Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Libertad


Αφαίρεσε το θήτα από το καλοκαίρι κι αντικατέστησε το όμικρον με το ωμέγα. Τί έχεις; Σωστά. Προσέθεσε τώρα ένα μι στην αρχή και ξανακάνε την προηγούμενη αντικατάσταση ανάποδα. Τί έχεις; Ακριβώς. Πάρε αυτές τις δύο λέξεις και ακούμπησέ τες στην κορυφή ενός τόξου με τα χρώματα της ίριδας και περίμενε. Πάρε βαθιά εισπνοή, κράτησε την εκεί στα σπλάχνα σου για δέκα δευτερόλεπτα και ώθησε την αργή εκπνοή σου προς την κορυφή. Αν βρέχει ακόμα περίμενε λίγο γιατί μπορεί να μην πιάσει το πείραμα. Σταμάτησε; Όχι ακόμα; Περίμενε. Σταμάτησε; Ωραία λοιπόν, φύσηξε! Κύλησαν και οι δυο λέξεις προς την ίδια πλευρά ή όχι; Αν όχι κάνε όρεξη για το επόμενο τόξο. Αν ναι, τότε συγχαρητήρια. Να μια στιγμή ευτυχίας. Μην μου πεις αν η τσουλήθρα ήταν προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά. Δεν έχει στα αλήθεια σημασία. Αρκεί να προλάβεις να είσαι εκεί στους πρόποδές της, να πάρεις στην αγκαλιά σου τις δυο λέξεις και να τις εναποθέσεις στο έδαφος απαλά. Στάσου πάνω τους με τα δυο γυμνά σου πόδια και χαμογέλασε. Να άλλη μια στιγμή ευτυχίας. Βγάλε τώρα όλα σου τα ρούχα και ψιθύρισε μια μελωδία που αγαπάς, σαν μουρμουρητό. Σ’ ακούει κανείς; Αν όχι, μην σταματάς. Αν ναι, μην σταματάς. Η τρίτη στιγμή ευτυχίας δεν είναι φαρμακερή. Μην την φοβηθείς λοιπόν και ξελόγιασέ την. Άρχισε πάλι να βρέχει; Μην τυχόν και φύγεις από εκεί. Άλλωστε δεν φοράς ρούχα για να βραχούν.

Κουράστηκες από την ορθοστασία; Υπέροχα! Έφτασε ο κατάλληλος χρόνος για να βηματίσεις. Μην με ρωτήσεις προς τα πού. Άντε, ξεκίνα! Το ψιθύρισμα μην ξεχάσεις. Αναπόφευκτα θα διαμορφώνεται κατά την διάρκεια της μετακίνησης. Ας γίνει, λοιπόν, κραυγή… Ας γίνει σιωπή. Ξεχνιέσαι που και που και ξεγλιστράει από τα δόντια σου η γκρίνια; Μήπως δραπετεύει από τα ρουθούνια σου το ένρινο παράπονο; Κανένα πρόβλημα. Ντύσου. Ντύθηκες; Διάλεξε την αγαπημένη σου ταράτσα και ανέβα. Πρόσεξε, μην πας άκρη άκρη. Κοίτα μπροστά σου. Τι βλέπεις; Σου αρέσει αυτό που βλέπεις; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Αν ναι, άφησε το βλέμμα να χαθεί. Αν όχι, κλείσε τα μάτια και άκουσε. Μ’ ακούς; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Μπα… ψέματα. Με νοιάζει.. Τι να την κάνεις την γκρίνια όταν μπορείς να αλλάξεις την οπτική γωνία θέασης; Τι να το κάνεις το παράπονο όταν μπορείς να αλλάξεις την ακουστική γωνία ακρόασης; Έλα, πάμε κάτω πάλι. Εντάξει, δεν θα μπούμε σε ασανσέρ. Από τις σκάλες θα κατεβούμε. Μα είχε στα αλήθεια ασανσέρ;

Πείνασες από τα πολλά πήγαινε έλα και τις αμπελοφιλοσοφίες που σου λανσάρουν οθόνες, χαρτιά και στόματα; Κι εγώ. Τι τραβάει η όρεξή σου; Ωραία, μόνο εκεί που θα πάς ας μην έχει μεγάλες τζαμαρίες. Τα παράθυρα μου φαίνονται πιο γοητευτικά. Σου ταιριάζουν περισσότερο. Συνόδευσε το φαγητό σου με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και για επιδόρπιο βήξε δυνατά. Τόσο δυνατά που να καλύψεις την μουσική που ξεστομίζουν τα κρυμμένα ηχεία πίσω από τις κουρτίνες. Τόσο δυνατά που η ταχυπαλμία σου να προκαλέσει δέος στον εγκέφαλό σου. Ύστερα, πιες την τελευταία γουλιά, που είχες αφήσει στο κολονάτο σου ποτήρι και καληνύχτισε με ένα κομψό χαμόγελο τον πολυέλαιο που απειλεί δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο την λεία επιφάνεια του εβένινου πιάνου, και αποχώρησε. Μην ξεχάσεις το πανωφόρι σου. Έχει δροσιά τις νύχτες. Τι έφαγες τελικά;

Γύρισε σπίτι τώρα. Μην ανάψεις πολλά φώτα. Δεν μπορείς χωρίς φώτα; Εντάξει, αλλά μην ανάψεις πολλά. Μην θυμώνεις με τον εαυτό σου που είχες ξεχάσει ανοιχτή την τηλεόραση. Απλά κλείστην. Βγάλε τα ρούχα σου πάλι με προσοχή όμως στην στιγμή ευτυχίας που την φοράς σαν πολύχρωμες κάλτσες στα άκρα σου. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου. Δεν νυστάζεις ακόμα και δεν βιάζεσαι να ονειρευτείς. Ακούς φασαρία πίσω από τον ανατολικό τοίχο; Τσακώνονται; Φοβούνται; Κάνουν έρωτα; Κοιμούνται; Γερνάνε; Τι χρώμα έχει ο τοίχος σου; Μην μου πεις. Μονάχα για εκείνον που κοιτάζει προς βορρά θα ήθελα να ξέρω. Κάνει πιο κρύο εκεί αλήθεια; Ωραία τότε. Πήγαινε και ακούμπησε με την πλάτη σου εκεί, σε ένα ελεύθερο σημείο. Αν δεν υπάρχει ανέβα στην πολυθρόνα, ή μπες κάτω από το τραπέζι. Άφησέ την να αγγίξει ξαφνικά, σαν ψυχρολουσία που θα ανατριχιάσει το δέρμα σου. Μείνε σε ακινησία για όσο χρόνο αντέχεις. Αν βοηθάει, βάλε άρωμα στους καρπούς και στον λαιμό σου. Τι ακούς; Τι; Ένα δυνατό γέλιο συντονίζεται με την ραχοκοκαλιά σου; Υπέροχα. Να μια στιγμή ευτυχίας. Χάσαμε το μέτρημα ε; Ε και; Χαμογέλασε. Μου χαμογελάς;

Ξάπλωσε τώρα ανάσκελα. Προτιμάς μπρούμυτα; Εντάξει τότε, όπως επιθυμείς. Μονάχα σκεπάσου τόσο όσο η θερμοδυναμική να κάνει την δουλειά της. Επέτρεψε στο σεντόνι σου να τείνει στο μείον άπειρο, το μαξιλάρι σου στο συν άπειρο και το κορμί σου στο μηδέν. Να μια στιγμή ελευθερίας. Μην τυχόν και βάλεις ωτοασπίδες. Ξέχασες να σβήσεις τον θερμοσίφωνα; Άντε πήγαινε, μα γύρνα γρήγορα. Βγάλε τον φελλό από τον αφαλό σου, πλάσε τον στα ακροδάχτυλά σου σαν πλαστελίνη, στόχευσε και εκσφενδόνισέ τον αναστενάζοντας οργασμικά και άναρχα σαν σπάνιο ανθρακούχο προϊόν. Να μια στιγμή επανάστασης. Αύριο μην ξεχάσεις να ασχοληθείς με την υγρασία στην οροφή όταν γυρίσεις από την δουλειά. Κοιμήθηκες; Μην μου πεις. Μ’ αγαπάς;

Σ’ αγαπώ.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Still learning

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Πρέπει να φύγω σε λίγο.
- Γιατί δεν μένεις απόψε;
- Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι και να μείνω, δεν θα αλλάξει κάτι. Το πολύ πολύ να με βαρεθείς πιο σύντομα.
- Τι είναι αυτά που λες; Γιατί να σε βαρεθώ;
- Γιατί καθώς κυλάει ο χρόνος, ο αέρας που αναπνέουμε θα μολύνεται λίγο λίγο από ανάσες, ιδρώτες και παύσεις.
- Μα η παύση δεν μολύνει.
- Όπως δεν φθείρει η αγάπη;
- Φυσικά και δεν φθείρει εκείνη. Εμείς την φθείρουμε. Με αγκίστρι μοιάζουν τα δάχτυλά μας όταν αγγίζουμε χωρίς να νιώθουμε. Προτιμώ τις παύσεις εκείνες τις ώρες. Καθαρίζουν το μυαλό και ελευθερώνουν. Σκέψου πόσο άβολα μπορεί να νιώσεις αν κάθεσαι με έναν άνθρωπο και δεν μιλάτε. Σκέψου όμως και πόσο ασφαλής μπορείς να αισθανθείς όταν πάψει όλο αυτό το άβολον του πράγματος… και όχι ως εκ θαύματος.
- Αν νομίζεις ότι είναι τόσο απλό, έλα να κάνουμε την άσκηση του καθρέφτη. Τολμάς;
- Δεν το περίμενα να μου το ζητήσεις.
- Αν μπορώ να το κάνω με έναν άγνωστο, τότε γιατί να μην μπορώ να το κάνω με σένα;
- Με μένα ε;
- Μονάχα κάτι. Αν βαρεθείς, μην μου το πείς. Απλά κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.
- Πάω να ανάψω κι ένα κερί, να καθυστερήσω την μόλυνση του αέρα.
- Έτσι θα την καλύψεις, δεν θα την καθυστερήσεις.
- Να βάλω μουσική;
- Τον λόφο της Marketa… στο repeat.
- Αν κουραστεις κατά την ανάβαση, κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.

Play

Χαμογέλασαν κρυφά, λες και ήθελαν να κρυφτούν ο ένας από τον άλλον κι έβγαλαν όλα τους τα ρούχα. Έτσι, γυμνοί, ακίνητοι με καρφωμένα βλέμματα και χείλη σφραγισμένα, έμειναν εκεί για 4 λεπτά και 36 δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά το είδωλο που διέκρινε ο καθένας απέναντί του, θόλωνε μπροστά στις διασταλμένες τους κόρες. Άρχισε να μοιάζει σαν μια ακαθόριστη φιγούρα χωρίς πρόσωπο. Δεν υπήρχε πια το δωμάτιο. Είχε σκοτεινιάσει. Υπήρχαν μόνο οι δυο τους, ανέκφραστοι, βυθισμένοι ο ένας στα μάτια του άλλου. Προσπαθούσαν να διαβάσουν σκέψεις ή να διαγράψουν;

Στο τέλος της πρώτης αναπαραγωγής, ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά τους σχεδόν στο ίδιο δευτερόλεπτο. Οι φιγούρες καθάρισαν και το δωμάτιο ξαναφωτίστηκε.

Κουνούσαν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα κορμιά τους με κινήσεις αργές, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον. Ο ένας ο καθρέφτης του άλλου. Πότε εκείνος αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων και πότε εκείνη. Συνέχισαν έτσι για 6 αναπαραγωγές. Στο ξεκίνημα της έβδομης έκλεισαν τα μάτια τους ταυτόχρονα, και φιλήθηκαν.

Ήταν Κυριακή λίγο πριν την μπλε ώρα. Έκανε ζέστη. Ανάσες, ιδρώτες και παύσεις “μόλυναν” τον αέρα.

Ένας καθρέφτης εγκόσμιος και ετερώνυμος έλκει έλη και παπαρούνες να διακοσμήσουν την κορνίζα όπως επιθυμούν ή νομίζουν ότι επιθυμούν. Σε παράταξη μάχης ή αντιπερισπασμού βουλιάζουν οι άνθρωποι για να μην παραδεχτούν την διαφορετικότητά τους και το πάθος τους. Στέκονται στις όχθες και αφήνουν ανάμεσά τους να κυλάει ορμητικά ένα πρώην ήσυχο ρυάκι. Δεν έχει σημασία αν θα ακουμπήσουν τα γυμνά τους πόδια ταυτόχρονα μέσα στο νερό. Μονάχα να τα ακουμπήσουν. Δεν έχει σημασία αν θα κολυμπήσουν μέχρι την άλλη άκρη ή αν θα αφεθούν να τους παρασύρει. Μονάχα προσοχή χρειάζεται στις ξέρες κι εκεί λίγο πριν τον καταρράκτη που σκύβει να πιει νερό η heliconius sara λίγο πριν κοιμηθεί.

- Πως σε λένε;
- Όπως θέλεις εσύ.

Stop

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Γιατί δεν μένεις απόψε;


[ walking up the hill tonight, and you have closed your eyes ]