Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Άκρη


Συνάντησα έναν γέροντα που έπαιζε φλογέρα
στα μάτια του τα δάκρυα λιμνούλες είχαν κάνει
Πανσέληνο, τον έλεγαν οι φίλοι του οι πρώτοι
τον κοίταζαν και φώναζαν του θύμιζαν τη νιότη
το πρόσωπό του έκρυβε η ομίχλη της πατρίδας
και με έχει καθηλώσει εδώ
και με έχει φυλακίσει

Συνάντησα έναν γέροντα που ήξερε να χτίζει
στα χέρια του η άσφαλτος κομμάτι του είχε γίνει
φορές άλλες ερχότανε, φορές κάπου χανόταν
έπειθε ίσως μερικούς να γίνουν κολλητοί του
να μοιάζουν απ’τα χρόνια του, να φύγουν απ’το φως του
και να ‘ναι ελεύθεροι παντού
ελεύθεροι για πάντα

Συνάντησα έναν γέροντα, Πανσέληνο, τον είπαν
και μάζεψα τα χνάρια του κι έφτασα στην άκρη

ήσουν κι εσύ εκεί, λίγο πριν από μένα.