Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Recreación

[ photo: Rain by Sugarcream ]

Ήταν 4:22 τα ξημερώματα. Άνοιξα τα μάτια μου κι εστίασα στην λωρίδα φωτός που γεννιόταν από την νύχτα, μπουσουλούσε στο μπαλκόνι μου και χάιδευε καθέτως, δήθεν ερωτικά, την άκρη της καφέ κουρτίνας του υπνοδωματίου. Άπλωσα το χέρι μου, δήθεν αδιάφορα, αναζητώντας την γυμνή σου πλάτη. Μουρμούρισα κάτι απροσδιόριστο, που μάλλον είχα κληρονομήσει κολυμπώντας κάπου ανάμεσα σε κύματα Θήτα και κύματα Δέλτα, κι ύστερα... σιωπή. Ξέρεις, εκείνη η σιωπή που διακόπτεται ξαφνικά από ένα δυνατό φρενάρισμα στον δρόμο της πόλης ή στον χρόνο της σκέψης. Τόσο δυνατό όσο να σε κρατήσει σε αγρύπνια μέχρι το ξημέρωμα. Όχι από ταραχή. 

Φιλοξενούμενος στο σπίτι μου. Δεν έχω όμως παράπονο. Σηκώθηκα από το διπλό μου κρεβάτι, πήρα από το χέρι το “φρενάρισμα” και καθίσαμε, σχεδόν αντικριστά, στις δύο άκρες του καναπέ με το πράσινο ριχτάρι. Όχι για να λογαριαστούμε. Μια μικρή ανταλλαγή αναπνοών ίσως. Και γιατί όχι; Μπορεί και να συγχρονιστούν οι παλμοί της καρδιάς μας πάνω σε μια βαθιά, πολύ βαθιά εκπνοή. Μας σέρβιρα γλυκό κόκκινο κρασί. Ίσως μια όμορφη ζάλη επιτρέψει πιο εύκολα να επιστρέψω στο μαξιλάρι μου και να χαζέψω ήσυχα, και δήθεν αβίαστα, την φιγούρα του κορμιού σου. Όσο για το “φρενάρισμα”, θα ανοίξω την μπαλκονόπορτα και θα το αφήσω έξω, μεθυσμένο, να κάνει παρέα στα ξεχασμένα, εδώ και μέρες, σκουπίδια.

Δεν θα με ξαναενοχλήσει. Θα το πετάξω σαν ξημερώσει στους μπλε κάδους ανακύκλωσης, και θα γυρίσω επάνω, όχι με το ασανσέρ, να φιλήσω τα πρωινά κλειστά σου χείλη. Κι αφού ανακυκλωθεί και ξαναγεννηθεί…, ίσως να μοιάζει με έρωτα. 

Mε ξεγνοιασιά.