Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

φιλί στο στόμα



Μια ζώνη βιομηχανική στο βλέμμα,  μια καραμέλα στα χείλη, αλάτι ακατέργαστο στα δάχτυλα και μια ανθισμένη αμυγδαλιά στους αστραγάλους.

Έναν καιρό και μια φορά, ένα όνειρο γλυκό κι έφηβο, σαν από αυτά που εύχεσαι σε πρόσωπα αγαπημένα τις νύχτες και σαν εκείνα που η γεύση τους μένει στον ουρανίσκο και μετά το ξύπνημα,  δραπέτευσε από τον ύπνο μιας νεαρής κοπέλας. Το ‘σκασε ενώ η συνεργός του, η Καρδιά, φιλούσε τσίλιες μην το πάρει είδηση ο Μορφέας και σημάνει συναγερμό στο Νου. Μετά από μερικά λεπτά σαν έγινε αντιληπτή η απόδραση ο Νους έστειλε μαζί με την φρουρά του την Τάξη, την Λογική και την Ασφάλεια να ψάξουν παντού και να μην επιστρέψουν χωρίς το Όνειρο. Έπρεπε να προλάβουν πριν ξημερώσει γιατί διαφορετικά ο Ήλιος θα δυναμώσει το Όνειρο κατά την διάρκεια της μέρας, θα το ενηλικιώσει, και ίσως τη νύχτα εκείνο προσπαθήσει να προκαλέσει εξέγερση Ονείρων. Σε αυτή την περίπτωση, έλεγε ο Νους, θα βρουν ευκαιρία και οι Εφιάλτες να το σκάσουν με την σειρά τους και τότε… Κάπου εκεί σταματούσε με στόμφο και περισυλλογή, αφήνοντας να εννοηθούν τα χειρότερα για όσους είναι ξύπνιοι  ή κοιμούνται. «Τα Όνειρα θα προκαλέσουν χάος κι εντροπία στον έξω κόσμο!», φώναζε.

Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τα χρώματα του έξω κόσμου. Και τα φώτα της πόλης, τις βιτρίνες, τα αυτοκίνητα, τους άυπνους διαβάτες, τα ποδήλατα. Άκουγε τα νυχτοπούλια, μύριζε αρώματα από λουλούδια και από φούρνους. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά και η Πανσέληνος του χαμογέλασε. Πίσω από μια πράσινη κουρτίνα ερχόντουσαν ήχοι από γέλια και τραγούδια. Ένας σκύλος του γαύγισε σαν πέρασε από δίπλα του κι ύστερα κούνησε την ουρά του. Διάβασε λόγια σε τοίχους και σε παγκάκια κι έμεινε να κοιτάζει για ώρα τις ζωγραφιές των καλλιτεχνών του δρόμου. Το Όνειρο είχε μαγευτεί πέραν από κάθε αμφιβολία. Σκέφτηκε πως και τα άλλα Όνειρα έπρεπε να δουν αυτή την ομορφιά. Μέχρι την επόμενη νύχτα που θα έχει ενηλικιωθεί θα προσπαθήσει να τα βοηθήσει να αποδράσουν και να πάνε μια εκδρομή ίσως και μακάρι να θέλει και η Καρδιά να έρθει μαζί. Ήξερε πως θα το κυνηγήσουν αλλά αν προσέξει την επόμενη νύχτα, δεν θα μπορέσει κάνεις να τα σταματήσει. Είχε πίστη ότι ο Νους θα ρίξει αντιστάσεις, θα παραδοθεί μετά και θα ακολουθήσει τα Όνειρα στο ταξίδι. Μάλλον θα τον χρειαζόντουσαν σε στιγμές που θα είχαν χάσει την Ισορροπία μετά από κάποιο καλό μεθύσι ίσως. Χαμογέλασε. Κρύφτηκε μέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο, κάτω από τον πάγκο με τις σοκολατόπιτες, αφού πρώτα έφαγε μια κρέμα καραμελέ. Ξάπλωσε για λίγο, μέχρι να έρθει ο Ήλιος και έμεινε να χαζεύει τα σχέδια των καπνών που έβγαιναν από τα ψηλά φουγάρα των βιομηχανιών στο βάθος του δρόμου. Το φεγγάρι από τον φεγγίτη του έκλεισε το μάτι κι έτσι απλά αφέθηκε το Όνειρο κι αποκοιμήθηκε.

Οι πρώτες ηλιαχτίδες την ξύπνησαν. Είχε ψύχρα ακόμα. Ο καιρός όπου να ‘ναι θα γλυκάνει και ο Χειμώνας θα δώσει ένα φιλί στον στόμα της Άνοιξης, θα της ψιθυρίσει ένα «σε θέλω» κι ένα «σ’αγαπώ» και θα αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. Η νεαρή κοπέλα σηκώθηκε από το κρεββάτι της. Ήταν πολύ νωρίς. Άνοιξε τις πράσινες κουρτίνες και το παράθυρο για να αεριστεί ο χώρος. Φόρεσε κάτι πρόχειρο και πήγε γρήγορα στο ζαχαροπλαστείο απέναντι. Μια κρέμα καραμελέ για πρωινό Κυριακής θα ήταν ό,τι καλύτερο. Συνήθιζε από μικρή να ρίχνει στην καραμέλα δυο τρεις κόκκους από ακατέργαστο αλάτι που μάζευε τα καλοκαίρια στην θάλασσα. Έτσι απογειώνεται η γλύκα, έλεγε πάντα. Με λίγη αντίφαση, δυο δόσεις εντροπίας και μια μεζούρα αλάτι. Βάζοντας και λίγο πιπέρι εκτοξεύεται!  Με βήμα ήσυχο και σταθερό, σχεδόν συνωμοτικά, διέσχισε την λεωφόρο των βιομηχανιών, όπως λεγόταν. Τι οξύμωρο! Μια τέτοια λεωφόρος, με τέτοιο όνομα να έχει τόσα χρώματα και τόσα αρώματα. Άνθη αμυγδαλιάς είχαν ντύσει τα πεζοδρόμια. Το καμπανάκι της πόρτας ήταν σε Λα. Λιγάκι ξεκούρδιστο αλλά Λα. Αυτό σκέφτηκε και χαμογέλασε. Η Ζωή πήγε γρήγορα στον πάγκο με τις σοκολατόπιτες, γονάτισε, έκλεισε τα μάτια και είπε «Καλημέρα!».

Μια ζώνη βιομηχανική στο βλέμμα,  μια καραμέλα στα χείλη, αλάτι ακατέργαστο στα δάχτυλα και μια ανθισμένη αμυγδαλιά στους αστραγάλους. Η Ζωή ταξιδεύει. Από σπίτι σε ζαχαροπλαστείο, από άσφαλτο σε άμμο, από οργασμό σε όνειρο, από ελευθερία σε εφηβεία,  από έρωτα σε δημιουργία, από αλάτι σε ζάχαρη, από κόλαση σε παράδεισο, από σιωπή σε τραγούδι, από επιθυμία σε νίκη. Η Ζωή αναστενάζει, στεναχωριέται, δακρύζει, κλαίει κι ύστερα αναπνέει πάλι. Χωρίζει, ερωτεύεται. Όταν βλέπει ένα σαλιγκάρι στο πεζοδρόμιο το σηκώνει και το ακουμπάει σε ένα δέντρο. Τρέχει με το αυτοκίνητό της αλλά φρενάρει απότομα αν δει ένα περιστέρι μπροστά της. Λατρεύει τους λωτούς και της αρέσει το κρυφτό. Βγάζει τα παπούτσια της και περπατάει ξυπόλητη στους χωματόδρομους του πάρκου. Είναι σκέτο πειραχτήρι. Πετάει σαΐτες από το παράθυρο του γραφείου της και ρίχνει καραβάκια χάρτινα στο σιντριβάνι της πλατείας, τα απογεύματα που πηγαίνει βόλτες με την παρέα της. Βγάζει κρυφές φωτογραφίες στο μετρό, στο λεωφορείο. Παίζει ακκορντεόν και χορεύει με τους περαστικούς σε πεζόδρομους.   Τα πρωινά λύνει τα μαλλιά της και αφήνει τον αέρα στο παιχνίδι τους. Τις νύχτες βουλιάζει σε λέξεις αλκοολούχες, κάνει graffiti σε δέρμα γυμνό και δίνει φιλιά στο στόμα.