Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ωκεανός ή Θάλασσα;

[ photo: Duks by PetitJeReve ]

Σε κατάρτια ξύλινα, γυμνά γαντζώνονται τα χαμηλά σύννεφα και τα κάνουν να μοιάζουν με μικρά φουγάρα σαν ο άνεμος φυσάει στην ίδια διεύθυνση, σε αντίθετη φορά με φόρα. Σε κατάρτια ξύλινα, δειλά ξεκουράζονται γλάροι με τα πόδια τους και δελφίνια με τα μάτια τους. Όσο για τους ανθρώπους πότε τα αραδιάζουν στο ψέμα τους σαν αγχόνη και πότε στο αίμα τους σαν ενδοφλέβια ένεση ευκαιρίας… σαν ενδοφλέβια γέννηση τρικυμίας που ξεστομίζεται στα χείλη και μοιράζεται με χείλη. Εκείνες είναι οι στιγμές που το άγχος μετουσιώνεται σε αχό, η αδράνεια σε ταχυπαλμία και η απουσία σε παρουσία.

- Αν μου δινόταν η ευκαιρία θα περνούσα ένα ολόκληρο καλοκαίρι μέσα σε ένα ιστιοφόρο.
- Ωραία θα ήταν μα όχι για τόσο πολύ.
- Γιατί; Δεν σου αρέσει η θάλασσα;
- Προτιμώ τον ωκεανό με παρέα έναν καθαρό ουρανό για στέγη του που θα τον βάφει απλόχερα σε αυτό το μεθυστικό βαθύ μπλε.
- Έχεις σκεφτεί όμως πως οι κλειστές θάλασσες ίσως να είναι πιο ρηχές και πιο ασφαλείς;
- Ίσως, μα ποτέ δεν «ερωτεύτηκα» μια κλειστή θάλασσα.
- Ενώ έναν ωκεανό;
- Αν έβγαζες το ιστιοφόρο σου στον ωκεανό, θα μπορούσα να έρθω μαζί σου.
- Χαίρομαι που το ακούω, μα άλλο σε ρώτησα.
- Άλλο;

Βότσαλα που δραπετεύουν, σαν μεταναστευτικά πουλιά, με ορμή από χέρια με σύμμαχο τον όποιον παφλασμό, και άλλα που γράφουν μυστικά σύμβολα μετακινώντας μικροσκοπικούς κόκκους άμμου βαραίνουν τις τσέπες μου και με κρατούν δεμένο στο έδαφος να νομίζω πως παίζω άψογα τον ρόλο μου, να νομίζω πως τηρώ την συμφωνία με το όνομα του είδους μου, δήθεν ψάχνοντας για τυχερά-άτυχα γαντζωμένα σύννεφα έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο προς τα άνω και τις φτέρνες μου βουτημένες στο αλάτι να κάνει πάρτυ με μια τοσοδούλα πληγή.

Έτσι, μπερδεύονται «θέλω» και «πιστεύω» με «νομίζω» και «μπορώ». Έτσι, σαν δίχτυα που αφαιρούν ζωές και προσφέρουν τροφές. Έτσι απλά μπερδεύονται οι κόκκοι άμμου με τους κόκκους καφέ, δυο χέρια που ανταλλάζουν ενέργειες, δυο σκέψεις που βυθίζονται η μία στην άλλη όχι από την πρώτη στιγμή μα ύστερα από καιρό. Ύστερα από καλό ή κακό καιρό. Ύστερα από πολλούς μήνες μάλλον άγνοιας. Τι συμβαίνει σε αυτό το διάστημα; Απλώς εκβάλει το ποτάμι στην θάλασσα και την βάφει καφέ ή μήπως εκδράμει η λάβα προς την θάλασσα και την ζεσταίνει ενώ πεθαίνει;

Σε ευχαριστώ για το μυτερό βότσαλο που μου χάρισες. Τώρα κοσμεί τα χέρια μου περνοδιαβαίνοντας από ρούχο σε ρούχο. Με αγκιστρώνει που και που μα χαμογελώ όχι από κάποια ελιτίστικη διάθεση σαδισμού ούτε από σαρκασμό ή ναρκισσισμό, μα μονάχα λόγω «γεύσης». Σε ευχαριστώ που ανάβεις χρωματιστά πορτατίφ στα υπόγεια του χρόνου μου και τραβάς κίτρινες διαγραμμίσεις στα εδάφη του χώρου μου για να μην λανθάνω στις προσπεράσεις και να μην υπολανθάνω στις ταραχές και τις εξάρσεις, στις μυήσεις και τις αφές. Σε ευχαριστώ, κι ας μην τα ξέρεις ακόμα, μάλλον, όλα αυτά.

- Πως θα το βάφτιζες το ιστιοφόρο σου;
- Δεν το έχω σκεφτεί να σου πω την αλήθεια. Τρέχει ο νους σου ε;
- Όχι. Σίγουρα δεν τρέχει. Κολυμπάει…
- Σαν δελφίνι, να φανταστώ;
- Σαν ιππόκαμπος! Σαν αρσενικός ιππόκαμπος σε τοκετό που αλλάζει χρώματα και κινεί μελαγχολικά την ουρά του, αυτή με το μέγιστο σχήμα του κοχλία.
- Τι περίεργο πλάσμα…
- Εγώ ή ο ιππόκαμπος;
- Κι οι δυο σας.

Κάπως έτσι βυθίζονται και αναδύονται φραγμοί, στεναγμοί, ευχές, παροχές κι αγριεμένα κύματα. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε θάλασσες και ωκεανούς αναζητώ την περιφορά μου και ανοιγοκλείνω τα μάτια στον επίμονο κέρσορα που αγχώνει το τελευταίο γράμμα της όποιας λέξης μου ενώ κλέβω λίγα δευτερόλεπτα για να ξεμουδιάσω τα μάτια μου, να τρίξω τα κόκαλά μου και να τοποθετήσω τελετουργικά τις ωτοασπίδες στα, κουρδισμένα σε τόνο φάλτσο, τύμπανα. Κάπως έτσι έρχονται δροσοσταλίδες με τον αέρα και μου δροσίζουν το σκασμένο δέρμα για να μην αποκοιμηθώ και ξεχάσω πως τα αμφίβια παραμύθια επιλέγουν ή διαμορφώνουν συνειδήσεις και ενίοτε βγαίνουν στις ειδήσεις.

Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να επιτρέψω στα φύκια να τυλίξουν εν χορώ σαν σμαραγδένιο περιλαίμιο τον λαιμό μου και να με χαϊδέψουν ατίθασα.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να τιμήσω νεφελώματα και αστέρια, που κρύβονται πίσω από τον άχρωμο ουρανό των πόλεων.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να αποσπάσω τις νοθευμένες αχτίδες του ήλιου και να διασπάσω βιολογικά μοναξιές και σκουπίδια.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να τσεκάρω αν ο δρόμος μου είναι σπαρμένος με αχινούς η στολισμένος με κόκκινες ζέρμπερες κι αν εσύ είσαι εκεί ή εδώ.
Μένει μονάχα ένα μακροβούτι για να εξέλθουμε από την κρίση πανικού καρδιάς και νου και να περιπλανηθούμε στον κόσμο.

Ήθελα να 'μαι στον βυθό της θάλασσας που κρύβεις
να βλέπω εκεί ψηλά το φως, τα μάτια σαν ανοίγεις.

9 σχόλια:

  1. "κι οι δυο"
    :)
    Ωκεανε...Cap.
    τα καταφερνεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ->roxanred
    κάποιες φορές ίσως ούτε ο ένας ούτε η άλλη... γιατί ίσως, ναι, να καταφέρνει ο όποιος το όποιο μεγαλείο του μα να είναι τόσο μακρινό, το σίγουρον της επιτυχίας λέξεων, πράξεων και ανατροφοδοτούμενων συναισθημάτων του που να διακρίνεται σαν ευθεία στον ορίζοντα την ώρα που σκάει επιβλητικά και καθησυχαστικά ο ήλιος στο νερό. Κι εκεί ψελλίζεις ταραγμένος με ένα νεύμα: "Αγάπε με... αν τολμάς. Τολμάς;"

    Καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. εγώ πάλι προτιμώ τα πόδια μου να τα βρεχω στη θάλασσα καθισμένος στη στεριά.

    πάντα με τρόμαζε η έκθεση του ανοιχτού πελάγους.

    μάλλον επειδή ήθελα τα νώτα μου φυλαγμένα... κι έτσι ποτέ δεν ήμουν καλός στα μακροβούτια.


    καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μμμμμ, μύρισε ωκεανός...
    άλμπατρος που ζυγιάζονται στον αέρα,
    άμπωτις και πλημμυρίδα έξω από το St Malo
    βράχια απότομα στη μουντή Νορμανδία


    μνήμες που μου ξύπνησες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ->αν ακούς
    μια καλημέρα και από μένα
    σαν ξέρεις τι προτιμάς
    ξέρεις και πως να το απολαμβάνεις...


    ->stardustia
    μμμμμ...
    εικόνες που μου ξύπνησες
    σταγόνες που αρπάζει ο αέρας
    και τις κάνει βροχή
    βροχή ατομίκή και τοπική

    τι υπέροχα πουλιά τα άλμπατρος...
    από τον βορρά μέχρι τον νότο
    μέχρι την Ushuaia
    με φόντο στα φτερά τους
    τα χιονισμένα βουνά του τέλους του κόσμου...

    Καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Τωρα γιατι εμενα μου μοιαζει σκοτεινη η θαλασσα σου;;
    Καποτε εγραφα ποιηματα για τη θαλασσα, ηταν δικη Μου. Με τα χρονια ξεχωριζω περισσοτερο τι μου αρεσει απο τι θα ηθελα να μου αρεσει.


    Μου αρεσει το βουνο με θεα την θαλασσα. Ισα να τη μυρισω λιγακι μου φτανει πλεον. Ειναι κι ενα ονειρο ζωης να ζησω καπως ετσι καποτε!

    Καλο μηνα dim mου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ->dee dee
    μια θάλασσα είναι όσο σκοτεινή όσο σκοτεινός είναι και ο ουρανός που την σκεπάζει ή όσο σκοτεινά είναι τα μυστικά και τα βάθη της...

    είναι κα φωτεινή και σκοτεινή η θάλασσα μου...

    που και που της δίνουν φως η της το παίρνον πίσω τα μάτια μου.

    όσο για την μυρωδιά της...
    και τον αέρα της...
    σαν γιατρικά μου μοιάζουν.

    Καλνύχτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. "Σε ευχαριστώ που ανάβεις χρωματιστά πορτατίφ στα υπόγεια του χρόνου μου και τραβάς κίτρινες διαγραμμίσεις στα εδάφη του χώρου μου για να μην λανθάνω στις προσπεράσεις και να μην υπολανθάνω στις ταραχές και τις εξάρσεις, στις μυήσεις και τις αφές. Σε ευχαριστώ, κι ας μην τα ξέρεις ακόμα, μάλλον, όλα αυτά."

    Σου ωφείλεται ένα πλάτος.
    Ένα πλάτος ωκεανού μάλλον γι'αυτό
    το ευχαριστώ το όμορφο και το θαρραλέο.

    Χμμ, μόνο τα μακρουβούτια να προσέχεις λίγο.
    Σκέφτομαι όλα αυτά που θ'αντικρύσεις. Και ζηλεύω και φοβάμαι ταυτόχρονα.

    Καλησπέρα σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ->Άρρωστη Ερινύς
    Δεν ξέρω αν μου οφείλεται κάτι ή όχι
    μα θέλω να βουτήξω σε αυτό το πλάτος ωκεανού. Τα μακροβούτια ας έρθουν αργότερα. Θα έρθουν όμως, αλλιώς δεν έχει νόημα μάλλον κι ας φοβάμαι. Θα το ρισκάρω κι αν με ξεβράσει ο ωκεανός, τουλάχιστον θα έχω βραχεί, ίσως και δροσιστεί.

    Καλησπέρα...
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή