Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

[ ανάμεσα ]

   
[ photo: W17 by the Ocean ]

Εκεί στην άκρη του μυαλού σου, στην γωνία που το χώμα συναντά τον τοίχο, εκεί που οι σκόνες μαζεύονται και οι αράχνες κρύβονται, μια σταγόνα της βροχής σκαρώνει σχήματα την ώρα που εγκλωβίζεται, την ώρα που αποδρά. Εκεί στα σκοτεινά που οι κνιδώσεις ενοχλούν τις κλειδώσεις, εκεί που φυτρώνουν γιασεμιά και αγριόχορτα, ένα βρεγμένο πόδι αφήνει το πιο όμορφο αποτύπωμα στο ηλιόλουστο τσιμέντο της βεράντας. Εκεί που ένα fa δίεση ερωτοτροπεί με την αναίρεση, εκεί που ένας πόνος αγκιστρώνεται στην σπονδυλική σου στήλη κι ένας ουρανίσκος αναπολεί κάποιο γλυκό κυδώνι, μια ζωή βγάζει τα ρούχα της και κάνει βουτιά στα πνευμόνια σου. Εκεί στις ρόδες του ποδηλάτου σου όταν μια γαντζωμένη πέτρα κρατάει τον ρυθμό, εκεί που νομίζεις ότι ζεις μια κανονική ημέρα και που το τσάι σου είναι πιο παγωμένο από όσο αντέχουν οι αμυγδαλές σου, ένα κρεβάτι βουλιάζει από έρωτα.

Εδώ, στις χαράδρες των πλήκτρων που αγγίζεις για να γράψεις, η βουτιά στο κενό μοιάζει με στόρι που κατεβαίνει για να σε κρύψει από ηλιαχτίδες αδιάκριτες. Εδώ, το «θέλω» σου, εδώ και το «μπορώ» σου. Μια σύγκρουση σφοδρή μεταμορφώνει τις έφηβες λαχτάρες σου σε ενήλικους συμβιβασμούς, μετουσιώνει τις γερασμένες σου πυξίδες σε παιδικά χαμόγελα. Εδώ, που η πείνα και η παιδεία τζαμάρουν σε αντιστρόφως ανάλογα πεδία, εδώ που η έμπνευση αρκείται σε ένα και μόνο ισοκράτημα για να βυθιστεί και να εκτοξευτεί στο διάστημα, εδώ που η υγρασία κυλάει σε φλέβες, και το αίμα στην άσφαλτο, κάποιος λέει για πρώτη φορά σ’αγαπώ, κάποιος ακούει για πρώτη φορά σ’αγαπώ. Εδώ τα καλωδιωμένα σου αυτιά, εδώ και τα άβαφα πρωινά σου χείλη. Εδώ που το ρολόι κυλά αριστερόστροφα τις νύχτες και δεξιόστροφα τις μέρες, που τα κολλαριστά χαρτονομίσματα φτιάχνουν τα πιο αληθοφανή origami, ένας χορός ψυχοτρόπος σπειροειδής τεντώνει τα ανθισμένα σου δάχτυλά προς τον δρόμο του χαδιού.

Είναι η στιγμή που μεσολαβεί μεταξύ ρήξης και συμφωνίας, μεταξύ πληγής και ισορροπίας, μεταξύ χαρτιού και μολυβιού, μεταξύ οργασμού και σιωπής, μεταξύ του on και του off του ραδιοφώνου. Είναι η στιγμή που γκρεμίζονται οι αγκύλες οι οποίες φυλακίζουν τα  αλατοπίπερα της αδράνειάς σου. Η στιγμή αυτή που παίζεις κρυφό, κυνηγητό, μήλα. Η στιγμή που μια πέτρα αγγίζει την επιφάνεια της θάλασσας. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα, κάποιος αποφασίζει να διεκδικήσει. Σήμερα, όπως και κάθε μέρα, κάποιος αποφασίζει να εγκαταλείψει. Είναι η στιγμή που ένας μαέστρος με επιδέξιες κινήσεις οδηγεί την ορχήστρα στα piano και τα forte, στις κορώνες και τις παύσεις. Η στιγμή αμέσως μετά την τελευταία εκπνοή του θανάτου κι εκείνη η στιγμή πριν ακουστεί το πρώτο κλάμα ενός μωρού.

Ακούς, κρυφακούς, δεν ακούς, μιλάς, φωνάζεις, ψιθυρίζεις, σωπαίνεις. Ένα νανούρισμα είναι όλα, να αγκαλιάζεις, να μεθάς να αποκοιμιέσαι. Κι ύστερα, ανάμεσα στης μούσας το φιλί και την γρατζουνιά από τα φώτα της πόλης, να ξυπνάς. Ανάμεσα. Και φτου και από την αρχή.