Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Alone with you


Ξυπνάνε στον ύπνο τους οι ψυχές και βγαίνουν βόλτα για να δουν το σκοτάδι. Είναι σαν χάδι που τις κρατάει ζωντανές. Για να κρατάνε αγκαλιά τις ευχές. Μια ευχή, σαν βραδυνή προσευχή θέλω κι απόψε να χαρίσω σε σένα, που είσαι αλλού. Πουθενά και παντού. Πίνοντας νέκταρ στα στενά του μυαλού. Ξέρεις, εκείνο το νέκταρ που ρέει ανάμεσα σε συμπληγάδες και γλυκαίνει, μουδιάζει τα χείλη. Εκείνο το νέκταρ που αν πιεις πολύ, σε  αφυδατώνει. Κι ύστερα φοράς τους πολύχρωμους σκούφους σου και τυλίγεις γύρω από τον λαιμό σου ζεστά φουλάρια. Να κρατούν το κρύο μακριά. Να φέρνουν τα βλέμματα κοντά. Και με την αφυδάτωση; Ένα σφηνάκι θεραπεία να είχες, να τα έδιωχνε όλα; Ένα άγγιγμα απρόσεχτο, ένα χάδι προσεγμένο. Κι ύστερα σιγή; Πόσων λεπτών; Ένός. Ενός λεπτού κι ενός φιλιού ελευθερία.

Κλέινεις τα μάτια σου. Εϊσαι όμορφη. Ανοίγεις τα μάτια σου. Εϊσαι όμορφη. Δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις πως ενώ κυλούν τα χρόνια, τα μονά , τα ζυγά ,τα δίσεκτα, εσύ υψώνεσαι. Έχεις παρατηρήσει τα μάυρα πουλιά του Δεκέμβρη που μεταναστεύουν σε σμήνη; Πετούν πάνω από την πόλη στην ανατολή και στην δύση. Ζωγραφίζουν τον ουρανό για δευτερόλεπτα. Τόσο κρατάει το σχέδιο που σκαρώνουν εκεί ψηλά. Σαν γλυπτό πάνω στην άμμο που το σκορπάει ο άνεμος και το λιώνει το κύμα στις ακτές. Τόσο. Όσο κρατάει η ζωή.

Μην αναρωτιέσαι, αν μιλώ για σένα. Μην απορείς που μιλώ για σένα μετά από τόσα χρόνια. Μια φορά κι έναν καιρό σε συνάντησα. Κι αυτό ήταν αρκετό. Καιρός ήταν. Μην μου πεις ότι δεν το περίμενες.

Ο κόσμος δεν καταστράφηκε τελικά. Η χώρα δεν σώθηκε. Οι άνθρωποι στα πέρατα του πλανήτη αναπαύονται κατά πλειοψηφία. Κάποιοι ταξιδεύουν, κάποιοι αναστενάζουν, κάποιοι αγωνίζονται, κάποιοι ναρκώνονται, κάποιοι ναρκώνουν, κάποιοι αγαπούν, κάποιοι αγαπιούνται, κάποιοι εξομολογούνται, κάποιοι φοβούνται, κάποιοι λαχταρούν, κάποιοι φεύγουν, κάποιοι γεννιούνται, κάποιοι οργίζονται κι ύστερα αηδιάζουν. Αναπαύσεις και προσοχές δεν έχουν χώρο στη δημιουργία. Ανακατεύω μερικές νότες με λίγο φως από την σόμπα μου. Ρίχνω δυο γουλιές ουίσκι στο στομάχι μου, εκεί που έδρασαν τα δακρυγόνα για μήνες, τυλίγω με χρωματιστό γκοφρέ χαρτί τα λευκά λαμπάκια του τοίχου, βγάζω τις μπαταρίες από το ρολόι, βουτάω ένα λουλούδι του δάσους στην όσφρησή μου. Οι πόλοι δεν ανεστράφησαν. Σε θέλω.

Να πως μπερδεύονται επαναστάσεις με αναστάσεις, μολότωφ με μαξιλάρια, φωτιές με αφυδατώσεις, συντέλειες με επιθυμίες, ελευθερίες με συμπληγάδες, αναστεναγμοί με γεννήσεις, ευχές με προσευχές, ελπίδες με απελπισίες, λουλούδια με σκοτάδια.

Θέλω να σε δω να ξυπνάς. Να κρυώνεις και να κουκουλώνεσαι κάτω από τις κουβέρτες. Να  μπαίνει ο ήλιος από τις χαραμάδες της μπαλκονόπορτας και να σου πιάνει κουβέντα. Θέλω να σε δω να περπατάς επάνω σε τσιμεντένια πατώματα, σε χώματα στολισμένα από πεσμένα φύλλα, σε παρκέ που τρίζουν, στην άμμο. Θέλω να σε δω να ταξιδεύεις με τρένο, με αεροπλάνο, με αερόστατο. Να φυσάς ένα κερί για να σβήσει, να διαβάζεις ένα βιβλίο, να ανακαλύπτεις simulacra στα σύννεφα. Θέλω να σε δω να ξεκλειδώνεις την πόρτα του σπιτιού σου, να βγάζεις τα παπούτσια σου, να παίρνεις το λαπτοπ σου στην αγκαλιά. Να βγαίνεις από το μπάνιο τυλιγμένη στην πετσέτα σου, να βάφεις τα νύχια σου, να τα ξεβάφεις, να γεύεσαι μια ζεστή σοκολάτα. Θέλω να σε ακούσω να μουρμουρίζεις στο αυτί μου, να περπατήσεις μαζί μου κάτω από την δυνατή βροχή με ή χωρίς ομπρέλλα. Να εισπνέεις μια ισχυρή δόση οξυγόνου μετά το μακροβούτι, να παίζεις χιονοπόλεμο, να πετάς πέτρες στην επιφάνεια της ήσυχης θάλασσας. Θέλω να σε δω να ψωνίζεις στο σουπερ μάρκετ, να δακρύζεις στο τέλος μιας ταινίας, να μεθάς. Θέλω να σε δω να με φιλάς, να παίζεις κρυφτό, να μυρίζεις ένα λουλούδι, να κάνεις βόλτες με το ποδήλατό σου, να τραγουδάς μαζί μου, να πολεμάς μαζί μου. Θέλω να σε δω γυμνή. Να με κρατάς, να μου μιλάς για ό,τι γουστάρεις και να το λες όπως γουστάρεις. Θέλω να σε δω γράφεις με κιμωλία, να σβήνεις, να μουντζουρώνεις, να σκιτσάρεις, να διορθώνεις. Να αντιστέκεσαι στις τυρρανίες, να κερδίζεις ή να χάνεις, να βυθίζεσαι, να μην εγκαταλείπεις, να λείπεις, να μην λείπεις. Θέλω να σε δω να χαζεύεις το χριστουγεννιάτικό σου δέντρο και να χάνεσαι, να βάφεσαι πριν βγεις, να ξεβάφεσαι όταν γυρίσεις. Να θυμώνεις, να γελάς δυνατά, να με ξαφνιάζεις. Θέλω να σε δω να χορεύεις. 

Να πως μπερδεύονται ένα Λα ύφεση με ένα Σολ δίεση, ένα παστέλ με μία τέμπερα, ένα βιολοντσέλο με ένα γυμνό κορμί, το Άλφα του Κενταύρου με το Δέλτα του Κρόνεκερ.
Εσύ με εμένα.





[ Τέλος έκτου Δεκέμβρη ]


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Άκρη


Συνάντησα έναν γέροντα που έπαιζε φλογέρα
στα μάτια του τα δάκρυα λιμνούλες είχαν κάνει
Πανσέληνο, τον έλεγαν οι φίλοι του οι πρώτοι
τον κοίταζαν και φώναζαν του θύμιζαν τη νιότη
το πρόσωπό του έκρυβε η ομίχλη της πατρίδας
και με έχει καθηλώσει εδώ
και με έχει φυλακίσει

Συνάντησα έναν γέροντα που ήξερε να χτίζει
στα χέρια του η άσφαλτος κομμάτι του είχε γίνει
φορές άλλες ερχότανε, φορές κάπου χανόταν
έπειθε ίσως μερικούς να γίνουν κολλητοί του
να μοιάζουν απ’τα χρόνια του, να φύγουν απ’το φως του
και να ‘ναι ελεύθεροι παντού
ελεύθεροι για πάντα

Συνάντησα έναν γέροντα, Πανσέληνο, τον είπαν
και μάζεψα τα χνάρια του κι έφτασα στην άκρη

ήσουν κι εσύ εκεί, λίγο πριν από μένα.




Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

L'eau de Vie



Μιλώ με εσένα που κάθεσαι στο πλάι μου. Εσένα που έκανες το δάκρυ χαμόγελο, έστω για μια στιγμή. Το δικό σου και το δικό μου. Μιλώ με εσένα που με διαβάζεις τώρα και κάνεις τσουλήθρα στο «ύψιλον» και παίζεις κρυφτό στο «ωμέγα». Εσένα που αποκοιμήθηκες θεραπευόμενη και ξύπνησες θεραπευμένη. Ή μήπως ήταν αντίστροφα; Μιλώ με εσένα που έφερες χρώματα μαζί σου από τις διακοπές και χώματα από τις ενοχές. Εσένα που άκουσες λέξεις σκληρές, που είπες λόγια γλυκά. Ή μήπως ήταν αντίστροφα; Γύρισες με χάδια και ξεφλουδίσματα, ταχυπαλμίες, μελαγχολίες, νοσταλγίες. Γύρισες με ζάλη αλκοολούχα και περπάτημα, με άμμο κι επιθυμία. Μιλώ με εσένα που ήπιες από το «νερό της ζωής» και είπες ότι θα το φέρω μαζί μου εδώ και θα το κάνω λέξεις. Εσένα που έγινες σκιά σε μια φωτογραφία, φωτιά σε μια βιογραφία. Μιλώ με εσένα που βυθίστηκες στο άγνωστο και το γνώριμο, στο ώριμο και το ανώριμο. Εσένα.

Θυμάσαι εκείνη την νύχτα που αφόπλισες την υψηλή υγρασία με ένα πεφταστέρι; Όπλισες τα χέρια σου, αρμάτωσες την φιγούρα σου και με μια ισχυρή εκπνοή έστειλες τη μυρωδιά από το φρέσκο θυμάρι στους δρόμους της μακρινής πόλης. Σαν τον ξενομπάτη, που απλώνει τα βήματά του σε αφρούς και σε ασφάλτους, σε βυθούς και σε πατώματα. Κάπως έτσι είναι οι σιωπές. Πλεγμένες σαν αυτοσχέδιο φυλαχτό στο πάθος τους. Κάπως έτσι είναι οι κραυγές. Γαντζωμένες στην άκρη ενός μολυβιού που υπογραμμίζει  φράσεις που φαντάζουν ενδιαφέρουσες σε ένα βιβλίο.

Μοιράζεσαι, δίνεσαι, απομακρύνεσαι, κρύβεσαι, γελάς, φωνάζεις, κλαις, σωπαίνεις, δίνεις, παίρνεις, φωλιάζεις, αγκαλιάζεσαι, στενάζεις, αγχώνεσαι, αδειάζεις, παγώνεις, χορεύεις, βουλιάζεις, ζεις, ονειρεύεσαι, εύχεσαι, ερεθίζεσαι, εμπιστεύεσαι, φοβάσαι, ρισκάρεις, επιτίθεσαι, λανθάνεις, πονάς, ερωτεύεσαι. Μιλώ με εσένα που κλείνεις τα μάτια όταν τραγουδάς. Εσένα που όταν φιλάς η ανάσα σου κόβεται και γίνεται φιάλη του οξυγόνου σου η λαχτάρα. Μιλώ με εσένα που προσφέρεις το γυμνό σου κορμί σε βλέμματα. Εσένα που ρίχνεις τον γυμνό σου εαυτό σε πηγάδια. Ένα άγγιγμα που δεν μένει μόνο στο δέρμα, μονάχα τότε μετουσιώνεται σε χάδι.

Κάπως έτσι μια δροσερή γουλιά διώχνει την αφυδάτωση, μια επανάσταση έχει πάντοτε αιτία, ένα μελωδικό πρωινό ξύπνημα μένει αξέχαστο, ένα μακροβούτι σε ζεστά πράσινα νερά διώχνει “τέρατα”. Κάπως έτσι μια νέα γεύση χαρίζει χρόνο ζωής και αποστειρώνει ανασφάλειες, μια νύχτα σε έναν ολοσκότεινο τόπο μοιάζει ολόφωτη, ένας χορός μοιάζει με έρωτα, ένας φάρος με πλοίο. Κάπως έτσι σηκώνονται γροθιές στο αέρα, υψώνονται εφευρέσεις στα σύννεφα, ανακαλύπτονται θαύματα και χαμόγελα πίσω από τις μεσοτοιχίες, κρυμμένα μυστικά κουτιά πίσω από ένα σπασμένο πλακάκι στο μπάνιο. Κάπως έτσι γέννιουνται οι οργασμοί, πληθαίνουν οι προορισμοί, αίρονται οι φραγμοί. 

Μιλώ με εσένα που με κοιτάζεις, που με ακούς. Εσένα που με ρώτησες αν βρήκα ίσως αυτό που έψαχνα. Βρήκα πράγματα που δεν είχα.

Μιλώ με εσένα. Μιλώ με εμένα.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Συνταγή


...μια ιστορία χρόνων στο εδώ και στο τώρα, χαρισμένη...


συνοδευόμενη από ένα απόσπασμα του "Cap ou pas cap...?" :


"Κι αν ο κλιματισμός της ζωής μου χαλάσει και σε μέρες καύσωνα σαν κι αυτήν δεν μπορώ να σε δροσίσω με την ίδια ευκολία και την ίδια επιτυχία; Κι αν σου ζητήσω να μαζέψεις ότι απέμεινε από το δέρμα μου στα σεντόνια και να το πετάξεις από το μπαλκόνι; Αντέχεις να μην με ρωτήσεις γιατί; Κι αν σου ζητήσω να διαλέξεις ανάμεσα στην ομορφιά και στα σκουπίδια; Μπορείς να μην μου θυμώσεις; Αντέχεις; Κι αν σου πω πως αισθάνομαι για σένα μπορείς να μην προσπαθήσεις να προσγειώσεις τα λεγόμενά μου; Ε; Κι αν σου ζητήσω να με ξεδιψάσεις; Αντέχεις να παραδεχτείς ότι το κάνεις από έρωτα; Μπορείς να με βοηθήσεις να αλλάξω και τα τελευταία κομμάτια δέρματος που απέμειναν γαντζωμένα στα μπράτσα μου; Αντέχεις να φιλήσεις τις πληγές μου και να χαϊδέψεις τα πόδια μου; Αντέχεις να ξετυλιχτείς από το σεντόνι που κρύβει το κορμί σου και να πετάξεις την μάσκα της θλίψης στην θάλασσα;"


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Αφορμή Πολέμου



σε μια στιγμή αλλάζει μια ζωή
μονάχα πάθος να γεννάς
να ανάβεις σπίθα μιας φωτιάς

έξω να βγαίνεις
από τοίχους τέταρτους

κι εκεί στο ακριβώς μετά το ίσον

σαν ισοκράτημα η φωνή σου 
στα συνθήματα
σαν χαμογέλιο το κορμί σου
στα πατήματα

άνω σαν θρώσκεις 
από απόγνωση, οργή, ανεμελιά ή ελπίδα
έχε το χέρι σου σ’ ένα άλλο χέρι
σφιχτά κι ελεύθερα.





[ ...οι λέξεις γεννήθηκαν στους τίτλους τέλους της ταινίας μικρού μήκους: casus belli .
Ευχαριστώ στην Roadartist , η οποία την έφερε εντός μου. ]



Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

twelve

[ απόσπασμα ενός Μάη, δώδεκα χρόνια πριν ]



...άλλη μια άνοιξη ξανά
με πρωτοβρόχια και σκισμένα πανιά
γιορτές, λουλούδια κόκκινα
ξενιτεμένα όνειρα
που ζουν ακόμη
κι είναι βρεγμένοι οι δρόμοι
κι όπου κοιτάζω εσένα έχω στην ματιά
δυο μπλε ουρανούς με σύννεφα ξανθά
μια τρικυμία
μια τιμωρία
κάτι φωνάζει από μίλια μακριά

για περίμενε, να δεις
ένας είναι ο ουρανός της γης
μία δύση, μια ανατολή
κι ένα γέλιο έτσι για αρχή

άλλη μια άνοιξη ξανά
κι είναι το καλοκαίρι που έλεγες κοντά
πάλι ταξίδια
κι άλλα στολίδια
να 'σαι καλά κι ας είσαι μακριά
τι κι αν ο χρόνος είναι εχθρός για τα καλά
μα όχι για πάντα
τι πάει να πει «για πάντα»;
κάτι φωνάζει από μίλια μακριά

για περίμενε και μη μου πεις
τι δεν θα 'δινες να χαθείς
στο τσιγάρο της, καπνός
μες την πόλη του φωτός

άλλη μια άνοιξη ξανά
με 7 χειμώνες και λυτά τα μαλλιά
με κάποια λόγια και τα μάτια στεγνά
πόσο μου λείπεις.



Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Άνοιξε το παράθυρο...

Αυθόρμητη Διασκευή του ομώνυμου τραγουδιού 
σε στίχους του Ερρίκου Θαλάσσινου και μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου.
Πρώτη Εκτέλεση: Αντώνης Καλογιάννης ]


Αυτή η άνοιξη ας μην πάει χαμένη...



Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

smile to unlock


Είναι αργά; Κάποιοι θα σου πουν πως ποτέ δεν είναι αργά.

Είναι νωρίς; Ξέρεις…, να έχουν εξημερωθεί τα τέρατα ή μήπως θέλει κι άλλο λίγο; Ερωτηματικό κι αυτό…! Τόνοι, κόμματα, γράμματα, κεφαλαία ή μικρά, λέξεις ύποπτες, μυστήριες, λυτρωτικές, ερωτικές, σκληρές. Λέξεις χύμα, χυμός για τον εγκέφαλο, δροσιά για την ψυχή σου, ζέστη στις άκρες των δαχτύλων σου, δίφθογγοι-μουρμουρητά σαν μακρινές κραυγές που έφτασαν στα αυτιά σου από κάποια άλλη πιο “δραστήρια” γειτονιά. Κλείνεις τα μάτια σου και ακούς ένα ψίθυρο. Να ήταν το πληκτρολόγιό σου, ο ήχος μιας ανάσας στο διπλανό μαξιλάρι, ένας πυροβολισμός, ένας οργασμός, ένα δακρυγόνο, ή μήπως το πρώτο κρακ ενός καρπού που γέννησε βιοδυναμικά ο πλανήτης που σε φιλοξενεί;

Σιωπές, φωνές, μπερδεύονται κι εσύ μαζί τους. Μου έχεις λείψει. Είναι καιρός τώρα που η οσμή του μπαρουτιού αγκιστρώνεται στα ρουθούνια μου και κάνει τραμπάλα με τον καπνό από τα τσιγάρα μου. Παιχνίδι. Περίεργο παιχνίδι. Μοναχικό και πολύβουο. Σαν κλίμακα που πρέπει να παίξεις μονομιάς σε ένα πανάκριβο πιάνο με ουρά. Σαν κλιμακοστάσιο μιας προαστιακής πολυκατοικίας. Εκεί που η Βαβέλ ξαναβαφτίζεται πίσω από την ησυχία του ανενεργού, για πρώτο χειμώνα, καυστήρα ενός καλοριφέρ. Κι εσύ στον δικό σου “χώρο”. Στο δωμάτιό σου με κλειστά παράθυρα, διακοσμημένα με κάγκελά για να σε “προφυλάσσουν” από την βία της πόλης σου. Από την αδράνεια της ζωής σου.

Αλταία, μολοχάνθη, λιναρόσπορος. Ποτίζεσαι κι εσύ μελωδικά για να αποφύγεις των ορίζοντα των γεγονότων. Να προλάβεις να αποτραβηχτείς από το κατώφλι της μάυρης τρύπας, έστω και την τελευταία στιγμή. Μια γουλιά και μια χρεωκοπία. Μια ρουφηξιά και μια αντίσταση. Εμετός. Εκπνοή. Μην ξεχάσεις να πάρεις το χάπι σου το πρωινό. Όπως πάντα, τις μονές μέρες. Τις ζυγές το μενού έχει κόκκινο κρασί. Βαθύ κόκκινο.

Αίμα στους δρόμους. Αίμα στις φλέβες.

Δώσε μου το χέρι σου. Δεν θα σου πω την μοίρα σου. Δεν θα κάνω βαρκάδα στο ρυάκι της γραμμής της ζωής σου. Μονάχα να ξαποστάσω στις όχθες θέλω. Να κοιτάξω τον αντικατοπτρισμό της μορφής μου στα ήσυχα νερά, μέχρι να βάλει αέρα. Να μετουσιωθεί σε χείμαρρο ορμητικό το ρυάκι και να με συνεπάρει, να με βυθίσει, να με βγάλει στον αφρό, να με χτυπήσει σε κάποιον βράχο. Και τότε εσύ να με τραβήξεις πάνω στην βάρκα σου, να περιποιηθείς τις επιπόλαιες πληγές μου μεθοδικά, και λίγο πριν τον καταρράκτη, να μου τραγουδήσεις σε κάποιον απόκοσμο σκοπό μια ωδή για την ελευθερία.

Τι μικρός που είναι ο κόσμος…, ο δικός μας, ο απέραντος.
Ξεκλείδωσε και μπες. Ξεκλείδωσε και βγες.