Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Χυμός Βερύκοκο

[ photo : Reborn by rawrrrr-321 ]

- Μια μάγισσα είπε κάποτε σε έναν αντάρτη: «αν σου έλεγα ότι μπορώ να σε μεταμορφώσω σε ότι επιθυμείς, τι θα ήταν αυτό;» κι εκείνος της απάντησε «σε ναύτη». Όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί, εκείνος δεν απάντησε.
- Και τελικά; Τον μεταμόρφωσε;
- Όχι. Του είπε πως αυτό μπορεί να το πετύχει μόνος του.
- Τώρα που είπες «θάλασσα», ξέρεις τι θα ήθελα αυτή την στιγμή; …να έκανα ηλιοθεραπεία πίνοντας ένα δροσιστικό κοκτέιλ.
- Και γιατί δεν πας;
- Κάνει κρύο ακόμα…
- Εντάξει, δεν χρειάζεται να βουτήξεις.
- Δεν έχει νόημα, έτσι.
- Έχεις δίκιο. Λοιπόν, πάω σούπερμάρκετ. Θέλεις να σου πάρω κάτι;
- Ναι, έναν χυμό βερύκοκο.
-
Βερύκοκο; Πως σου ήρθε;
- Θα σου πω όταν γυρίσεις, αν βρεις.
- Καλώς. Δεν θα αργήσω.
- Πως μπορείς να το λες αυτό με τόση σιγουριά;
- Το λέω μονάχα με την σιγουριά του θέλω μου.
- Και πως είσαι σίγουρος για αυτό;
- Τώρα δεν είμαι. Συνήθως… με πιάνει αργότερα, στον δρόμο.

Δυο άνθρωποι χαμογελαστοί, ο ένας στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση, κι ο άλλος σε μια διαδρομή από το σαλόνι μέχρι την εξώπορτα… κι ύστερα έξω από αυτήν. Αυτός ο ήχος της εξώπορτας όταν κλείνει, κάποιες φορές με τρομάζει, είτε είμαι από την μία είτε από την άλλη πλευρά… και κάποιες άλλες δεν τον προσέχω γιατί είμαι τόσο βιαστικός να φύγω και να φτάσω στον όποιο προορισμό μου…

Κι έξω στον δρόμο, είθε να εμπόδιζαν την «ορθή», κατά τα άλλα, πορεία μου, σκίουροι και τσαλαπετεινοί, και όχι αποπνικτικοί παφλασμοί στα τοιχώματα των ρουθουνιών μου…

Κι έξω στον δρόμο, είθε να εμπόδιζαν την «ελεύθερη», κατά τα άλλα, όρασή μου, πλούσια κλαδιά, βαριά φορτωμένα με καρπούς απαγορευμένους ή μη, και όχι άχρωμες οφθαλμαπάτες, χρωματιστές απάτες και μουχλιασμένες ομιλούσες φωνές που χύνονται από παράθυρα και στάζουν σε πεζοδρόμια αφήνοντας κηλίδες με μόνο σκοπό να αποπροσανατολίσουν και να στολίσουν το γκρι με λίγο κόκκινο.

Μου αρέσει σαν περπατώ στον δρόμο και βλέπω ανθρώπους να πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι, κάποια ήσυχα πρωινά, με φόντο το πράσινο της τέντας τους, ίσως και κάποιων γλαστρών, που πασπαλίζουν το μωσαϊκό, όπως κάνει σπασμωδικά η ζάχαρη άχνη επάνω σε ένα κέικ. Είναι αυτός ο «απαιτούμενος» χρόνος πριν το καλοκαίρι απλωθεί επάνω στο κορμί σου σαν αντηλιακό με άρωμα καρύδας… ίσως και με παρόμοια γεύση. Είναι αυτός ο χρόνος που ευνοεί την «μεγάλη έξοδο» προς το μπαλκόνι μιας και τώρα πια τα καλοκαίρια, μπαλκονόπορτες και παράθυρα κλείνουν… για να δροσιστούν οι άνθρωποι.

Δεν αντέχω τα κλιματιστικά. Ούτε και τους ανεμιστήρες. Σαν μνηστήρες και οι δυο τους, θέλουν να αρπάξουν από τον ήλιο τις καλοκαιρινές του αχτίδες, που διέρχονται ναι μεν από το τζάμι, αγγίζουν το παρκέ, το χαλασμένο από τον χρόνο, ή το γυαλιστερό πλακάκι μα είναι σαν λευκός φωτισμός μπλε λάμπας. Ωραίες οι μπλε λάμπες, μα για τις νύχτες…

- Δεν βρήκα χυμό βερύκοκο. Σου πήρα ροδάκινο. Πειράζει;

Δεν αλλάζω με τίποτα την γεύση που αφήνει στο στόμα και στο μυαλό ο χυμός βερύκοκο. Ίσως γιατί απλά μου αρέσει, ίσως γιατί θυμάμαι τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, με τις ορθές πορείες, τις ελεύθερες οράσεις, τα χαμόγελα, τα γοερά κλάματα, τα κρυφά φιλιά, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις φιλίες και τα παιχνίδια λογιών λογιών… ποδόσφαιρο με μπάλα φτιαγμένη από χαρτιά τετραδίων σε κουβάρι, μήλα, κρυφτό…

Θυμάμαι την λαχτάρα με την οποία περιμέναμε να μας γεμίσουν οι δάσκαλοι τα ποτήρια με αυτό τον μυστήριο χυμό… και την αγωνία μέχρι να χαϊδέψει τις γλώσσες μας η παγωμένη του αίσθηση… Ίσως αν περίσσευε θα παίρναμε και στο σπίτι! Κάποιες φορές περίσσευε, κάποιες όχι… Αργότερα συνειδητοποίησα πως ο χυμός που είχε στοιχειώσει την παιδική μου ηλικία ήταν εκείνος του βερύκοκου, απόλυτα συνυφασμένος με την άνοιξη και το καλοκαίρι, απόλυτα ταυτισμένος με μια χαλαρότητα ψυχής και μια ζωγραφιά με ελεύθερο θέμα, μακριά από ψεύτικα παραμύθια, νομοσχέδια, αναίδεια, μεταρρυθμίσεις, ρυθμίσεις, αφορισμούς, διορισμούς, εξορίες, τιμωρίες, τρικυμίες, εμετούς ή απλά ναυτίες.

- Δεν πειράζει που δεν βρήκες. Δεν ήθελα όμως ροδάκινο.
- Μα είναι ωραίο και το ροδάκινο.
- Ναι, ωραίο είναι μα…

Είναι στιγμές που η χυμεία δένει με την χημεία, που τα μαύρα σύννεφα δένουν με την λιακάδα σαν ένας ναυτικός κόμπος με ξεφτισμένες άκρες που στερεώνει κάποιος δεξιοτέχνης ή αριστεροτέχνης με την βοήθεια μιας σύντομης φλόγας αναπτήρα. Είναι στιγμές που ο συμβιβασμός βουλιάζει πρόστυχα σε έναν χυμό ροδάκινο και που η ευτυχία τοποθετείται στις όχθες ενός αντι-σεισμικού ρήγματος που ξεκινάει από τα κατειλημμένα πεζοδρόμια, διασχίζει μποτιλιαρισμένες λεωφόρους και καταλήγει στις κουρασμένες από έρωτα σανίδες ενός ημίδιπλου κρεβατιού. Είναι στιγμές που θέλω να σε δω και κάποιες άλλες που δεν θέλω. Είναι στιγμές που βγαίνω από το σπίτι μονάχα για να ακούσω αυτό τον ήχο της εξώπορτας και κάποιες άλλες που δεν βγαίνω καθόλου.

- Πάμε να πιούμε το ροδάκινο στο μπαλκόνι; Έχει πολύ ωραίο καιρό.
- Πάμε, αλλά θέλω να μου εκμυστηρευτείς τι έγινε τελικά με τον αντάρτη…

Ο ήλιος είχε κατέβει στο ύψος των κεραιών της απέναντι πολυκατοικίας καλωσορίζοντάς μας σπαρακτικά με έναν αχό ανακούφισης στα πέταλα μιας φρεσκοανθισμένης τουλίπας, στα πετάλια ενός φρεσκοβαμμένου ποδηλάτου που μόλις ξεκινούσε για την βόλτα του, τρία στενά πιο κάτω.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

Dix secondes

Θα ήθελα να ξεχειμωνιάσω σε μια σοφίτα, να ξεμοναχιάσω το μυαλό μου και να τηγανίσω σε φρέσκο ελαιόλαδο τα φτηνά και τα ακριβά κοσμήματα της καρδιάς μου, σε ένα παλιό αντικολλητικό τηγάνι, που ίσα ίσα να κάνει την δουλειά του σωστά. Ύστερα, θα τα έσβηνα με μπύρα μοναστηριακή… κι όλο αυτό μονάχα για να μυρίσω στον αέρα την χαρά και την θλίψη μου σαν μπαχάρια. Ίσως τότε να ξάπλώνα στο πάτωμα να ξεκουραστώ αμέριμνος και μετά από λίγο διστακτικός για το ορθόν των πράξεών μου, να έγραφα με κιμωλία στον τοίχο μια πολύτιμη φράση. Θα ήθελα να ζαλιστώ από τις αναθυμιάσεις τόσο όσο χρειάζεται για να ανοίξω το παράθυρο, εν τέλει, και να φωνάξω άναρθρα για 3 λεπτά, μέχρι ο επόμενος τόνος να δείξει ανατολή.

Είναι περίεργη η πόλη, σκοτεινή, όπως την διακρίνουν τα μάτια μου απόψε. Πόσοι, άραγε να εκμεταλλεύονται ετούτο το σκοτάδι και πόσοι άλλοι να το απεχθάνονται κρυμμένοι;

Από την σοφίτα μου θα έβλεπα μακριά μια συστάδα δέντρων ανατολικά, ένα παρκαρισμένο εγκαταλελειμμένο τρακτέρ δυτικά και κάποιους ουρανοξύστες βόρεια, οι οποίοι θα νοθεύουν άγρια τις όποιες απολιτίκ ψευδαισθήσεις. Οι φωνές των παιδιών από το μακρινό νηπιαγωγείο θα ερχόντουσαν να μου χτυπήσουν το παράθυρο σαν ταχυδρομικά περιστέρια που κρατούν γαντζωμένο στο στόμα τους, για χιλιόμετρα, ένα μήνυμα που δεν γνωρίζουν.

Θα ήθελα να ξυπνάω πριν από σένα, για να ατενίζω ατλαντικούς και μεσογείους, χαϊδεύοντας τα γυμνά σου πόδια, κοιτώντας από τα στενά του δικού μου Γιβραλτάρ την ανάσα σου να δημιουργεί ένα μικρό στιγμιαίο σύννεφο μέσα στο δωμάτιο, που μονάχα εγώ θα βλέπω. Κι ύστερα να γίνεται βροχή που θα μου βρέχει το πρόσωπο, να μην αποκοιμηθώ, να μην ξεχάσω να σου ψιθυρίσω ότι οι υπόγειες βόλτες και οι πτήσεις μας θα συνεχίσουν να στρογγυλοκάθονται σαν σαντιγί σε ζεστή πικρή σοκολάτα, σαν αφρός στον καφέ, σαν αφρός στο κύμα, σαν ρίμα στο ποίημα, σαν δυο κομμάτια μιλφέιγ σε ένα κουτί, που κουβαλήσαμε μα δεν φάγαμε.

Θα ήθελα να μην βλέπω ειδήσεις, να μην ακούω ενοχές, να μην μυρίζω σκουπίδια, να μην αγγίζω επιφάνειες νερού που δεν οδηγούν σε κυματισμούς, που δεν βυθίζουν αποφασιστικά αυταρχισμούς, περιθώρια, φιλοσοφίες και οφθαλμαπάτες. Εκείνος ο χώρος, χωράει άνετα σε ένα μικρό σακβουαγιάζ … κι εκείνος ο χρόνος δεν ενδιαφέρεται για ερωτήσεις ή απαντήσεις, σαλόνια ή καψόνια.

Από την σοφίτα μου θα μύριζα νυχτολούλουδα και μες στο αλλεργικό μου παραλήρημα θα χαμογελούσα ανακουφισμένος, γνωρίζοντας ότι στα πλαίσια αυτής της πολεμικής σιωπής, ζω. Μπορεί και να έκλαιγα δήθεν για να τσεκάρω, αμφιβάλλοντας μέχρι την ύστατη στιγμή, αν θα γουστάρω την μορφή μου στον καθρέφτη.

Μετά θα ερχόταν η άνοιξη… ή μήπως είχε ήδη έρθει;

Κι όταν θα έφτανε το καλοκαίρι, ακριβώς δέκα δευτερόλεπτα πριν ξυπνήσεις, θα φορούσα τα καλά μου, θα άναβα τα φώτα της σκάλας και θα κατέβαινα για διακοπές στον κήπο…

…και τι δεν θα έδινα να ήσουνα εδώ.
…και τι δεν θα έδινα να ήμουνα εκεί.