Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Sur le fil

Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή. Δεν αναγκάστηκε, λοιπόν, αυτή την φορά, να ψάξει ανάμεσα σε όλα τα απαραίτητα ή μη απαραίτητα αντικείμενα που κρατάει καλά φυλαγμένα στην τσάντα της, για να εντοπίσει τα κλειδιά της. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια με τον αφοπλιστικό της αέρα, κάλεσε το ασανσέρ και στάθηκε να περιμένει. Δεν ανταποκρίθηκε, όμως, στο κάλεσμά της και αυτό αρχικά την παραξένεψε κι εν συνεχεία της χάλασε την διάθεση. Τα τακούνια είχαν κουράσει τα πόδια της και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να ανεβεί τέσσερις ορόφους από τις σκάλες. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη για να επιβεβαιώσει τον άσχημο μορφασμό της και το πήρε απόφαση. Άλλωστε δεν είχε κι άλλη επιλογή. Εδώ, οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται πάντα στο κάλεσμά σου και δεν αναλαμβάνεις πρωτοβουλία να κάνεις κάτι, αν αξίζει τον κόπο, με τις μηχανές πώς να τα βγάλεις πέρα; Ο πρώτος όροφος φανερώθηκε στο βλέμμα της γρήγορα. Ο δεύτερος μούδιασε ελαφρά τους μηρούς της. Στον τρίτο, στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα, επέτρεψε σε μερικές τζούρες αέρα να ξεκουράσουν τα πνευμόνια της και συνέχισε για την κατάκτηση της κορυφής. Ήταν πια έξω από το διαμέρισμά γεμάτη με ένα κοκτέιλ νίκης και λαχανιάσματος που είχε κάνει το στήθος της να πάλλεται σαν παλέτα στα χέρια ενός εκστασιασμένου ζωγράφου. Ίσιωσε την φούστα της, φρόντισε την συμμετρική εμφάνιση του γιακά του πουκαμίσου της και χτύπησε το κουδούνι, ελπίζοντας πως εκείνος δεν θα κοιμάται με τις ωτοασπίδες στα αυτιά. Τι περίεργο στ’ αλήθεια; Είχε το κλειδί της εισόδου μα όχι του διαμερίσματός. Ένιωθε σαν να της επέτρεπε να φτάσει στην πηγή, μα το νερό θα έρεε για να εισχωρήσει στην σάρκα της μόνο μετά την άδειά του. Αυτό την θύμωνε από την μία, μα της έδινε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε ή έτσι ήθελε να νομίζει. Τι παιχνίδι κι αυτό!

- Πώς σε λένε σήμερα;
- Άνοιξέ μου και θα το συζητήσουμε μέσα.
- Δεν μπορώ να σου ανοίξω αν δεν ξέρω πως σε λένε σήμερα.
- Μωρό μου, με λένε όπως και χθες. Είμαι πολύ κουρασμένη, σε παρακαλώ.

Άνοιξε την πόρτα. Του άρεσε να δυσκολεύει λίγο την κατάσταση αλλά δεν ξεπερνούσε τα όρια. Γνώριζε τόσο καλά τον τόνο της φωνής της. Ήξερε πότε η χαρά γαργαλούσε τις φωνητικές της χορδές, πότε η λύπη κρυβόταν πίσω από το κούμπωμα της αλυσίδας στο πόδι της και πότε ο θυμός ζωγράφιζε τα νύχια της. Την ήξερε καλά. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε ή έτσι ήθελε να νομίζει. Την κοίταξε στα μάτια κι έλαμψε το πρόσωπο του. Ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούσαν να τον αρπάξουν από τον πάτο του μαγγανοπήγαδου και να τον τραβήξουν και πάλι στην επιφάνεια. Δεν της το είχε πει. Απέφευγε να της πει πως αισθάνεται, απέφευγε να τις ανοίξει διάπλατα τις «πόρτες» του, γιατί φοβόταν μήπως και την χάσει. Δεν της έλεγε ψέματα. Δεν της έλεγε όμως και όλη την αλήθεια. Για κάποιους αυτό θα ήταν πισινή, για άλλους τακτική, για κάποιους φόβος και για άλλους λάθος. Τι παιχνίδι κι αυτό!

Της έδωσε ένα φιλί κι ύστερα με μια γρήγορη κίνηση την σήκωσε στα χέρια του αιφνιδιάζοντάς την.

- Μα καλά τι κάνεις; Είσαι τρελός;
- Εσύ δεν είπες ότι είσαι κουρασμένη;
- Ε ναι… αλλά…
- Αν δεν σου αρέσει σε αφήνω τώρα.
- Καλά ντε! Μια κουβέντα είπα!

Της άρεσε, αλλά δεν το ξεστόμισε γιατί δεν ήταν σίγουρη πως προτιμούσε την συμπεριφορά του. Δεν ήξερε αν αυτό που την εξίταρε ήταν η ασφάλεια που ένιωθε μαζί του ή η ανασφάλεια που έκρυβε πίσω από την σιγουριά του. Δεν ήξερε αν το μυστήριο ήταν το μεγάλο του χαρτί ή η τρυφερότητα. Δεν ήξερε αν την έλκυε η ψυχή του ή το κορμί του. Του χαμογέλασε όμως κι έκλεισε τα μάτια της μέχρι που την άφησε επάνω στον καναπέ. Εκείνη πήγε κάτι να προφέρει μα με το χαρακτηριστικό νεύμα της σιωπής, της την επέβαλλε. Της έβγαλε τα ρούχα τελετουργικά, σιγά σιγά, μέχρι που έμεινε ολόγυμνη μπροστά του. Στάθηκε να την κοιτάζει για μερικά λεπτά χαϊδεύοντας πότε με την εξωτερική και πότε με την εσωτερική πλευρά του χεριού του το σώμα της, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της.

- Μου λείπεις
- Εδώ είμαι, αφημένη στα χέρια σου. Γιατί το λες αυτό;
- Μου λείπεις, μέσα μου.
- Δεν σε καταλαβαίνω.
- Ούτε κι εγώ, όσο κι αν έχω προσπαθήσει, εκεί που έχει ζέστη ξαφνικά πιάνει ψύχρα.
- Σου αρέσει να βασανίζεσαι ε;
- Μου αρέσει να μοιράζομαι την ζωή μου μαζί σου.
- Και τότε γιατί δεν μου δίνεις το κλειδί του σπιτιού;
- Γιατί σε θέλω.
- Μήπως φοράς ακόμα τις ωτοασπίδες; Άλλο σε ρώτησα.

Η απάντησή του ήταν ένα άγγιγμα των δαχτύλων του στα χείλη της. Έβγαλε τα ρούχα του. Η σιωπή επέστρεψε. Όσο κι αν τα δόντια τους έκλειναν αεροστεγώς την έξοδο λέξεων που θα μπορούσαν να τους βγάλουν από τις αμφιβολίες και να επιτρέψουν στην αυτοπεποίθησή τους να αναλάβει τα ηνία της κοινής τους ζωής, δεν το έκαναν. Δεν τους τρόμαζε η σιωπή, άλλωστε. Σε αυτό είχαν συμφωνήσει. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν ήταν ξεκάθαρα! Τι παιχνίδι κι αυτό!

Φίλησε τα τρία αγαπημένα σημεία πάνω της, το πάνω μέρος του ποδιού της, την κοιλιά της και τον λαιμό της. Άφησε έτσι την γλώσσα του να δραπετεύσει ταξιδεύοντας στο υγρό της κορμί, που δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο ξαναγεννούσε το λαχάνιασμα που είχε νωρίτερα. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον χωρίς να πουν λέξη. Εκείνος γεύτηκε τον πρώτο της οργασμό σαν δυνατό αλκοολούχο κέρασμα κι ύστερα ταξίδεψε μέσα της πότε με δύναμη και πότε με αδυναμία για να συντονίσει το δικό του πλέον λαχάνιασμα με το δικό της.

- Θέλω, όποιος είναι μαζί μου, να θέλει τόσο το μυαλό μου όσο και το κορμί μου.
- Κι εγώ το ίδιο θέλω.

Την σήκωσε στα χέρια του και την πήγε στο κρεββάτι. Οι σκέψεις τον πονούσαν αλλά ήθελε αντί για λέξεις, πλέον να αφιερωθεί στις πράξεις. Της ζήτησε να κοιτάξει κάτω από το μαξιλάρι της. Υπήρχε ένας φάκελος. Τον έσκισε γρήγορα, μην μπορώντας να φανταστεί τι ήταν κρυμμένο εκεί μέσα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει. Μέσα σε ένα κόκκινο βελούδινο πανί ήταν τυλιγμένο ένα κλειδί. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει. Τον κοίταξε στα μάτια κι ένα δάκρυ φάνηκε εκεί σαν σταλακτίτης να μεγαλώνει. Άγγιξε το βελούδο στο πρόσωπό του, το σκούπισε και τον φίλησε. Εκείνος έκανε το ίδιο. Το αχνό φως του δρόμου φώτιζε το ταβάνι, και τα τζάμια ήταν θολά από τις εκπνοές, κρατώντας την «αδιακρισία», την «απουσία» και την «συνήθεια» απ’ έξω. Του είπε καληνύχτα… κι εκείνος της διάβασε το αγαπημένο του παιδικό νανούρισμα…

"A man of words and not of deeds
Is like a garden full of weeds,
And when the weeds begin to grow,
It’s like a garden full of snow.
And when the snow begins to fall,
It’s like a bird upon the wall,
And when the bird away does fly,
It’s like an eagle in the sky.
And when the sky begins to roar,
It’s like a lion at the door.
And when the door begins to crack,
It’s like a stick across your back,
And when your back begins to smart,
It’s like a penknife in your heart,
And when your heart begins to bleed,
You’re dead, you’re dead, you’re dead indeed."


"Sur le fil"

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Against all odds


Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που καλείσαι να αντιμετωπίσεις το βλέμμα σου. Σηκώνεις το κέρμα των επιθυμιών σου στο χέρι, το πετάς στον αέρα και αναρωτιέσαι για το πιθανό αποτέλεσμα. Βαθιά μέσα σου, όμως, γνωρίζεις ότι αυτό δεν θα επηρεάσει τις πράξεις σου, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, καλώς ή κακώς. Άλλωστε, και οι δύο όψεις ανήκουν στο ίδιο νόμισμα, και αυτό δεν είναι άλλο από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ξέρεις τι θέλεις; Θαυμάσια. Δεν ξέρεις τι θέλεις; Ψέματα. Όχι, όμως από αυτά που μπορείς εύκολα ή δύσκολα να σιγοψιθυρίσεις σε όποιον στέκεται δίπλα σου, είτε γιατί έτσι νομίζεις ότι τον προστατεύεις, είτε γιατί η άγνοια μπορεί να διατηρεί την εύθραυστη ισορροπία, είτε γιατί απλά φοβάσαι να ακούσουν τα ίδια σου τα αυτιά την αλήθεια. Ψέματα σαν αυτά που τα ντύνεσαι σαν χειμωνιάτικο πανωφόρι, σαν ακριβά κοσμήματα, σαν ωραίο μαγιό στην παραλία. Ψέματα σαν το βλέμμα σου που αρνείται να σηκωθεί και να συναντηθεί με ένα άλλο, γιατί έτσι νομίζεις ότι κρατάς πισινή, γιατί τρέμεις να το πράξεις μην και δεις το καθρέφτισμά σου εκεί, όσο όμορφο κι αν μοιάζει, γιατί απλά αποφεύγεις να δεις πως μοιάζει ένα συναίσθημα δυνατό και καθαρό, γιατί υποψιάζεσαι ότι θα πιαστείς στα πράσα και τα λόγια θα πάψουν να καλύπτουν την αλήθεια που τόσο όμορφα έχεις πλάσει για τον δίπλα σου, τον απέναντί σου, τον πίσω σου, το «εγώ» σου. Σιγά μη μιλήσω εγώ ενάντια στις κρυψώνες. Σε δέκα νύχτες κλείνει ένας χρόνος που την έστησα ετούτη, ή που έστησε αυτή εμένα, στον τοίχο, στο ραντεβού, μπροστά στον καθρέφτη. Δεν μου αρέσουν οι καθρέφτες και αποφεύγω επιμελώς να κάθομαι απέναντι τους, κυρίως όταν αυτό συνοδεύεται από ποτό και τσιγάρο.

Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε δυο καταστάσεις. Στο να φύγεις ή να μείνεις, από όπου ή όπου κι αν βρίσκεται αυτό. Σηκώνεις την κούπα από τον καφέ σου, πίνεις μια γουλιά μήπως και σκεφτείς πιο καθαρά. Μήπως και φανεί μπροστά σου σαν όραμα το τι από τα δύο θα σου προκαλέσει τον λιγότερο πόνο ή την μεγαλύτερη ευτυχία. Διάβασα μια ιστορία πρόσφατα που μαγνήτισε το αίμα μου σαν να ήταν από ρινίσματα σιδήρου. Τόσο απλά. Μιλούσε για την δύναμη ή την αδυναμία που μπορεί να κρύβει κανείς μέσα του. Σαν γλυκό νανούρισμα για να αντέξεις τον πιο τρομακτικό εφιάλτη, μου φάνηκε. Το χωροχρονικό της συνεχές ήταν εκεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, ανάμεσα στο πάθος που δεν εκδηλώνεται και μένει δυστυχώς εγκλωβισμένο, ανάμεσα στο «φιλικό» δέσιμο δυο ανθρώπων και στον έρωτα, ανάμεσα σε δύο κορμιά σε αγκαλιά, ανάμεσα στα χείλη και στο δέρμα, σε όποιο σημείο του σώματος και αν το αγγίζουν, ανάμεσα στην εξορία και την ελευθερία, την εργασία και την δουλειά, τις σκέψεις και τις πράξεις, ανάμεσα στο ανάμεσα και φτου κι απ’ την αρχή. Ό,τι αξίζει τον κόπο ή τον τρόπο ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, ενάντια σε όλα τα κλισέ, ερωτικά, μυστικά, ηλικιακά, φιλικά, αρχής, τέλους, παύσης, θραύσης, καύσης, πλατωνικές υπολανθάνουσες καταστάσεις, φοβίες, λατρείες, συνουσίες, δεν αφήνει τελικά πολλές επιλογές. Όταν το μυαλό μπαίνει εμπόδιο στα της καρδιάς, κάτι στραβά αρμενίζει πιθανόν και η φυγή δεν θα διορθώσει την πορεία του ενός ή του άλλου, ειδικά όταν πρόκειται περί απλής στολισμένης μετακόμισης.

Κρατάω μέσα μου το θαυμαστικό σε εκείνο το υπέροχο φινάλε που τρύπωσε από τα χείλη μου, και εκδηλώθηκε εκεί, από την γλώσσα μέχρι τον ουρανίσκο μου, από τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες μέχρι την κεντρική μου αρτηρία, από τα δάχτυλα των χεριών μου μέχρι τα λυγισμένα μου γόνατα. Βάζω στα σπλάχνα μου μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο, όπως και τότε και συνεχίζω να σε αισθάνομαι μια ανάσα μακριά μου. Πόσο απών μπορεί να είναι, αλλωστε κάποιος που με την απρόσμενη «παρουσία» του είναι σαν να μην έχει περάσει δευτερόλεπτο μακριά σου;


Αλλάζω χρώματα στα ρούχα μου, αλλάζω χρώματα στο μπλογκ μου για να αποχαιρετήσω την πρώτη του χρονιά
, αλλάζω χρώματα στην επιφάνεια για να εισχωρήσουν κάτω από την διαφάνεια και να ζωγραφίσουν τα σπλάχνα μου. Λάθος τακτική; Μπορεί. Κάποτε κάποιος μου είπε: «Φίλε, σκέφτεσαι πολύ, αυτό είναι το πρόβλημά σου». Απάντησα πως δεν θέλω να είμαι ή να γίνω κάποιος άλλος, όμως. Να εξελίσσομαι, θέλω μόνο.

Έτσι και σήμερα, λίγες μέρες πριν μπουκάρει ο λατρεμένος μου μήνας, επιλέγω να χαμογελάσω για μένα, και από την σύσπαση των μυών μου, να συνειδητοποιήσω πως το δέρμα μου έχει «ανοιχτούς πόρους», και πως πάρα το σκάσιμο που του προκαλεί το σκοτσέζικο ντους της παρουσίας ή της απουσίας, οφείλει να ανατριχιάζει στο χάδι και στα χείλη… και μαζί του κι εγώ. Διεκδικώ την απόδειξη των «πιστεύω» μου σε όσους δεν με πιστεύουν και ελπίζω, γιατί θα ήταν υποκρισία να υποστηρίξω το αντίθετο, πως θα το πετύχω, αργά ή γρήγορα, γρήγορα ή αργά. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, όμως. Η επιμονή από την μαλακία δεν απέχουν και πάρα πολύ, κι αν το διασχίσεις το ποτάμι άντε να στεγνώσεις μετά.

Πάμε λοιπόν. Βγάλε μια λευκή κόλλα χαρτί. Μην φοβάσαι, δεν θα γράψεις διαγώνισμα… Διάλεξε από την κασετίνα σου, που κρύβεις στο συρτάρι σου, μερικά από τα χρώματα που αγαπάς και δημιούργησε ό,τι σου έρχεται επάνω της. Ζωγράφισε, σχεδίασε, γράψε, εκμυστηρεύσου, εξομολογήσου και μόλις θεωρήσεις ότι το έργο σου είναι έτοιμο, φτιάξε μια σαΐτα, βγές στο μπαλκόνι σου και χάρισέ την στον αέρα. Απόψε, φυσάει έξω και σου υπόσχομαι ότι θα πάει όσο πιο «μακριά» θα ήθελες. Που θέλεις να πάει; Ωραία λοιπόν! Θα πάει τότε. Ύστερα φτιάξε κι άλλη μια, χωρίς χρώμα, όμως, αυτή την φορά και άφησέ την να διαλέξει τον δρόμο της. Κάτι μου λέει ότι θα επιστρέψει πίσω ξαφνιάζοντάς σε, σύντομα, και δεν θα είναι λευκή. Ένα ξάφνιασμα σαν συνειδητό ονείρεμα που θα μοιάζει σε σένα, τόσο όμορφο και τόσο άπιαστο.

Ενάντια σε όλα τα δεδομένα και τα προγνωστικά, στέκομαι εδώ να προπονώ το κενό μου για την στιγμή που θα το γεμίζεις σαν έκρηξη δημιουργίας, σαν ηδονικό supernova, σαν ποτήρι με δροσερό νερό που ξεδιψάει στόματα, σαν ήλιος που σκάει μύτη πίσω από τα σύννεφα, σαν σύννεφο που κάνει το ξηρό έδαφος να ριγεί στην εμφάνισή του πρώτου, σαν άμμος που παίζει με τα γυμνά σου πόδια, σαν σιωπή που λέει απείρως περισσότερα από τα πιο γλυκά λόγια, σαν φεγγάρι που κάνει τα νερά να αστράφτουν, σαν πεταλούδα μπογιατισμένη στα χρώματα των ματιών σου, σαν άρωμα καθησυχαστικό στην άκρη του λαιμού σου, σαν γεύση, σαν ακοή, σαν αφή, σαν όσφρηση, σαν όραση.

Εδώ και τώρα, πάγωσε τον χρόνο με την ζεστασιά σου και νιώσε, οδήγησε, αφήσου… Και το θέλεις, και το μπορείς.




[ It's worth a chance. If you believe in me..., then believe me. ]



Η ιστορία που έδωσε ένα από τα δύο εναύσματα για αυτό το κείμενο βρίσκεται στο χρονοντούλαπο και συνεχίζει να ζει... Να είσαι καλά SummerDream.



Σημείωση Κυριακής 23 Νοεμβρίου 2008

Είναι νύχτα και η βροχή καλύπτει σαν δάκρυ τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, την οργή, τον πόνο, την λαχτάρα, τον πόθο. Πόσες στιγμές στην ζωή του κάποιος νιώθει δυνατός, δημιουργικός, σημαντικός, επιθυμητός, γοητευτικός άνθρωπος, ασφαλής, ήσυχος, ανέγγιχτος από τα σκατά της ζωής; Ίσως πολλές, ίσως, όμως, και πάρα πολύ λίγες. Σε αυτές τις λίγες στιγμές θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο. Σε αυτές τις στιγμές που το χαμόγελο πάλλεται στους σφυγμούς, που η αγωνία σβήνει στον ήχο μιας φωνής, που η επιθυμία σταματάει λίγα εκατοστά πριν και δυναμώνει, που η ξεγνοιασιά ξυπνάει και κοιμάται με την ίδια εικόνα. Αφιερώνω αυτό το κείμενο στην γεύση των χειλιών που παραμένει άγνωστη, στο «θέλω να κάνουμε έρωτα», που ίσως δεν ακούστηκε, στο υποσυνείδητο που μειδιά, σε όλα αυτά που έρχονται ξαφνικά και από εκεί που δεν το περιμένεις, αρκεί να είσαι ανοιχτός. Αφιερώνω το κείμενο σε όλες αυτές τις στιγμές του πρώτου χρόνου ζωής της κρυψώνας. Ένα άγγιγμα του αφαλού που μπορεί να ηλεκτρίσει, να διεγείρει, να εκτοξεύσει συναισθήματα και ιδέες και να παρασύρει είναι το δεύτερο έναυσμα για ετούτη την ανάρτηση.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Έρως ανίκατε μάχαν!

Άλφα.
Αν η ιστορία γραφόταν με "αν" θα είχα ενα τέτοιο για να κοσμήσω την αρχή και το τέλος και θα το βάφτιζα αγάπη. Θα του έβαζα ένα σκουλαρίκι μικρό μεν, ξεχωριστό δε, και θα το άφηνα να αναστρέψει την ύπαρξή του προς όφελός μου. Τότε, ξαφνικά, το "αν" θα γινόταν "να" και όλα θα έμοιαζαν πιο συμβατά με τα "θέλω" μου, πιο συνεπή στα "μπορώ" μου.
Βήτα.
Βγαίνω στον δρόμο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και στριβώ ξαφνικά στην επόμενη στροφή χωρίς να προλάβω να προειδοποιήσω το μυαλό μου ή εκείνο εμένα. Έτσι για λίγο χάνω την αίσθηση της πραγματικότητας του χώρου. Τα πόδια μου κουράζονται σιγά σιγά και με εκλιπαρούν ταλαιπωρημένα να γυρίσω πίσω. Όταν γυρίσω πίσω δεν θα είμαι καλύτερα. Θα είμαι μόνο λίγο πιο κουρασμένος για να κοιμηθώ πιο εύκολα και να σε ονειρευτώ.
Γάμα.
Γεννηθήκα στην ίδια πόλη που με εκτρέφει ακόμα. Αναζητώ ήχους διαφορετικούς που θα ομορφύνουν την αίσθηση που έχω για εκείνη κι έτσι θα μπορέσουμε λίγο ακόμα να συνυπάρξουμε. Κάπως έτσι γίνεται και με τους αθρώπους; Συνήθως ναι, μα όχι πάντα. Σε αυτή την εξαίρεση αφιερώνω την ψυχή μου. Είναι δική της.
Δέλτα.
Δεν θέλω να υποκρίνομαι. Αφήνω την υποκριτική μονάχα στο σανίδι κι εύχομαι να μην υπάρχει κάποια πρόκα που προεξέχει από αυτό σε κάποια γωνία. Είναι επικίνδυνο για τα γυμνά πέλματα και τα κλειστά μάτια, άλλωστε. Δεν υποκρίνομαι ίσως γιατί απλά δεν μπορώ να το κάνω. Αλλά κι έτσι να είναι, αν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, δεν πρόκειτα να πάρεις πρέφα τα υπόλοιπα.
Έψιλον.
Ευχές κάνω κάθε που βλέπω μια φωτεινή κουκίδα στον ουρανό σε ελεύθερη πτώση. Το κάνω επίσης και όταν τύχει να κοιτάξω το ρολόι και η ώρα είναι ίδια με τα λεπτά. Σήμερα το πρωί έκανα μια τέτοια ευχή.
Ζήτα.
Ζήτησέ μου να σου τραγουδήσω ένα αγαπημένο σου τραγούδι σε όποια γλώσσα επιθυμείς.
Ήτα.
Ήμουν από μικρός ένα ον με κλειστές τις πόρτες της εισόδου. Όποιος γοητευόταν ή είχε απλά περιέργεια έπρεπε να έρθει και να παραβιάσει το παράθυρο της σοφίτας για να εισέλθει. Πες μου λοιπόν, έβαλες σκάλα ή σκραφάλωσες;
Θήτα.
Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και να χαμογελάσω πριν ανοίξω τα μάτια μου. Να ακούσω μια μελωδία και να την μπερδέψω με μια αναπνοή. Να αισθανθώ ότι το πάτωμα απέχει μερικά χιλιοστά από το δέρμα μου και ο ενδιάμεσος αέρας να με κάνει να μοιάζω σαν τα προηγμένα τραίνα με τις τεράστιες ταχύτητες. Θέλω να είσαι εσύ δίπλα μου εκείνο το πρωί, και από το παιχνίδισμα της κουρτίνας να παραβιάσει την προσωπική μας στιγμή μια ηλιαχτίδα που θα έρθει και θα καθήσει επάνω στο στήθος σου για να βρώ αφορμή να την φωτογραφήσω με το στόμα μου.
Ιώτα.
Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά.
Σε ευχαριστώ μκρή Θεά που με ξελάσπωσες σε τούτο το περίεργο σημείο και κρύφτηκα για λίγο στο όνομά σου.
Κάππα.
Κύματα ηλεκτρομαγνητικά, κύματα ωστικά, κύματα παλιρροϊκά σαρώνουν το μυαλό μου σε ώρες σαν αυτή. Σε ώρες που οι εξηγήσεις ερμηνεύουν τα φαινόμενα μα δεν αφήνουν λύσεις. Σε ώρες που μπλέκονται τα δάχτυλα για τρία δευτερόλεπτα. Σε ώρες που από καθαρή ευδαιμονία ένα δάκρυ, ένας ταχύς παλμός κι ένας αναστεναγμός διαρρέουν από τα τηλεφωνικά καλώδια και τα πολύχρωμα εμπόδια μέχρι το άγγιγμα και την ασφάλεια.
Λάμδα.
Λένε πως αν αφήσεις ένα δυνατό γέλιο μέσα στην νύχτα, εκείνο δεν σβήνει, αλλά συνεχίζει να ταξιδεύει μέχρι να εντοπίσει ένα πρόσφορο πρόσωπο για να φυτευτεί. Άφησε το πρόσωπό σου πρόσφορο. Μόλις γέλασα.
Μι.
Μην σταματάς να με μαγεύεις, να με ξαφνιάζεις, να με εμπνέεις.
Νι.
Ναι.
Ξι.
Ξύπνα με, μην κοιμηθώ, και χάσω τ'όνειρο.
Όμικρον.
Όταν οι πράξεις απέχουν από τις θεωρίες, κι όταν οι αγάπες απέχουν από τους έρωτες, υπάρχει μια συνταγή, δοκιμασμένη ή μη, νόστιμη ή μη, που λέγεται αλήθεια. Αν όντως είναι κάπου στην μέση, όπως ακούγεται, θέλω να την δοκιμάσω κι ύστερα να επιλέξω την όχθη που θα με ξεκουράσει ή θα με διαφεντεύσει.
Πι.
Πιστεύω στην ανθρώπινη δημιουργία. Πιστεύω στην μουσική και στην σιωπή. Πιστεύω στην αόρατη κλωστή που ενώνει κάποιες ψυχές. Πιστεύω στις λέξεις που κρύβονται και κρύβουν. Πιστεύω στο άρωμα των λουλουδιών την άνοιξη, στην παγωνιά του χιονιά τον χειμώνα, στο χρώμα του καθαρού ουρανού στις επαρχίες. Πιστεύω στον πόνο που προέρχεται από αγνά συναισθήματα. Πιστεύω στην παιδεία, στην φαντασία, στην ξεγνοιασιά, στην μοιρασιά της ζωής ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, στο πάθος, στην απεξάρτηση, στην επιθυμία. Πιστεύω σε μας. Πιστεύω στην καρδιά μου.
Ρο.
Ρίσκο που δεν αξίζει τον κόπο, υπάρχει;
Σίγμα.
Σ'αγαπώ.
Ταυ.
Τρέμω τα ψέμματα. Τρέμω στην θέα ενός συγκεκριμένου εντόμου, του οποίου τρέμω να προφέρω το όνομά του. Τρέμω την απουσία σου όσο δημιουργική κι αν γίνει. Ας μην ξαναγράψω. Τρέμω την ιδέα της φυλάκισης ενός αθώου, της κάθε μορφής φυλάκισης του κάθε μορφής αθώου. Τρέμω όταν το παρελθόν επιστρέφει να με στοιχειώσει. Τρέμω και στο κρύο μερικές φορές.
Ύψιλον.
"Υψίστης σφαλείας όνειρα κάτω από καθεστώς εξέγερσης Μορφεο-αγκαλιασμένων επαναστατών" θα ήταν σαν να λέμε "Έρως ανίκατε μάχαν"!
Φι.
Φιλί στο στόμα.
Χι.
Χρόνος που δεν σκορπάει και δεν ενώνει δεν είναι χρόνος. Δεν τα πήγαινα ποτέ καλά μαζί του και απέφευγα να συναναστραφώ. Έλα όμως που σε αυτές τις περιπτώσεις ο γνωστός-άγνωστος ξενοδόχος έχει άλλα σχέδια. Σου χτυπάει το κουδούνι ή μπουκάρει πριν προλάβεις να ντυθείς και σε πετάει έξω από το δωμάτιο; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως η μηχανή του χρόνου θα έλυνε τις διαφορές μας.
Ψι.
Ψάξε λίγο πιο προσεκτικά.
Ωμέγα.
Ωραια λοιπόν! Θα μου χαρίσεις αυτό το ταξίδι;
Ναι, σε σένα μιλάω.
..


[ You leave me breathless when you close the door
It feels just like you took the air out of the room with you
]


Αφιερώνω το μικρό Αλφάβητο της ζωής μου σε σένα.