Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

la plage

[ photo: Piano by soniaa ]

Ένα περίσευμα παράνοιας
μια δόση αδράνειας
και μια μεζούρα μοναξιάς μες το βλέμμα
κάνουν το μούδιασμα να ρέει στο σώμα
και το φιλί να γυροφέρνει στο στόμα
έχεις λοιπόν την συνταγή μου στο χέρι
βάλε βανίλια, μυρωδιά για να φέρει
κι άμα θα λύσεις τα μάγια, γλυκιά μου
ρίξε μαγιά, μήπως φανεί η αρχοντιά μου

Βάλε καρίκευμα υπόνοιας
μια δόση πρόνοιας
στο αλκοολούχο ταξίδι των χέριων σου
να ειν’ η ώρα, ηλιοβασίλεμα να’ναι
αν έχει πιάνο και δροσιά δεν φοβάμαι
έχεις λοιπόν την συνταγή σου στο χέρι
λίγο κάκάο, ισορροπία να φέρει
κι άμα θα λύσεις τα μάγια, γλυκιά μου
ρίξε μαγιά, μήπως σωθεί η φωτιά μου

Λύσε τα μάγια κι έλα κοντά μου
νιώσε απόψε το άγγιγμά μου

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

A Sunday smile

Θυμάμαι έναν καιρό που δεν μπορούσα να προστάξω τα σύννεφα, να έρθουν μέχρι εδώ, να σκοτεινιάσουν οι μέρες, να γίνει χειμώνας.
Θυμάμαι έναν καιρό που δεν μπορούσα να πιάσω κουβέντα στα δέντρα και στα πουλιά, μήπως μπορέσω και δω με άλλο μάτι τον κόσμο.
Όχι, τώρα, πως μπορώ δηλαδή…

Η ικεσία μου, σαν τουφεκιά στην ύπνωσή μου, σαν αμαρτωλό παραστράτημα στα «θέλω», στα «μπορώ» και στα έρμαια κοιτάσματα πολύτιμης ανάπαυσης των ματιών και των χειλιών μου. Μια ευχή, σαν βραδινή προσευχή, θέλω κι απόψε να χαρίσω σε σένα, που είσαι αλλού, πουθενά και παντού, πίνοντας νέκταρ στα στενά του μυαλού.

Τα πληκτροφόρα ταξίδια συνεχίζονται κάθε που αδειάζει ένα μπουκάλι νερό στην πήλινη γλάστρα του δωματίου μου, κάθε που ο εγκέφαλος αποσυντίθεται την ώρα που ερωτεύεται, την ώρα που ξεχαρμανιάζουν τα κύτταρα, κοιτώντας «αυνανιζόμενα» προς το εικονικό τοπίο της όποιας κατάκτησής τους. Χορδές φωνητικές και μη συνεχίζουν να μου κλείνουν το μάτι ακριβώς την στιγμή που η ηχώ επιστρέφει στα αυτιά μου… ακριβώς την στιγμή που μια αγκαλιά κατατροπώνει το περιττόν του πράγματος, και μια αναπνοή, σε έναν σκληρό αντιπερισπασμό, γαντζώνεται από τα κάγκελα του φωταγωγού για να πετάξει ή να βουτήξει. Έτσι απλά, μάλλον, ένα τραγούδι διασπάται σε αισθήσεις και ψευδαισθήσεις. ‘Έτσι απλά, μάλλον, «τεμπελιάζω» μπροστά μου, μπροστά σου και με μια κίνηση ιριδίζουσας «επανάστασης» ανοίγω τις κουρτίνες διάπλατα.

Μια παρέλαση στον ακάλυπτο ανάμεσα σε πατώματα και χώματα ενώ η τρομπέτα δίνει τον ρυθμό για μια κυριακάτικη βόλτα, ίσως και μια απογευματινή βότκα. Μα ξημερώνει Τρίτη; Ε και;

A Sunday smile you wore it for a while…

Μπορεί «μια κουρτίνα εν κινήσει» να παγώσει τον κέρσορα που πριν από λίγο αναβόσβηνε σαν τρελός στην οθόνη; Μπορεί, άραγε να οδηγήσει ένα δαχτυλίδι σε πλήρη περιστροφή στον παράμεσο; Μπορεί να τραβήξει βίαια ωτοασπίδες και λοιπά αντικλεπτικά από την βυθιότητα της ψύξης;

Σε λίγο…

Μια άφιλτρη συνουσία λέξεων ποντάρει στην ρουλέτα όσα λέω και τελευταία στιγμή κάνει την έκπληξη επιλέγοντας «κόκκινο», ενίοτε και πορτοκαλί, όταν φοράω τους κατάλληλους φακούς… ενώ σαν κρύβω το βλέμμα με τα λατρεμένα μου κιάλια όλα είναι πλέον μεγαλύτερα, από τα κόκαλα και τους μύες ως τις υποσχέσεις που καίνε σαν στοματικό διάλυμα τον ουρανίσκο μου.

Κάποιοι το λένε φιλί.
Κάποιοι το λένε πληγή.

Αισθάνομαι τώρα αυτή την ένταση των κινούμενων βλεφάρων ενός ονειρέματος, μιας μαγικής άγνοιας και μιας ηδονικής ανατριχίλας που ανακουφίζει το σφιγμένο μου χαμόγελο ακριβώς μετά το καλωσόρισμα.
Καλώς σε βρήκα, λοιπόν.
Αν σου πω, ότι δεν ξέρω από πού να αρχίσω… τι θα μου πεις;

A Sunday mile we paused and sang.

Ας κλείσω τώρα τις κουρτίνες.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Μη βάλεις ζάχαρη…

[ photo: Snail 4 by Rilrae ]

-Λυπητερή ιστορία, δεν νομίζεις;
-Θα διαφωνήσω μαζί σου. Μια ιστορία ελεύθερης πτώσης ενός ποτηριού με κρασί στο παρκέ θα μπορούσε να θεωρηθεί έτσι μονάχα στην περίπτωση που εκεί ήταν στρωμένο ένα βελούδινο κινέζικο χαλί.
-Ήταν το τελευταίο ποτήρι που θα έπινε όμως… Το τελευταίο μπουκάλι που είχε απομείνει στην γη.
-Ας έπινε κόκκινο.
-Αφού, το ξέρεις, έπινε μόνο λευκό κρασί.
-Τέλος πάντων.
-«Τέλος πάντων…» Τι περίεργη φράση στ’ αλήθεια; Ποιο τέλος; Ποιων πάντων; Πως μπορούμε να αναφερόμαστε σε ένα «τέλος», χωρίς την συναίσθηση και τον αναλογισμό της αιτίας, της αφορμής και της μορφής αυτού; Δεν μου αρέσει αυτή η φράση γιατί δεν ξέρω τι σημαίνει.
-Τρόπος του λέγειν, βρε παιδί μου. Γιατί δυσκολεύεις την σκέψη σου; Είναι απλή η ζωή, κι εσύ στέκεσαι στα λόγια που την καθορίζουν.
-Δεν είμαστε και πολύ διαφορετικοί, ξέρεις. Εγώ ψάχνω την «ελπίδα» στην φαντασία κι εσύ την «φαντασία» στην ελπίδα. Αλήθεια, πόσα
ori tsuru θα φτιάξεις ακόμα περιμένοντας υπομονετικά να τα… χιλιάσεις ενώ δεν τα μετράς κάν;
-Όταν φτάσω στα χίλια θα το ξέρω, γιατί όλες μου οι επιθυμίες θα μπορούν να πραγματοποιηθούν… αλλά ακόμα κι αν δεν γίνει ποτέ, θα έχω ασκήσει τα δάχτυλά μου δημιουργώντας πουλιά.
-Που όμως δεν πετάνε;
-Για μένα πετάνε, για αυτό και χαρίζω κάθε ένα σε διαφορετικό άνθρωπο.
-Σε μένα γιατί δεν έχεις χαρίσει ποτέ;
-Σε σένα θα χαρίσω το χιλιοστό…
-Πάω να φτιάξω καφέ. Θέλεις;
-Θέλω, αλλά σήμερα μην βάλεις ζάχαρη.
-Έλα μαζί μου στην κουζίνα για παρέα.
-Πήγαινε εσύ κι έρχομαι… Σήμερα θέλω να φτιάξω ένα
ori tsuru για μένα. Έχω φυλάξει το μωβ χαρτί περιτυλίγματος από το κρασί που μας έφεραν χθες. Θα το κρεμάσω από την σανίδα που έχει ραγίσει κάτω από το κρεβάτι.
-Ξέρεις τι είναι το
Broch;
-Όχι, για πες…
-Στην κέλτικη παράδοση υπάρχουν καταγεγραμμένες μυθιστορίες σχετικά με κάποιους κυκλικούς πύργους. Λένε, λοιπόν, πως όποιος βρεθεί μέσα σε έναν τέτοιο πύργο, ο οποίος ονομάζεται
Broch, και κοιμηθεί εκεί, όταν ξυπνήσει η μνήμη του και τα όνειρά του στοιχειώνονται από το μέρος, όπου κι αν βρίσκεται. Λένε πως κάθε βράδυ θα ονειρεύεται ότι βρίσκεται σε αυτό το μέρος χωρίς να μπορεί να ξεφύγει και πως ο μόνος τρόπος «απόδρασης» είναι να επιστρέψει εκεί και να χαράξει το όνομά του σε κάποια πέτρα στο εσωτερικό του πύργου. Μόνο τότε ελευθερώνεται «ξανά»…
-Να, μια ωραία ιστορία…
-Εκεί θα ήθελα να κρεμάσω το δικό μου χαρισμένο χιλιοστό χάρτινο
ori tsuru.
-Θα είναι όμως, σαν να το έκλεινες σε κλουβί…
-Θα είχα χαράξει, όμως, το όνομά μου πρώτα… Πάω.
-Μη βάλεις ζάχαρη...

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

It's easier now

[ photo: Sunny Sun Flowers by TheDynamicLight ]

Ένα μπουκέτο πευκοβελόνες αφημένο γλυκά στην πόρτα σου απόψε που οι αποστάσεις χωρίζουν και οι διαστάσεις ενώνουν. Είναι πιο εύκολο τώρα να ανοίξω την πόρτα. Είναι πιο εύκολο τώρα να κλείσω τα αμπάρια της ψυχής μου, να οδηγήσω την ζωή μου, μέσα σε σπήλαια κυνηγημένος στους διαδρόμους, ως της καρδιάς τους υπονόμους, να σε ψάξω, να σε φτάσω. Είναι πιο εύκολο τώρα να κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά και σαν μυρίσω το άρωμα σου στον διάδρομο, στον παράδρομο, στην λεωφόρο της όποιας αγωνίας μου να σε αγκαλιάσω σφιχτά, να σε αγκαλιάζω, σε αγκαλιάζω…

Πόσους τρόμους φέρνει ένα χάραμα και πόσες ζωές κρύβει η ζωή αλήθεια;

Πίνω μια γουλιά καφέ, την τελευταία, ενώ ο Jason Molina αγκυλώνει με μια πευκοβελόνα, που έκλεψε από το «όμορφο» μπουκέτο μου πριν σου το χαρίσω, έναν έναν τους πόρους μου. Δεν μπορώ να τον ακούω.

Pause.

Θέλω να σου πω. Θέλω να σου μιλήσω με μαγεμένα λόγια που μετρούν ως το εκατό και βγαίνουν στο σεργιάνι, σαν τα σαλιγκάρια μετά την βροχή στους δρόμους της πόλης. Σαν τα σαλιγκάρια που δεν ξέρουν ότι το βήμα κάποιου «απρόσεκτου» περαστικού μπορεί να τα συνθλίψει. Με λόγια από μισάνοιχτα χείλη να σου πω ότι η υγρασία μοιάζει με την φαντασία τον Γενάρη σαν ανθίζουν ανατρεπτικά οι αμυγδαλιές και οι αμυγδαλές του λαιμού μου… να θυμηθώ τις νύχτες που περπατούσα στον δρόμο της ένωσής των κλουβιών μας και άκουγα τα μαύρα πουλιά να κελαηδούν στις τρεις τα χαράματα. Ένας ήχος αλησμόνητος και ακλόνητος όπως το ανοιξιάτικο προφίλ της ζωής σου. Πόσο πολύ μου αρέσει να σε κοιτάζω, κι όσο σε αγγίζω κι άλλο τόσο που δεν σε αγγίζω τόσο να σ’ αγαπώ. Να σ’ αγαπώ; Δηλαδή;

Εξομολογούμαι την εξανάσταση της σάρκας και του αθεράπευτου πνεύματός μου πληκτρολογώντας αθόρυβα λέξεις μαντατοφόρες προς εσένα, απόψε. Μια σπονδή στο χαμόγελο της γέννησης σου προσπαθώ να δημιουργήσω και δεν με νοιάζει αν θα αγγίξει τα πέλματά σου, σαν χάδι ή σαν μούδιασμα, το φιλί που σου δίνω.

Θέλω να ξέρεις πως οι ηδονές που ζουν στο «χαλί» σου είναι ελεύθερες και τρέφονται από ήλιους που ανθίζουν νευρικά. Μην τις κλωτσάς λοιπόν όταν θυμώνεις μαζί τους. Πιάσε τους απλά κουβέντα και ηχογράφησέ τες σε ένα ρετρό κασετόφωνο. Ύστερα άκουσε την φωνή σου. Δεν την αναγνωρίζεις, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι. Πως είναι λοιπόν;

Play στο repeat.

Θέλω να σου πω πως μια μεθυσμένη πυγολαμπίδα έχει κουρνιάσει κάτω απ’ το μαξιλάρι σου και πως η νυχτοβασία σου δεν είναι τυφλή, όπως τυφλή δεν είναι και η ακινησία των βλεφάρων σου όταν δεν ονειρεύεσαι. Είναι πιο δύσκολο τώρα που δεν είσαι εδώ όταν ξημερώνει.

Βγαίνω απ’ την κρυψώνα μου για να καπνίσω ένα τσιγάρο έτσι… στα κρυφά, για να χαμογελάσω όταν σε ξαναδώ, για να περπατήσω κάτω από το εκνευριστικό ψιλόβροχο της πρώτης νύχτας, για να τραγουδήσω τον ύμνο των γενεθλίων της μικρής Θεάς Ιλεμά, έστω και καθυστερημένα, για να ακούσω κορναρίσματα και σιωπές, για να σου μιλήσω, για να τσεκάρω την αντοχή της μέρας στο πρόσωπό μου και για να φωνάξω και για να κλάψω και για να έρθω επιτέλους στα ανοιχτά, να μην φοβάμαι πια.

Φτου και βγαίνω.

It’s easier now that I just say I got better.

Stop.