Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Ένα

[ photo: stay by lunariya ]


Να ξέρεις μόνο ότι βρέχει πολύ. Μυρίζει χώμα. Πέρασε από τους κυματισμούς της κουρτίνας, ανέβηκε στο κουρτινόξυλο και με ένα σάλτο αυτοκτόνησε μέσα μου εκείνη η μυρωδιά. Στην αρχή νόμιζα πως με δρόσιζε, κι ύστερα πως με πάγωνε. Τόσο πολύ διαφορετική από την δική σου μυρωδιά! Τόσο αντίθετη που όταν βουτούσα μέσα της, έκλεινα τα μάτια να μην τρομάξω από το βάθος ή τουλάχιστον να μην μου κοπεί η ανάσα, όπως την πρώτη εκείνη φορά που κρύφτηκα στα μάτια σου, στα δάχτυλά σου, στα χείλη σου. Ζέστη.

Να ξέρεις μόνο ότι είμαι εδώ. Στάθηκα μπροστά σου ντυμένος με τα όμορφα και τα άσχημά μου χωρίς ντροπή, γιατί τί νόημα έχει να παίρνεις βαθιές εισπνοές αν ντρέπεσαι τον εαυτό σου; Στάθηκα. Κι ύστερα ξεντύθηκα, σε ξέντυσα, και κάναμε έρωτα. Σαν απαλή δαγκωνιά σε ένα κεράσι αφημένο στην μέση ενός καλοκαιριού. Κι ύστερα, περίπου ησυχία. Εκτός κι αν βγάζει το δέρμα νότες.