Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

view-master

[ photo: love is by dodoy ]

Ήταν Κυριακή. Τα σύννεφα σαν ένα αφρώδες έμβολο πίεζαν τον αέρα προς το έδαφος. Ο άνεμος έδινε την αίσθηση της δροσιάς που κυκλώνει και αγκαλιάζει την φθινοπωρινή αναπνοή. Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας είχε αγγίξει σαν σοκ το δέρμα, σαν ξαφνική μικρή αφύπνιση από έναν θερινό λήθαργο, από μία ζεστή χαλάρωση. Η υγρασία είχε υποχωρήσει και τώρα μεταμορφωμενή κυλούσε στα τζάμια των αυτοκινήτων σαν σταγόνες βροχής. Σταγόνες που ακόμη μια φορά δεν θα εκπλήρωναν το χρέος τους, να ενωθούν με άλλες σταγόνες και να κυλήσουν μέχρι το πρώτο επιπεδο. Ένας υαλοκαθαριστήρας θα σταματήσει απότομα το παιχνίδι τους και την αναπαραγωγή τους, μετατρέποντάς τες σε ένα απότομο μικροσκοπικό ρυάκι εκεί στις άκρες.


Ήταν Κυριακή. Ο μελαγχολικός Σεπτέμβριος είχε χρόνια να φανεί από τα μέρη μας. Κάθε που εισπνέω και νιώθω την μύτη μου λίγο πιο παγωμένη, θυμάμαι εικόνες που κατακλύουν τις αισθήσεις μου. Είναι φορές που αισθάνομαι πως κοιτάζω μέσα από ένα καλειδοσκόπιο με μια μικρή τρύπα στην άκρη, μια ατέλεια ίσως, που αφήνει το παρόν να εισχωρήσει. Είναι φορές που κάθομαι αναπαυτικά στα μαξιλάρια του νου μου και απολαμβάνω τις στερεοσκοπικές απεικονήσεις που μου προσφέρουν οι 120 μοίρες, τις στερεοφωνικές ακροάσεις που μου μου χαρίζουν τα 110 decibel και τις στερεοτυπικές επιβιώσεις. Τις τελευταίες όσο και να τις πετάω στα σκουπίδια, βρίσκουν το τρόπο και επανεμφανίζονται ανανεωμένες με νέο χτένισμα και αδιάβροχο μακιγιάζ. Πόσο όμορφη είσαι χωρίς μακιγιάζ...

Ήταν Κυριακή. Έμενε ξαπλωμένη για ώρες στο κρεββάτι της. Είχε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, από το πρωί. Όσο έπεφτε ο ήλιος η ψύχρα γινόταν όλο και εντονότερη. Είχε σκεπαστεί με μια λεπτή μάλλινη κουβέρτα κι είχε το βλέμμα της καρφωμένο προς τον ουρανό έξω, όσο της επέτρεπαν η τέντα, τα κάγκελα και η απέναντι πολυκατοικία.. Ήθελε πολύ να σηκωθεί και να την κλείσει μα δεν το έπαιρνε απόφαση. Επάνω στο στήθος της ήταν ακουμπησμένο το βιβλίο που όταν το διάβασε πριν χρόνια, είχε νιώσει πως της άλλαξε την ζωή. Τώρα, δοκίμασε ξανά μια δεύτερη ανάγνωση. Τίποτα. "Ούτε κρύο, ούτε ζέστη", σκεφτόταν. Μα πως είναι δυνατόν κάτι που της άλλαξε την ζωή πριν μερικά χρόνια, τώρα να μην της λέει απολύτως τίποτα; "Είναι, φαίνεται, σαν τους ανθρώπους...", μονολόγησε την στιγμή που το έκλεισε και το ακούμπησε στο πάτωμα.

Η μπλε ώρα είχε κυκλώσει για τα καλά το δωμάτιο. Εκείνη καθιστή στο πάτωμα, δίπλα στο βιβλίο. Η μπαλκονόπορτα ακόμα ανοιχτή. Παιδικές φωνές πότε ανέμελες, πότε αγχωμένες, από απέναντι έμπαιναν και κρυβόντουσαν μέσα στα μαλλιά της. Ενήλικες φωνές που άλλες σταματούσαν στο περβάζι κι έπειτα βουτούσαν στο μωσαικό της βεράντας, χρωματίζοντάς το με ακόμα περισσότερα χρώματα, και άλλες τράνταζαν την νηνεμία του κόκκινου τσαγιού μέσα στην πορσελάνινη κούπα που κρατούσε στα χέρια της. "Αύριο πρέπει να πάω και πάλι για δουλειά", σκέφτηκε. "Αύριο πρέπει πάλι να αλλάξω τα ρούχα μου και να φορέσω την ευχάριστη φωνή μου".

Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ λευκού με μαύρο, σαν μελωδία του Einaudi, σαν εκτόξευση αντιβαλλιστικού πυραύλου, σαν την αυτοκαταστροφή του. Αν μπορείς ερωτεύσου την. Αν θέλεις ξεγύμνωσέ την και φίλησέ την απ'άκρη σ'άκρη. Αναζήτησε στους πόρους της πόσο διαφέρει εν τέλει η ηδονή από την οδύνη, πόσο απέχει το cartoon από την ζωή, πόσο διονυσιακά μπορούν να είναι κάποια βήματα και πόσο αστραφτερά κάποια κοσμήματα. Σήκω από το κρεββάτι σου κι αν κρυώνεις ή βγες έξω ή κλείσε την πόρτα. Μην αλλάξεις τα ρούχα σου αύριο και μην ξαναψάξεις την αλλαγή μέσα απ΄το παλιό σου βιβλίο. Άραγε, σου άλλαξε την ζωή; Πόσο κράτησε στον χρόνο εκείνη η αίσθηση που σε τύλιξε με την τελευταία τελεία; Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ παρουσίας και απουσίας. Έτσι είναι και ο Σεπτέμβριος. Επέστρεψαν οι κάτοικοι της πόλης και την ξαναέστρεψαν εναντίον τους. Μην ανοίγεις την τηλεόραση. Αγόρασε απλά έναν ιονιστή αν θέλεις κάτι να σου ρουφάει την σκόνη από τον αέρα. Πόσα "μην", πόσα "δεν και πόσα "θα" είπα πάλι; Ξέχασέ τα όλα.

Τα ξέχασες;

Νύχτωσε. Σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα. Σήκωσε το βιβλίο από το πάτωμα και το έβαλε στο τελευταίο συρτάρι της βιβλιοθήκης. Μουρμούρισε μια αυτοσχέδια μελωδία και ήπιε την τελευταία γουλιά τσάι. Γύρισε το βλέμμα της και το άφησε να χαθεί στην αφίσσα του τοίχου. Όταν την είχε αγοράσει ήξερε πιο μέρος απεικονίζει. Τώρα πια όχι. "Μια μέρα θα φύγω από εδώ", είπε. "Μια μέρα...". Άνοιξε το πορτατίφ και ακούμπησε τα βλέφαρά της στο view-master. Ένα χαμόγελο γεννήθηκε στα χείλη της ενώ κοιτούσε με τα όλόδικά της μαγικά "κυάλια" κατευθείαν στο όνειρο, στο παραμύθι, στο διάστημα, υψώνοντας το δικό της ανάστημα. Το σώμα της ξύπνησε στριφογυρίζοντάς την σαν μπαλλαρίνα γύρω από τον εαυτό της, γύρω από το σύμπαν της.

Είναι όμορφα εκεί. Είναι ζεστά. Θα με πάρεις μαζί σου;