Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Another walk...

[ photo : MORNING LIGHT by leonidafremov ]

Μια ζωή. Μια ζωή έχουμε. Μια ζωή έχουμε για να μας τρέφει με ομοιογένειες και ανομοιογένειες, με επιθυμίες και απορρίψεις, με κατακτήσεις και απώλειες. Βυθίζουμε τα γυμνά μας πόδια στην υγρή άμμο της κατάχρησης κι αφήνουμε το κύμα του χρόνου να έρχεται και να φεύγει καλύπτοντας πότε τους αστραγάλους, πότε τους μηρούς και πότε το στήθος. Αν τα νερά είναι παγωμένα, τα συνηθίζουμε. Αν τα νερά είναι ζεστά, τα απολαμβάνουμε.

Παίρνουμε μια βαθιά ανάσα και βουτάμε χωρίς να υπολογίσουμε το βάθος, χωρίς να μετρήσουμε τις αντοχές του κορμιού μας στην πρόσκρουση με τον βράχο, χωρίς να κλείνουμε τα μάτια μας, κι ας τσούζουν από το αλάτι της αναμονής. Μην περιμένεις να αλλάξει από μόνος του ο αέρας και να μοιάζει ευνοϊκός στα πανιά σου. Μην περιμένεις να ξαναβγώ στην επιφάνεια κρατώντας στα χέρια μου εξωτικά κοχύλια και βότσαλα σε σπάνια χρώματα.

Μια χούφτα άμμο θα σου φέρω, να δω τους κόκκους της να κυλούν ανάμεσα στα μικρά σου δάχτυλα και να πέφτουν ένας ένας επάνω στα λυγισμένα σου γόνατα. Μια μικρή κλεψύδρα τα χέρια σου. Να περνάει ο χρόνος ανάμεσά τους και μόλις φανεί να τελειώνει, κάτι να αρχίζει από την αρχή. Είμαι εδώ δίπλα σου γιατί δεν θέλω να περιμένω την δεύτερη ζωή που μάλλον δεν έχουμε. Κι αν ήξερα ότι είχαμε, όμως, πάλι το ίδιο θα έκανα. Άπλωσε το χέρι σου.

Άπλωσε το χέρι σου να αγγίξω με τα ακροδάχτυλά μου τους κόμπους σου, τις κοιλάδες και τα φαράγγια ανάμεσα στα δάχτυλά σου, να στροβιλιστώ γύρω από τον κάθε σου πόρο και να αφήσω την δίνη ενός απαλού δέρματος, που αναπνέει και ιδρώνει, να με ρουφήξει μέσα του και να με εκτοξεύσει με δύναμη, ύστερα, μέχρι τα χείλη της προσμονής. Άπλωσε το χέρι σου να κρυφτώ στην παλάμη σου και να γίνω η τροφή της γροθιάς σου, να κάνω βαρκάδα στις άκρες των νυχιών σου και να δραπετεύσω δειλά μέχρι τον καρπό σου για να μετρήσω τους σφυγμούς και να συντονιστώ με την συμπαντική ενέργεια της ολότητάς σου. Άπλωσε το χέρι σου να κρατηθώ και να βγω από την κινούμενη άμμο της αδράνειας, να ζεσταθώ, να ηλεκτριστώ, να πάρω φόρα.

Άπλωσε το χέρι σου, μια χούφτα άμμο να σου φέρω από τον βυθό μου.

Έρχεται καλοκαίρι. Πρωινά και απογεύματα με το δροσερό αεράκι να γαργαλάει την μύτη. Με την ζέστη του μεσημεριού και την δροσιά της νύχτας. Ρούχα ανάλαφρα να χαϊδεύουν το δέρμα και να θυμίζουν όσα πέρασαν κι όσα θα ήθελες να έρθουν. Με τους αγκώνες στα κάγκελα του μπαλκονιού να κοιτάζεις εκεί μακριά κάποιο καράβι που έρχεται ή φεύγει ή αγκυροβολεί. Ένα χελιδόνι έχτισε πάλι φωλιά φέτος εκεί πάνω από το φως της πόρτας. Έχεις αφήσει ένα αγαπημένο σου τραγούδι να στριφογυρίζει σε επανάληψη γύρω από τον αστράγαλό σου σαν απαγορευμένη μικρή αλυσίδα που σε κάνει να αισθάνεσαι πιο ελεύθερα, πιο ερωτικά.

Άκουσα πρόσφατα πως “δεν είναι τα φτερά που κάνουν έναν άγγελο…, μονάχα πως τις νυχτερίδες πρέπει να βγάλεις μέσα από το κεφάλι σου”. Τι κι αν δεν είναι τόσο απλό; Δεν είναι δύσκολο. Κάπως έτσι εξηγείται το μισάνοιχτο παραθυρόφυλλο στο στήθος σου και ο ήλιος που κάνει κούνια στις βλεφαρίδες σου. Κάπως έτσι. Σαν ποδηλατάδα... με δυο-τρία παγάκια σε μέρα καύσωνα.

Μου αρέσει τόσο πολύ να βλέπω πουλιά να το σκάνε από κλουβιά. Έτσι με το μικρό τους ράμφος να ανοίγουν τον σύρτη. Κι ας είναι αβέβαιο το μέλλον τους εκεί έξω. Και τι έγινε; Καλοκαιριάζει, άλλωστε. Οι πέτρες μοιάζουν να κινούνται στις πλαγιές των βουνών, η άσφαλτος αχνίζει κι αν κλείσεις τα μάτια ίσως κάποιο αιθέριο έλαιο να φτάσει στα πνευμόνια σου, η γη γυρίζει λιγάκι πιο χορευτικά σε ήχους bossa nova, τα μαλλιά σου γελούν στο παιχνίδι των βημάτων σου, το κύμα αρπάζει μερικά δέκατα έκτα από την φούγκα της θάλασσας και τα αλλάζει μέτρο… έτσι για να κοροϊδέψει τον χρόνο…

Άπλωσε το χέρι σου, μια βόλτα να πάμε έξω από τον ψεύτικο κόσμο. Να σου δώσω ένα φιλί. Να μου δώσεις ένα ταξίδι.




"...you see it's not the wings that makes the angel
just have to move the bats out of your head."