Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα ουρλιαχτό και μια λαχτάρα



Πώς να κοιτάξω από τον φεγγίτη; Πρέπει, ίσως, να ανέβω ψηλά για να κρυφοκοιτάξω την σιωπή που σέρνεται στο πεζοδρόμιο, σαν την αδράνεια, και με αναρριχώμενη δεξιότητα, ή μανία κάποιες φορές, γαργαλάει το τζάμι κρύβοντας τις αδέσποτες αχτίδες του ήλιου. Μερικές από αυτές θα διαρρήξουν τον φεγγίτη και θα ξαπλώσουν στο ταβάνι. Ήσυχα ίσως. Κάποιες, όμως, σε ετοιμότητα δήθεν πολεμική, θα μείνουν στα προάστια του πεζοδρομίου, πίσω από τις κουρτίνες κάποιου “πολυτελούς” υπονόμου, να φυλάνε τσίλιες για εκείνη την ώρα που θα καταφθάνουν ορμητικά και επιθετικά τα σύννεφα.

Αγαπάω τα σύννεφα. Τα λευκά, που περνοδιαβαίνουν στον ορίζοντα κι έχουν όλα τα σχέδια που μπορείς να σκαρφιστείς. Όλα. Πιο πολύ όμως αγαπάω εκείνα που κουβαλούν στους πολύχρωμους κουβάδες τους νερό. “Βροχή, το λένε!” θα μου πεις. Νερό, που φέρνει λίμνες στους δρόμους. Λίμνες δίχως ροδοπελεκάνους και βαρκάρηδες. Είναι τότε που οφείλεις στον εαυτό σου να κολυμπήσεις από την μία όχθη στην άλλη. Αν έχεις τις κατάλληλες δεξιότητες και βοηθάει η παρουσία του αέρα, ίσως προλάβεις με ένα γρήγορο άλμα να αρπάξεις μια από τις ξεχασμένες και απρόσεκτες ηλιαχτίδες στο ταβάνι σου, και να την μεταποιήσεις σε σανίδα. Να έχεις κάπου να ξαποσταίνεις όταν βρεθείς στα ανοιχτά και δεν χρειάζεται να παλεύεις με τα κύματα. Σκέψου, αν χειριστείς μεθοδικά τις αναπνοές σου, ίσως, να βγεις περπατώντας εκεί απέναντι. Περπατώντας κι όχι έρποντας. Αφήνοντας τα χνάρια των γυμνών σου πελμάτων στο τσιμέντο. Να ομορφύνει το γκρίζο. Να μην χαθούν οι επόμενοι.

Θέλω να έρθεις. Να έρθεις εδώ να κολυμπήσουμε μαζί. Να διοχετεύσουμε οργή και πάθος σε ότι γουστάρουμε. Ας έχει ότι θέλει. Ας έχει λιακάδα, συννεφιά, ξηρασία, βροχή. Δεν με νοιάζει αν θα κουραστώ, αν θα πονέσω, αν θα γελάσω. Να ζω θέλω. Να ζω δίχως να αφήνω τις αυταπάτες της απάτης και της ανασφάλειας να ακονίζουν όσα “αιχμηρά” αγγίζουν επιπόλαια ή παραπλανητικά το μυαλό μου. Ας ματώσω. Δεν μπορούν να παίξουν με την ψυχή. Δεν μπορούν να πυροβολήσουν την σκέψη. Ούτε αδέσποτα, ούτε ελεγχόμενα, ούτε συντεταγμένα. Ακούς; Θέλω να έρθεις να με κοιτάξεις και να πλησιάσεις στο αριστερό μου αυτί. Με τα χείλη σου ίσα που να αγγίξεις το δέρμα μου και να μου ψιθυρίσεις γλυκά κι ερωτικά το πιο αναπάντεχο και αλεξίσφαιρο όνειρό σου. Κι ύστερα να σε πάρω από το χέρι και να μελοποιήσουμε τον ψίθυρο, να αφαλατώσουμε  σε ουρλιαχτό την λαχτάρα.

Σε κρατάω. Μου αρέσουν τα σκοτεινά σημεία των δρόμων. Ξέρεις, σαν εκείνα όπου καθώς περνάς κάτω από μια σβηστή λάμπα, με τρόπο μαγικό εκείνη ανάβει ξαφνικά. Όπως στα κινούμενα σχέδια όταν καταφθάνει από “μακριά” μια σπουδαία ιδέα. Κι εκεί που δεν το περιμένεις παίρνεις απότομα και ανεμπόδιστα φόρα. Ό ένας δίνει λίγη από την δύναμή του στον άλλον και σκαρφαλώνετε μαζί στον φεγγίτη σε μια εισπνοή. Έχει κάγκελα; Ακόμα καλύτερα. Φίλησέ με και θα εξαφανιστούν. Κοίταξέ με και είμαστε ελεύθεροι. Ή τώρα ή ποτέ.






IDEAS ARE BULLETPROOF

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Saoirse



Η ζωή μια μισοτελειωμένη πορτοκαλάδα
σε στιγμή αγωνίας όταν δεν προλαβαίνεις
η ζωή σ'ένα φλας-μπακ έτσι απλά για να θυμάσαι
πόσα χρόνια θα φοβάσαι; δεν βαρέθηκες;

Η ζωή σαν μία λάμπα πετρελαίου αναμμένη
για τις ώρες που το φως εξαφανίστηκε
η ζωή μες την καρδιά σου, στην γωνία στοιβαγμένη
πόσα χρόνια θα φοβάσαι; δεν βαρέθηκες;

Η ζωή σε ένα βιβλίο που το τέλειωσες αμέσως
ξαφνικά μ'ένα στιχάκι την καρδιά σου πας ταξίδι
η ζωή, ηλεκτρικός σταθμός, καφές σ'ένα φλυντζάνι
πόσα χρόνια θα φοβάσαι; δεν βαρέθηκες;


Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

PopCorn




Στρίβω τσιγάρο να δω σινεμά
κι ένα στρουμφάκι μου δανείζει φωτιά
δίπλα ο Tweety φοράει γυαλιά
έχει μυωπία, τα βλέπει θολά

Παίζει στο έργο μια ωραία γυνή
κρυφά περιμένουμε να μείνει γυμνή
δεν θα μας κάνει την χάρη να δεις
μου είπε ο Ποπάυ: "είναι καλής ανατροφής…"

Έπεσαν τίτλοι και είναι σκοτεινά
ο Μπομπ Σφουγγαράκης κοιμάται μπροστά
πάω να πιω ένα αναβράζον ντεπόν
μάλλον με πείραξε το ποπ κορν

Βγαίνω στον δρόμο και πιάνει βροχή
η Κάντυ Κάντυ τρέχει να καλυφθεί
κάνω ένα σήμα στο πρώτο ταξί
τρέχει ο Ντόναλντ, προλαβαίνει να μπει

Γύρισα σπίτι με τα πόδια από εκεί
ανοίγω παράθυρα, αέρας να μπει
βλέπω στην γλάστρα ήταν ο Μάρτιν κι ο Νιλς
έκαναν στάση, λέει, λόγω βροχής

Σβήνω τα φώτα για να κοιμηθώ
η Jessica Rabbit με φιλάει στον λαιμό
γουργουρίζει κι ο Πλούτο θέλει φαϊ
απέναντι ο Γκαρφιλντ έχει γιορτή

Φαντάσου σκηνικό
το μυστικό είναι εδώ

Αν κυλάνε οι ζωές σαν δίσεκτες χρονιές
θυμήσου, δεν γεννηθήκες χθες
κι αν γουστάρεις να γελάς, να σιγοτραγουδάς
θυμήσου τότε, μην σταματάς!






Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Εντός, εκτός κι ελεύθερα...




Είναι κάτι άνθρωποι που ψιθυρίζουν με ηδονή κι απάντηση δεν ακούν κι ας παίρνουν. Είναι κάτι άνθρωποι που δίνουν απάντηση στο χρώμα της μελανιάς του σώματος κι ύστερα περιμένουν κι άλλο. Κάτι άνθρωποι που διώχνουν κρατώντας, που περπατούν καθιστοί, που νοσταλγούν ό,τι δεν έζησαν ακόμα. Αρπακτικά την μια, Φαγώσιμα την άλλη. Άνθρωποι που μάτια έχουν αλλά δεν κοιτάζουν, που χάδια έχουν αλλά δεν χαρίζουν. Μέσα στην ασφάλεια της ανασφάλειάς τους, ορκίζονται πως λένε την αλήθεια, και αυνανίζονται την πίκρα τους για να την ξαποστείλουν. Είναι κάτι άνθρωποι που ερωτεύονται μα δεν γιατρεύονται. Που γιατρεύονται μα δεν ερωτεύονται. Γιατρεύονται;

Και είναι τότε που ένας ανύπαρκτος εχθρός κηρύσει τον πόλεμο. Έντός. Εντός σου. Άλλωστε αργά ή γρήγορα θα είσαι μαζί κι εσύ, κάπου εκεί ανάμεσα στις συστάδες των δέντρων του μακρινού δάσους που έβλεπες μικρός από το παράθυρο του δωματίου σου, κι έλεγες ότι κάποτε θα επισκεφτείς, μα στην πορεία το ξέχασες και σε ξέχασες δίπλα σε κάποιο ηχείο, μπροστά σε μια λαμπερή οθόνη, κάτω από ένα ουρανό στο χρώμα της ώχρας που δεν σου χαρίζει ούτε ηλιαχτίδες ούτε σκιές.

Μια από τις επόμενες νύχτες, σβήσε το κλιμαστιστικό και βγες στο μπαλκόνι. Έχει δροσιά αυτό το φθινόπωρο. Έχει ελπίδα, φωνές και αγγίγματα. Ίσως αν κλείσεις τα μάτια σου για λίγο, να ακούσεις την ελευθερία σε κάποιο ρούχο που στεγνώνει και ανεμίζει στην απέναντι ταράτσα. Ίσως αν ανοίξεις τα μάτια σου ένα χέρι να κρατάει το δικό σου.

Ήρθε η στιγμή. Σου χαμογελάω. Πάμε βόλτα. Εντός, εκτός κι ελεύθερα.