονία του φόβου και απεξάρτηση από το «δεν ξέρω». Ελευθερία κινήσεων, δημοκρατία πράξεων, αναρχία επιλογών…
Καλή συνέχεια στον ύπνο σου και δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Μορφέα.
Α! έμεινε ένα ψίχουλο αυθορμητισμού ακόμα… Ας το μαζέψω με τα δάχτυλά μου κι αυτό…
Σε θέλω. Θέλω να γευτώ κάθε σημείο του γυμνού σου κορμιού. Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί μαζί σου.»

