Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Το ξόρκι



Μυρίζει ο αέρας και δίπλα μου το τέρας
που άνοιξε την πόρτα του μυαλού
"Ποιον λες θα φοβερίσεις;", του λέω, "Μη νομίσεις!"
"για την καρδιά δεν πας από τον νου"

μα εκείνο με κοιτάζει, στέκει και δεν χλωμιάζει
μάλλον δεν θα του ήμουν πιστευτός
τυλίγει το κορμί του μες στο λινό πανί του
έξω και μέσα κρύωσε ο καιρός

Δεν βρίσκω τρόπο να κλείσω τα αμπάρια της ψυχής μου
να οδηγήσω την ζωή μου
μέσα σε σπήλαια κυνηγημένος στους διαδρόμους
ως της καρδιάς τους υπονόμους
να σε ψάξω... να σε φτάσω.

Ο ήλιος με έχει στήσει, δεν λεει να γυρίσει
λες και το κάνει επίτηδες, θαρρώ
το τέρας στο σκοτάδι κινείται σαν το χάδι
και δεν αφήνει ίχνη να το βρω

Ακούω, κρυφακούω, τίποτα δεν ακούω
ακόμα και τα μάτια σου ξεχνώ
κοιτάζω την σκιά μου δίπλα στα βήματά μου
φωνάζει και η βροχή, "Σε προσπερνώ!"

Δεν βρίσκω τρόπο να κλείσω τα αμπάρια της ψυχής μου
να οδηγήσω την ζωή μου
μέσα σε σπήλαια κυνηγημένος στους διαδρόμους
ως της καρδιάς τους υπονόμους
να σε ψάξω... να σε φτάσω.




[ τέλος δεύτερου Δεκέμβρη ]


Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

Hope there's someone

[ photo : Ionion in December ]

Σε έχω ανάγκη απόψε, όσο ποτέ. Απόψε, που αναβοσβήνω στο τυχαίο τέμπο των πολύχρωμων πυγολαμπίδων που έχουν κουρνιάσει στα κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Απόψε, που το αλκοόλ μου τρυπάει το δέρμα σαν ξαφνικός χιονιάς και που ο καπνός έχει απενεργοποιήσει τα φώτα ομίχλης δωματίου. Απόψε, που το ταβάνι παίζει ένα ψυχολογικό θρίλερ στις γωνίες του και που το πολυκαιρισμένο χαλί αποτρέπει το σώμα μου από το να επιστρέψει σε όρθια στάση.


Απλώνω το χέρι μου, πιάνω το παγωμένο ποτήρι και το φέρνω στα χείλη μου. Λες να παγώσουν μαζί του και οι φωνητικές μου χορδές; Λες να βραχνιάσει η φωνή μου και να μην την αναγνωρίζω; Λες να μπουν τα δάχτυλά μου σε ψύξη και το μυαλό μου να πήξει, όπως μου έλεγαν για όταν θα μεγαλώσω; Λες να ωριμάσω; Κι αν πέσω από το δέντρο μου σαν ένα γυάλινο ακριβό φρουτοστολίδι; Δεν θα σπάσω τότε πιο εύκολα, έτσι παγωμένος που θα'μαι; Λες να προλάβεις να με πιάσεις λίγο πριν την πρόσκρουση και η απότομη θερμότητά σου να με διπλοφουρνίσει; Μην με κάψεις, μονάχα. Αλλιώς, άσε με να πέσω. Ίσως το χαλί να γίνει μαγικό και να με σώσει, ενώ θα απογειώνεται.

Δεν έχω αφήσει για ώρες σε καμμία μελωδία να ζωγραφίσει πεντάγραμμα στις ψευδαισθήσεις μου για να μπορώ να αναρωτιέμαι ανεμπόδιστα για τον χορό που κάνει το ψιλόβροχο στην τέντα μου. Να αναρωτιέμαι αν είναι κάποιο ξωτικό που μεθυσμένο από τα φώτα της γιορτής, κάνει μικρά βηματάκια εκεί πάνω ή αν είναι κάποια νεράιδα που έφτασε μέχρι εδώ για να μου μεταφέρει κάποιο χαρμόσυνο μήνυμα, αλλά φοβάται τις πυγολαμπίδες και δεν έρχεται μέσα. Να δεις που είναι μαζί και οι δύο. Κάτι σκαρώνουν εκεί πάνω. Λες να είναι ερωτικός ο χορός, τελικά; Μόνο αν χορέψουν θα το μάθουν. Η άγνοια και η αμφιβολία, αλλωστε, δεν έδωσαν ποτέ απαντήσεις. Ούτε η απόσταση δίνει λύσεις.

Τεντώνω το κορμί και κάνω τα κόκκαλά μου να τρίζουν πότε σε διέσεις και πότε σε υφέσεις. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου πως μου χτυπάς την πόρτα κι εγώ ξαφνιασμένος ανοίγω, χωρίς να ρωτήσω, και σε βλέπω μπροστά μου. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω την μορφή σου σαν να μην σε έχω ξαναδεί. Σαν να σε αντικρίζω για πρώτη φορά. Μήπως, όμως, όντως σε βλέπω για πρώτη φορα; Δεν με νοιάζει. Μου αρκεί που είσαι εδώ. ...Και ξαφνικά μια σύζευξη διαρκείας με επαναφέρει ακριβώς εδώ. Κόρνα από τον δρόμο ήταν, τελικά, κι όχι σύζευξη. Μια ακόμη κόρνα από κάποιον που επιθυμεί να τραβήξει την προσοχή, για τον δικό του λόγο. Την δική μου, πάντως την τράβηξε. Καλύτερα, εδώ είναι πιο αληθινά. Εντάξει, κέρδισες! Σταμάτα να κορνάρεις! Σ' ακούσαμε!

Το πήρα απόφαση. Σηκώθηκα και κάθησα στον καναπέ. Λες να βγω έξω; Μπα, δεν έχω όρεξη. Αδειάζω μια τελευταία αλκοολούχα γουλιά στα σπλάχνα μου και βαφτίζομαι για μια στιγμή Ονειροκρίτης. Έτσι ερμηνεύω ακίνδυνα τους εφιάλτες μου και τους χρήζω "όνειρα". Την επόμενη στιγμή βαφτίζομαι Σταλακτίτης. Έτσι δημιουργώ ένα πιο πετυχημένο, ίσως και πιο ισχυρό, ομοίωμά μου, απέναντί μου, κι αισθάνομαι Θεός. Τώρα, βαφτίζομαι Νικητής. Έτσι μπορώ να πετάξω, να εξαφανιστώ, να ταξιδεψω στον χρόνο, να κινηθώ στον χώρο, να γίνω αόρατος. Λες να είναι καλύτερα αν βαφτιστώ Άνθρωπος; Καλή ιδέα! Ετσι μπορώ να γίνω ορατός.

Σε έχω ανάγκη απόψε, όσο ποτέ. Απόψε, που μοιάζει το νοθευμένο οξυγόνο σαν ξεκλείδωτο κλουβί, από το οποίο όμως διστάζεις να βγεις. Απόψε, που οι καταρράκτες των εκούσιων ή ακούσιων επιλογών θυμίζουν αυνανιζόμενη ανατροφοδότηση ανασφάλειας. Απόψε, που το κρακ της συστολής των ξύλινων επίπλων λόγω της ανοιχτής μπαλκονόπορτας, μοιάζει με μετρονόμο που μετράει αντίστροφα δίχως την απαιτούμενη περιοδικότητα. Απόψε, που ένα φιλί στα χείλη σου θα οδηγούσε σε αναστροφή των μαγνητικών μου πόλων και σε μια πιο εύκολη κατάποση του σάλιου μου.

Σε έχω ανάγκη απόψε. Όποιο κι αν είναι αυτό το "απόψε". Έλα, κι ας είναι η πρώτη φορά που σε βλέπω.

Έλα.


Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Sortie


…είναι μυστικό! Μην το πεις σε κανέναν. Κράτησέ το μέσα σου και άφησέ το να ανθίσει, μέχρι η μυρωδιά του να μπερδέψει την αναπνοή σου και να μην ξέρεις αν την εισπνέεις ή αν την αναδύεις. Πότιζέ το κάθε νύχτα, τα μεσάνυχτα, με ένα κοκτέιλ τριών συστατικών. Μία σκέψη, μια απόφαση και μια πράξη. Οι αναλογίες είναι δικό σου θέμα. Άφησε τους χτύπους της καρδιάς σου να συντονίσουν τα υγρά του σώματός σου και επέτρεψε στο περιοδικό «άνοιξε-κλείσε» των βλεφάρων σου να γίνει η μελωδία που θα το αναθρέψει σωστά για να μπορέσει να χρωματίσει τα μάτια σου σύντομα και να διεγείρει τα χείλια σου αργά. Σίγουρα, κάποιες λέξεις θα φτάνουν στον κυματισμό της γλώσσας σου, οι οποίες θα αλλάζουν χροιά κάθε ξημέρωμα σε κάθε αλλαγή στάσης του κορμιού σου επάνω στο κρεβάτι. Κάποιες ίσως δραπετεύσουν. Κάποιες, όμως όχι. Χρειάζεται υπομονή και προσοχή για να μην φανερωθεί το μυστικό. Ίσως, εκείνο προσπαθήσει να ξεφύγει από μέσα σου για να κατακτήσει τον κόσμο κι εσένα μαζί, όχι όμως πριν είναι αρκετά ώριμο. Δεν είναι κρίμα, σε μια στιγμή αδυναμίας να το χάσεις;

Στο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο σκοταδιών ενυπάρχει η ίδια η ζωή. Δεν είναι όμως ανέγγιχτη από αυτά. Την διαβρώνουν εκεί στις άκρες, και αν βρουν πρόσφορο μονοπάτι προχωρούν μέχρι το ρουά ματ. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο πολέμων ενυπάρχει η ειρήνη. Η ειρήνη και η ζωή, ακόμα κι αν είναι όμορφες, ποθητές και σέξυ, ακόμα και αν τα έχουν με άλλους, όπως λέει η ρήση, ακόμα και αν διαβρώνονται από τις απροσεξίες τους ή διαμορφώνονται από τις επιλογές τους, είναι ακόμα εδώ. Εδώ είμαι κι εγώ.

Για αυτά τα δύο μεσοδιαστήματα, λοιπόν, το μυστικό σου γίνεται ακόμα πιο ισχυρό, όσο το φροντίζεις και δεν το παραμελείς. Άλλωστε, μην ξεχνάς ότι και να αφήσεις το μυαλό σου να σε τραβήξει μακριά του, η καρδιά σου δεν πρόκειται να υποκύψει. Αργά ή γρήγορα θα σου το φέρει μπροστά στα μάτια σου σε υψηλή ευκρίνεια, για να διακρίνεις καλύτερα την κάθε λεπτομέρεια και να μπορείς να ανακαλύψεις την όποια ατέλεια. Σίγουρα θα υπάρχουν περισσότερες από μία.

Για να σε προλάβω…, μην προσπαθείς τώρα να το εντοπίσεις, ή ακόμα καλύτερα, να το θυμηθείς, καθώς περί αυτού πρόκειται στην ουσία. Πιθανόν, δεν έχει νόημα. Δεν θα έχει, άλλωστε, το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όχι «σε αυτή την φάση», τουλάχιστον. Έχε υπομονή. Κι εκείνο το ίδιο κάνει και σου κλείνει το μάτι πονηρά αυτή την στιγμή…

Τι σου λείπει; Μην σκεφτείς, απάντησε σπασμωδικά. Αν η αυθόρμητη απάντηση ήρθε παρέα με έναν αναστεναγμό και με ένα αχνό χαμόγελο τότε είναι κατάλληλες οι συνθήκες, να ξεκινήσεις το πότισμα. Αν και πιστεύω ότι το έχεις ήδη ξεκινήσει. Καλή συνέχεια.

Οι κατάλληλες συνθήκες δεν έχουν να κάνουν με θερμοκρασίες, με τακτικές και με ψυχικούς εξαναγκασμούς. Έχουν να κάνουν με τις αισθήσεις σου και με το πως αντιλαμβάνεσαι τον χώρο σου, είτε είσαι στο δωμάτιό σου και ξεχνιέσαι σε οθόνες, είτε βγαίνεις στους δρόμους και ξεχνιέσαι σε έρωτες, είτε δουλεύεις, είτε σωπαίνεις, είτε μιλάς, είτε εξαφανίζεσαι, είτε αφανίζεσαι, είτε θυμώνεις, είτε χαμογελάς, είτε κλαις. Όπου κι αν είσαι, ο χώρος σου είναι αποκλειστικά δικός σου. Δεν είσαι εσύ, άλλωστε, μέρος του κόσμου… εκείνος είναι κομμάτι σου.

Αυτές τις συνθήκες αναζητώ κι εγώ, κι ας ξέρω ότι οι πιο κατάλληλες είναι «όταν θέλω». Άρα γιατί να τις αναζητώ και να χάνω χρόνο; Έλα ντε! Αν η θεωρία ήταν ένα τζάμι, για να φτάσεις στην πράξη το μόνο που σου απομένει θα ήταν να το θολώσεις και να σχηματίσεις το θέλω σου σαν γράφημα με το γυμνό σου δάχτυλο επάνω του. Βολεύει, φυσικά, όταν κάνει κρύο έξω… Γίνεται πιο εύκολο. Όταν όμως κάνει κρύο και μέσα, τότε τα πράγματα κρατιούνται σε μια απόσταση ασφαλείας ή ανασφάλειας. Αξίζει όμως τον κόπο. Κι αν παραμένει άπιαστο σαν όνειρο, τότε, απλά σπας το τζάμι και δεν ζωγραφίζεις. Απλά, μιλάς. Βρίσκεις τα κότσια και μιλάς… και ό,τι ήθελε προκύψει. Αυτό κάνει τα μεσοδιαστήματα πικάντικά και επιθυμητά, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

…είναι μυστικό! Όταν η σιγουριά θα έχει ανοίξει διάπλατα τους πόρους σου, όταν δεν θα σε νοιάζει αν έξω φυσάει ή βρέχει, όταν η πρόκληση θα είναι ξαπλωμένη στην παλάμη σου, όταν τα γράμματα και οι λέξεις δεν θα έχουν πια σημασία, όταν το διάφραγμά σου θα κάνει την αναπνοή σου πιο ήσυχη, όταν θα βγάζεις εισιτήρια και θα ταξιδεύεις μέχρι την άκρη του κόσμου ακόμα και με το νου σου, όταν δεν θα έχει σημασία αν έχει πανσέληνο ή όχι, όταν το «μετά» θα μοιάζει ανούσιο μπροστά στο «τώρα», όταν το χέρι σου θα ανταποκρίνεται στο ξαφνικό άγγιγμα για πρώτη φορά, όταν τα βήματά σου δεν θα φοβούνται την σκιά σου κι όταν οι μελωδίες του μυαλού σου θα γαργαλάνε ερεθιστικά τον λαιμό σου τότε δεν θα είναι πια μυστικό. Όχι για τους άλλους, αλλά για τον ίδιο σου τον εαυτό.

Μην ψάχνεις μακριά. Μην ψάχνεις να βρεις την ευτυχία σε λέξεις ή σε μνήμες και μην προσπαθείς να την δημιουργήσεις ή να την αποδεχτείς. Κι αν στραβά αρμενίζεις, ή αν είναι στραβός ο γιαλός, μην απογοητεύεσαι. Μην ψάχνεις να βρεις τον εαυτό σου σε λέξεις, σε φράσεις που ήδη έχουν γραφτεί ή έχουν ειπωθεί. Ούτε εμένα μην με ψάχνεις εκεί μέσα για να με αισθάνεσαι κοντά σου. Ψάξε μέσα σου εσένα. Ψάξε μέσα σου εμένα.


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Venceremos

"...και όταν θα 'ρθουν οι καιροί, που θα 'χει σβήσει το κερί στην καταιγίδα
υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα."


[ photo : portrait... by andreinacu ]

Σε έναν αιώνα μακρινό, υπήρχε ένα μυστικό
ήταν κοινό, και το μοιράζονταν δυο τόποι
ο ένας κάπου στον βορρά, ο άλλος ήταν νότια
κι ανάμεσα τους ένα τείχος από χιόνι

Πιστεύανε σε τρεις Θεούς, πως αν σωπαίνεις τους ακούς
μέσα απ’το τείχος, σαν νυχτώνει και γελάνε
η μια ήταν η Θεά Καρδιά, ο άλλος ο Θεός Νους
που ήταν στείρος και δεν είχανε παιδιά
μέχρι τη μέρα που γεννήθηκε η Ιλεμά

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Η Θεά για θαύμα μίλαγε, μα ο Θεός δεν πίστευε σε αυτά
«Θα την σκοτώσω!», έλεγε, «με το σπαθί μου!»
μα σαν περνούσαν οι βραδιές και το μωρό χαμογελούσε
ο φόνος αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας
τους εφιάλτες του σκορπούσε ο αέρας

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Μετά από χρόνια η Ιλεμά, με την μαμά Καρδιά
και με τον Νου μπαμπά, ανέβηκε στο τείχος
κοίταξε ανατολικά, κι ύστερα πάλι δυτικά
μα όμως δεν είδε τους Θεούς πίσω απ’το χιόνι
που τους ακούει σαν νυχτώνει να γελούν...

Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά
Ιλεμά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά

Ιλεμά, για τα μάτια σου χτυπάει η καρδιά



[ βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει σε ό,τι σου τρώει τη ψυχή
υπάρχει ακόμα, υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί ]



Χρόνια πολλά Ιλεμά

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Sur le fil

Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοιχτή. Δεν αναγκάστηκε, λοιπόν, αυτή την φορά, να ψάξει ανάμεσα σε όλα τα απαραίτητα ή μη απαραίτητα αντικείμενα που κρατάει καλά φυλαγμένα στην τσάντα της, για να εντοπίσει τα κλειδιά της. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια με τον αφοπλιστικό της αέρα, κάλεσε το ασανσέρ και στάθηκε να περιμένει. Δεν ανταποκρίθηκε, όμως, στο κάλεσμά της και αυτό αρχικά την παραξένεψε κι εν συνεχεία της χάλασε την διάθεση. Τα τακούνια είχαν κουράσει τα πόδια της και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να ανεβεί τέσσερις ορόφους από τις σκάλες. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη για να επιβεβαιώσει τον άσχημο μορφασμό της και το πήρε απόφαση. Άλλωστε δεν είχε κι άλλη επιλογή. Εδώ, οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται πάντα στο κάλεσμά σου και δεν αναλαμβάνεις πρωτοβουλία να κάνεις κάτι, αν αξίζει τον κόπο, με τις μηχανές πώς να τα βγάλεις πέρα; Ο πρώτος όροφος φανερώθηκε στο βλέμμα της γρήγορα. Ο δεύτερος μούδιασε ελαφρά τους μηρούς της. Στον τρίτο, στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα, επέτρεψε σε μερικές τζούρες αέρα να ξεκουράσουν τα πνευμόνια της και συνέχισε για την κατάκτηση της κορυφής. Ήταν πια έξω από το διαμέρισμά γεμάτη με ένα κοκτέιλ νίκης και λαχανιάσματος που είχε κάνει το στήθος της να πάλλεται σαν παλέτα στα χέρια ενός εκστασιασμένου ζωγράφου. Ίσιωσε την φούστα της, φρόντισε την συμμετρική εμφάνιση του γιακά του πουκαμίσου της και χτύπησε το κουδούνι, ελπίζοντας πως εκείνος δεν θα κοιμάται με τις ωτοασπίδες στα αυτιά. Τι περίεργο στ’ αλήθεια; Είχε το κλειδί της εισόδου μα όχι του διαμερίσματός. Ένιωθε σαν να της επέτρεπε να φτάσει στην πηγή, μα το νερό θα έρεε για να εισχωρήσει στην σάρκα της μόνο μετά την άδειά του. Αυτό την θύμωνε από την μία, μα της έδινε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε ή έτσι ήθελε να νομίζει. Τι παιχνίδι κι αυτό!

- Πώς σε λένε σήμερα;
- Άνοιξέ μου και θα το συζητήσουμε μέσα.
- Δεν μπορώ να σου ανοίξω αν δεν ξέρω πως σε λένε σήμερα.
- Μωρό μου, με λένε όπως και χθες. Είμαι πολύ κουρασμένη, σε παρακαλώ.

Άνοιξε την πόρτα. Του άρεσε να δυσκολεύει λίγο την κατάσταση αλλά δεν ξεπερνούσε τα όρια. Γνώριζε τόσο καλά τον τόνο της φωνής της. Ήξερε πότε η χαρά γαργαλούσε τις φωνητικές της χορδές, πότε η λύπη κρυβόταν πίσω από το κούμπωμα της αλυσίδας στο πόδι της και πότε ο θυμός ζωγράφιζε τα νύχια της. Την ήξερε καλά. Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε ή έτσι ήθελε να νομίζει. Την κοίταξε στα μάτια κι έλαμψε το πρόσωπο του. Ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούσαν να τον αρπάξουν από τον πάτο του μαγγανοπήγαδου και να τον τραβήξουν και πάλι στην επιφάνεια. Δεν της το είχε πει. Απέφευγε να της πει πως αισθάνεται, απέφευγε να τις ανοίξει διάπλατα τις «πόρτες» του, γιατί φοβόταν μήπως και την χάσει. Δεν της έλεγε ψέματα. Δεν της έλεγε όμως και όλη την αλήθεια. Για κάποιους αυτό θα ήταν πισινή, για άλλους τακτική, για κάποιους φόβος και για άλλους λάθος. Τι παιχνίδι κι αυτό!

Της έδωσε ένα φιλί κι ύστερα με μια γρήγορη κίνηση την σήκωσε στα χέρια του αιφνιδιάζοντάς την.

- Μα καλά τι κάνεις; Είσαι τρελός;
- Εσύ δεν είπες ότι είσαι κουρασμένη;
- Ε ναι… αλλά…
- Αν δεν σου αρέσει σε αφήνω τώρα.
- Καλά ντε! Μια κουβέντα είπα!

Της άρεσε, αλλά δεν το ξεστόμισε γιατί δεν ήταν σίγουρη πως προτιμούσε την συμπεριφορά του. Δεν ήξερε αν αυτό που την εξίταρε ήταν η ασφάλεια που ένιωθε μαζί του ή η ανασφάλεια που έκρυβε πίσω από την σιγουριά του. Δεν ήξερε αν το μυστήριο ήταν το μεγάλο του χαρτί ή η τρυφερότητα. Δεν ήξερε αν την έλκυε η ψυχή του ή το κορμί του. Του χαμογέλασε όμως κι έκλεισε τα μάτια της μέχρι που την άφησε επάνω στον καναπέ. Εκείνη πήγε κάτι να προφέρει μα με το χαρακτηριστικό νεύμα της σιωπής, της την επέβαλλε. Της έβγαλε τα ρούχα τελετουργικά, σιγά σιγά, μέχρι που έμεινε ολόγυμνη μπροστά του. Στάθηκε να την κοιτάζει για μερικά λεπτά χαϊδεύοντας πότε με την εξωτερική και πότε με την εσωτερική πλευρά του χεριού του το σώμα της, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της.

- Μου λείπεις
- Εδώ είμαι, αφημένη στα χέρια σου. Γιατί το λες αυτό;
- Μου λείπεις, μέσα μου.
- Δεν σε καταλαβαίνω.
- Ούτε κι εγώ, όσο κι αν έχω προσπαθήσει, εκεί που έχει ζέστη ξαφνικά πιάνει ψύχρα.
- Σου αρέσει να βασανίζεσαι ε;
- Μου αρέσει να μοιράζομαι την ζωή μου μαζί σου.
- Και τότε γιατί δεν μου δίνεις το κλειδί του σπιτιού;
- Γιατί σε θέλω.
- Μήπως φοράς ακόμα τις ωτοασπίδες; Άλλο σε ρώτησα.

Η απάντησή του ήταν ένα άγγιγμα των δαχτύλων του στα χείλη της. Έβγαλε τα ρούχα του. Η σιωπή επέστρεψε. Όσο κι αν τα δόντια τους έκλειναν αεροστεγώς την έξοδο λέξεων που θα μπορούσαν να τους βγάλουν από τις αμφιβολίες και να επιτρέψουν στην αυτοπεποίθησή τους να αναλάβει τα ηνία της κοινής τους ζωής, δεν το έκαναν. Δεν τους τρόμαζε η σιωπή, άλλωστε. Σε αυτό είχαν συμφωνήσει. Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν ήταν ξεκάθαρα! Τι παιχνίδι κι αυτό!

Φίλησε τα τρία αγαπημένα σημεία πάνω της, το πάνω μέρος του ποδιού της, την κοιλιά της και τον λαιμό της. Άφησε έτσι την γλώσσα του να δραπετεύσει ταξιδεύοντας στο υγρό της κορμί, που δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο ξαναγεννούσε το λαχάνιασμα που είχε νωρίτερα. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον χωρίς να πουν λέξη. Εκείνος γεύτηκε τον πρώτο της οργασμό σαν δυνατό αλκοολούχο κέρασμα κι ύστερα ταξίδεψε μέσα της πότε με δύναμη και πότε με αδυναμία για να συντονίσει το δικό του πλέον λαχάνιασμα με το δικό της.

- Θέλω, όποιος είναι μαζί μου, να θέλει τόσο το μυαλό μου όσο και το κορμί μου.
- Κι εγώ το ίδιο θέλω.

Την σήκωσε στα χέρια του και την πήγε στο κρεββάτι. Οι σκέψεις τον πονούσαν αλλά ήθελε αντί για λέξεις, πλέον να αφιερωθεί στις πράξεις. Της ζήτησε να κοιτάξει κάτω από το μαξιλάρι της. Υπήρχε ένας φάκελος. Τον έσκισε γρήγορα, μην μπορώντας να φανταστεί τι ήταν κρυμμένο εκεί μέσα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει. Μέσα σε ένα κόκκινο βελούδινο πανί ήταν τυλιγμένο ένα κλειδί. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει. Τον κοίταξε στα μάτια κι ένα δάκρυ φάνηκε εκεί σαν σταλακτίτης να μεγαλώνει. Άγγιξε το βελούδο στο πρόσωπό του, το σκούπισε και τον φίλησε. Εκείνος έκανε το ίδιο. Το αχνό φως του δρόμου φώτιζε το ταβάνι, και τα τζάμια ήταν θολά από τις εκπνοές, κρατώντας την «αδιακρισία», την «απουσία» και την «συνήθεια» απ’ έξω. Του είπε καληνύχτα… κι εκείνος της διάβασε το αγαπημένο του παιδικό νανούρισμα…

"A man of words and not of deeds
Is like a garden full of weeds,
And when the weeds begin to grow,
It’s like a garden full of snow.
And when the snow begins to fall,
It’s like a bird upon the wall,
And when the bird away does fly,
It’s like an eagle in the sky.
And when the sky begins to roar,
It’s like a lion at the door.
And when the door begins to crack,
It’s like a stick across your back,
And when your back begins to smart,
It’s like a penknife in your heart,
And when your heart begins to bleed,
You’re dead, you’re dead, you’re dead indeed."


"Sur le fil"

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Against all odds


Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που καλείσαι να αντιμετωπίσεις το βλέμμα σου. Σηκώνεις το κέρμα των επιθυμιών σου στο χέρι, το πετάς στον αέρα και αναρωτιέσαι για το πιθανό αποτέλεσμα. Βαθιά μέσα σου, όμως, γνωρίζεις ότι αυτό δεν θα επηρεάσει τις πράξεις σου, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, καλώς ή κακώς. Άλλωστε, και οι δύο όψεις ανήκουν στο ίδιο νόμισμα, και αυτό δεν είναι άλλο από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ξέρεις τι θέλεις; Θαυμάσια. Δεν ξέρεις τι θέλεις; Ψέματα. Όχι, όμως από αυτά που μπορείς εύκολα ή δύσκολα να σιγοψιθυρίσεις σε όποιον στέκεται δίπλα σου, είτε γιατί έτσι νομίζεις ότι τον προστατεύεις, είτε γιατί η άγνοια μπορεί να διατηρεί την εύθραυστη ισορροπία, είτε γιατί απλά φοβάσαι να ακούσουν τα ίδια σου τα αυτιά την αλήθεια. Ψέματα σαν αυτά που τα ντύνεσαι σαν χειμωνιάτικο πανωφόρι, σαν ακριβά κοσμήματα, σαν ωραίο μαγιό στην παραλία. Ψέματα σαν το βλέμμα σου που αρνείται να σηκωθεί και να συναντηθεί με ένα άλλο, γιατί έτσι νομίζεις ότι κρατάς πισινή, γιατί τρέμεις να το πράξεις μην και δεις το καθρέφτισμά σου εκεί, όσο όμορφο κι αν μοιάζει, γιατί απλά αποφεύγεις να δεις πως μοιάζει ένα συναίσθημα δυνατό και καθαρό, γιατί υποψιάζεσαι ότι θα πιαστείς στα πράσα και τα λόγια θα πάψουν να καλύπτουν την αλήθεια που τόσο όμορφα έχεις πλάσει για τον δίπλα σου, τον απέναντί σου, τον πίσω σου, το «εγώ» σου. Σιγά μη μιλήσω εγώ ενάντια στις κρυψώνες. Σε δέκα νύχτες κλείνει ένας χρόνος που την έστησα ετούτη, ή που έστησε αυτή εμένα, στον τοίχο, στο ραντεβού, μπροστά στον καθρέφτη. Δεν μου αρέσουν οι καθρέφτες και αποφεύγω επιμελώς να κάθομαι απέναντι τους, κυρίως όταν αυτό συνοδεύεται από ποτό και τσιγάρο.

Έρχονται κάποιες στιγμές στην ζωή που έχεις να επιλέξεις ανάμεσα σε δυο καταστάσεις. Στο να φύγεις ή να μείνεις, από όπου ή όπου κι αν βρίσκεται αυτό. Σηκώνεις την κούπα από τον καφέ σου, πίνεις μια γουλιά μήπως και σκεφτείς πιο καθαρά. Μήπως και φανεί μπροστά σου σαν όραμα το τι από τα δύο θα σου προκαλέσει τον λιγότερο πόνο ή την μεγαλύτερη ευτυχία. Διάβασα μια ιστορία πρόσφατα που μαγνήτισε το αίμα μου σαν να ήταν από ρινίσματα σιδήρου. Τόσο απλά. Μιλούσε για την δύναμη ή την αδυναμία που μπορεί να κρύβει κανείς μέσα του. Σαν γλυκό νανούρισμα για να αντέξεις τον πιο τρομακτικό εφιάλτη, μου φάνηκε. Το χωροχρονικό της συνεχές ήταν εκεί ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, ανάμεσα στο πάθος που δεν εκδηλώνεται και μένει δυστυχώς εγκλωβισμένο, ανάμεσα στο «φιλικό» δέσιμο δυο ανθρώπων και στον έρωτα, ανάμεσα σε δύο κορμιά σε αγκαλιά, ανάμεσα στα χείλη και στο δέρμα, σε όποιο σημείο του σώματος και αν το αγγίζουν, ανάμεσα στην εξορία και την ελευθερία, την εργασία και την δουλειά, τις σκέψεις και τις πράξεις, ανάμεσα στο ανάμεσα και φτου κι απ’ την αρχή. Ό,τι αξίζει τον κόπο ή τον τρόπο ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, ενάντια σε όλα τα κλισέ, ερωτικά, μυστικά, ηλικιακά, φιλικά, αρχής, τέλους, παύσης, θραύσης, καύσης, πλατωνικές υπολανθάνουσες καταστάσεις, φοβίες, λατρείες, συνουσίες, δεν αφήνει τελικά πολλές επιλογές. Όταν το μυαλό μπαίνει εμπόδιο στα της καρδιάς, κάτι στραβά αρμενίζει πιθανόν και η φυγή δεν θα διορθώσει την πορεία του ενός ή του άλλου, ειδικά όταν πρόκειται περί απλής στολισμένης μετακόμισης.

Κρατάω μέσα μου το θαυμαστικό σε εκείνο το υπέροχο φινάλε που τρύπωσε από τα χείλη μου, και εκδηλώθηκε εκεί, από την γλώσσα μέχρι τον ουρανίσκο μου, από τους εγκεφαλικούς μου νευρώνες μέχρι την κεντρική μου αρτηρία, από τα δάχτυλα των χεριών μου μέχρι τα λυγισμένα μου γόνατα. Βάζω στα σπλάχνα μου μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο, όπως και τότε και συνεχίζω να σε αισθάνομαι μια ανάσα μακριά μου. Πόσο απών μπορεί να είναι, αλλωστε κάποιος που με την απρόσμενη «παρουσία» του είναι σαν να μην έχει περάσει δευτερόλεπτο μακριά σου;


Αλλάζω χρώματα στα ρούχα μου, αλλάζω χρώματα στο μπλογκ μου για να αποχαιρετήσω την πρώτη του χρονιά
, αλλάζω χρώματα στην επιφάνεια για να εισχωρήσουν κάτω από την διαφάνεια και να ζωγραφίσουν τα σπλάχνα μου. Λάθος τακτική; Μπορεί. Κάποτε κάποιος μου είπε: «Φίλε, σκέφτεσαι πολύ, αυτό είναι το πρόβλημά σου». Απάντησα πως δεν θέλω να είμαι ή να γίνω κάποιος άλλος, όμως. Να εξελίσσομαι, θέλω μόνο.

Έτσι και σήμερα, λίγες μέρες πριν μπουκάρει ο λατρεμένος μου μήνας, επιλέγω να χαμογελάσω για μένα, και από την σύσπαση των μυών μου, να συνειδητοποιήσω πως το δέρμα μου έχει «ανοιχτούς πόρους», και πως πάρα το σκάσιμο που του προκαλεί το σκοτσέζικο ντους της παρουσίας ή της απουσίας, οφείλει να ανατριχιάζει στο χάδι και στα χείλη… και μαζί του κι εγώ. Διεκδικώ την απόδειξη των «πιστεύω» μου σε όσους δεν με πιστεύουν και ελπίζω, γιατί θα ήταν υποκρισία να υποστηρίξω το αντίθετο, πως θα το πετύχω, αργά ή γρήγορα, γρήγορα ή αργά. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, όμως. Η επιμονή από την μαλακία δεν απέχουν και πάρα πολύ, κι αν το διασχίσεις το ποτάμι άντε να στεγνώσεις μετά.

Πάμε λοιπόν. Βγάλε μια λευκή κόλλα χαρτί. Μην φοβάσαι, δεν θα γράψεις διαγώνισμα… Διάλεξε από την κασετίνα σου, που κρύβεις στο συρτάρι σου, μερικά από τα χρώματα που αγαπάς και δημιούργησε ό,τι σου έρχεται επάνω της. Ζωγράφισε, σχεδίασε, γράψε, εκμυστηρεύσου, εξομολογήσου και μόλις θεωρήσεις ότι το έργο σου είναι έτοιμο, φτιάξε μια σαΐτα, βγές στο μπαλκόνι σου και χάρισέ την στον αέρα. Απόψε, φυσάει έξω και σου υπόσχομαι ότι θα πάει όσο πιο «μακριά» θα ήθελες. Που θέλεις να πάει; Ωραία λοιπόν! Θα πάει τότε. Ύστερα φτιάξε κι άλλη μια, χωρίς χρώμα, όμως, αυτή την φορά και άφησέ την να διαλέξει τον δρόμο της. Κάτι μου λέει ότι θα επιστρέψει πίσω ξαφνιάζοντάς σε, σύντομα, και δεν θα είναι λευκή. Ένα ξάφνιασμα σαν συνειδητό ονείρεμα που θα μοιάζει σε σένα, τόσο όμορφο και τόσο άπιαστο.

Ενάντια σε όλα τα δεδομένα και τα προγνωστικά, στέκομαι εδώ να προπονώ το κενό μου για την στιγμή που θα το γεμίζεις σαν έκρηξη δημιουργίας, σαν ηδονικό supernova, σαν ποτήρι με δροσερό νερό που ξεδιψάει στόματα, σαν ήλιος που σκάει μύτη πίσω από τα σύννεφα, σαν σύννεφο που κάνει το ξηρό έδαφος να ριγεί στην εμφάνισή του πρώτου, σαν άμμος που παίζει με τα γυμνά σου πόδια, σαν σιωπή που λέει απείρως περισσότερα από τα πιο γλυκά λόγια, σαν φεγγάρι που κάνει τα νερά να αστράφτουν, σαν πεταλούδα μπογιατισμένη στα χρώματα των ματιών σου, σαν άρωμα καθησυχαστικό στην άκρη του λαιμού σου, σαν γεύση, σαν ακοή, σαν αφή, σαν όσφρηση, σαν όραση.

Εδώ και τώρα, πάγωσε τον χρόνο με την ζεστασιά σου και νιώσε, οδήγησε, αφήσου… Και το θέλεις, και το μπορείς.




[ It's worth a chance. If you believe in me..., then believe me. ]



Η ιστορία που έδωσε ένα από τα δύο εναύσματα για αυτό το κείμενο βρίσκεται στο χρονοντούλαπο και συνεχίζει να ζει... Να είσαι καλά SummerDream.



Σημείωση Κυριακής 23 Νοεμβρίου 2008

Είναι νύχτα και η βροχή καλύπτει σαν δάκρυ τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, την οργή, τον πόνο, την λαχτάρα, τον πόθο. Πόσες στιγμές στην ζωή του κάποιος νιώθει δυνατός, δημιουργικός, σημαντικός, επιθυμητός, γοητευτικός άνθρωπος, ασφαλής, ήσυχος, ανέγγιχτος από τα σκατά της ζωής; Ίσως πολλές, ίσως, όμως, και πάρα πολύ λίγες. Σε αυτές τις λίγες στιγμές θέλω να αφιερώσω αυτό το κείμενο. Σε αυτές τις στιγμές που το χαμόγελο πάλλεται στους σφυγμούς, που η αγωνία σβήνει στον ήχο μιας φωνής, που η επιθυμία σταματάει λίγα εκατοστά πριν και δυναμώνει, που η ξεγνοιασιά ξυπνάει και κοιμάται με την ίδια εικόνα. Αφιερώνω αυτό το κείμενο στην γεύση των χειλιών που παραμένει άγνωστη, στο «θέλω να κάνουμε έρωτα», που ίσως δεν ακούστηκε, στο υποσυνείδητο που μειδιά, σε όλα αυτά που έρχονται ξαφνικά και από εκεί που δεν το περιμένεις, αρκεί να είσαι ανοιχτός. Αφιερώνω το κείμενο σε όλες αυτές τις στιγμές του πρώτου χρόνου ζωής της κρυψώνας. Ένα άγγιγμα του αφαλού που μπορεί να ηλεκτρίσει, να διεγείρει, να εκτοξεύσει συναισθήματα και ιδέες και να παρασύρει είναι το δεύτερο έναυσμα για ετούτη την ανάρτηση.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Έρως ανίκατε μάχαν!

Άλφα.
Αν η ιστορία γραφόταν με "αν" θα είχα ενα τέτοιο για να κοσμήσω την αρχή και το τέλος και θα το βάφτιζα αγάπη. Θα του έβαζα ένα σκουλαρίκι μικρό μεν, ξεχωριστό δε, και θα το άφηνα να αναστρέψει την ύπαρξή του προς όφελός μου. Τότε, ξαφνικά, το "αν" θα γινόταν "να" και όλα θα έμοιαζαν πιο συμβατά με τα "θέλω" μου, πιο συνεπή στα "μπορώ" μου.
Βήτα.
Βγαίνω στον δρόμο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και στριβώ ξαφνικά στην επόμενη στροφή χωρίς να προλάβω να προειδοποιήσω το μυαλό μου ή εκείνο εμένα. Έτσι για λίγο χάνω την αίσθηση της πραγματικότητας του χώρου. Τα πόδια μου κουράζονται σιγά σιγά και με εκλιπαρούν ταλαιπωρημένα να γυρίσω πίσω. Όταν γυρίσω πίσω δεν θα είμαι καλύτερα. Θα είμαι μόνο λίγο πιο κουρασμένος για να κοιμηθώ πιο εύκολα και να σε ονειρευτώ.
Γάμα.
Γεννηθήκα στην ίδια πόλη που με εκτρέφει ακόμα. Αναζητώ ήχους διαφορετικούς που θα ομορφύνουν την αίσθηση που έχω για εκείνη κι έτσι θα μπορέσουμε λίγο ακόμα να συνυπάρξουμε. Κάπως έτσι γίνεται και με τους αθρώπους; Συνήθως ναι, μα όχι πάντα. Σε αυτή την εξαίρεση αφιερώνω την ψυχή μου. Είναι δική της.
Δέλτα.
Δεν θέλω να υποκρίνομαι. Αφήνω την υποκριτική μονάχα στο σανίδι κι εύχομαι να μην υπάρχει κάποια πρόκα που προεξέχει από αυτό σε κάποια γωνία. Είναι επικίνδυνο για τα γυμνά πέλματα και τα κλειστά μάτια, άλλωστε. Δεν υποκρίνομαι ίσως γιατί απλά δεν μπορώ να το κάνω. Αλλά κι έτσι να είναι, αν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, δεν πρόκειτα να πάρεις πρέφα τα υπόλοιπα.
Έψιλον.
Ευχές κάνω κάθε που βλέπω μια φωτεινή κουκίδα στον ουρανό σε ελεύθερη πτώση. Το κάνω επίσης και όταν τύχει να κοιτάξω το ρολόι και η ώρα είναι ίδια με τα λεπτά. Σήμερα το πρωί έκανα μια τέτοια ευχή.
Ζήτα.
Ζήτησέ μου να σου τραγουδήσω ένα αγαπημένο σου τραγούδι σε όποια γλώσσα επιθυμείς.
Ήτα.
Ήμουν από μικρός ένα ον με κλειστές τις πόρτες της εισόδου. Όποιος γοητευόταν ή είχε απλά περιέργεια έπρεπε να έρθει και να παραβιάσει το παράθυρο της σοφίτας για να εισέλθει. Πες μου λοιπόν, έβαλες σκάλα ή σκραφάλωσες;
Θήτα.
Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και να χαμογελάσω πριν ανοίξω τα μάτια μου. Να ακούσω μια μελωδία και να την μπερδέψω με μια αναπνοή. Να αισθανθώ ότι το πάτωμα απέχει μερικά χιλιοστά από το δέρμα μου και ο ενδιάμεσος αέρας να με κάνει να μοιάζω σαν τα προηγμένα τραίνα με τις τεράστιες ταχύτητες. Θέλω να είσαι εσύ δίπλα μου εκείνο το πρωί, και από το παιχνίδισμα της κουρτίνας να παραβιάσει την προσωπική μας στιγμή μια ηλιαχτίδα που θα έρθει και θα καθήσει επάνω στο στήθος σου για να βρώ αφορμή να την φωτογραφήσω με το στόμα μου.
Ιώτα.
Ιλεμά, για τα μάτια σου ταράχτηκε η Καρδιά, για τα μάτια σου ο Νους πήρε φωτιά.
Σε ευχαριστώ μκρή Θεά που με ξελάσπωσες σε τούτο το περίεργο σημείο και κρύφτηκα για λίγο στο όνομά σου.
Κάππα.
Κύματα ηλεκτρομαγνητικά, κύματα ωστικά, κύματα παλιρροϊκά σαρώνουν το μυαλό μου σε ώρες σαν αυτή. Σε ώρες που οι εξηγήσεις ερμηνεύουν τα φαινόμενα μα δεν αφήνουν λύσεις. Σε ώρες που μπλέκονται τα δάχτυλα για τρία δευτερόλεπτα. Σε ώρες που από καθαρή ευδαιμονία ένα δάκρυ, ένας ταχύς παλμός κι ένας αναστεναγμός διαρρέουν από τα τηλεφωνικά καλώδια και τα πολύχρωμα εμπόδια μέχρι το άγγιγμα και την ασφάλεια.
Λάμδα.
Λένε πως αν αφήσεις ένα δυνατό γέλιο μέσα στην νύχτα, εκείνο δεν σβήνει, αλλά συνεχίζει να ταξιδεύει μέχρι να εντοπίσει ένα πρόσφορο πρόσωπο για να φυτευτεί. Άφησε το πρόσωπό σου πρόσφορο. Μόλις γέλασα.
Μι.
Μην σταματάς να με μαγεύεις, να με ξαφνιάζεις, να με εμπνέεις.
Νι.
Ναι.
Ξι.
Ξύπνα με, μην κοιμηθώ, και χάσω τ'όνειρο.
Όμικρον.
Όταν οι πράξεις απέχουν από τις θεωρίες, κι όταν οι αγάπες απέχουν από τους έρωτες, υπάρχει μια συνταγή, δοκιμασμένη ή μη, νόστιμη ή μη, που λέγεται αλήθεια. Αν όντως είναι κάπου στην μέση, όπως ακούγεται, θέλω να την δοκιμάσω κι ύστερα να επιλέξω την όχθη που θα με ξεκουράσει ή θα με διαφεντεύσει.
Πι.
Πιστεύω στην ανθρώπινη δημιουργία. Πιστεύω στην μουσική και στην σιωπή. Πιστεύω στην αόρατη κλωστή που ενώνει κάποιες ψυχές. Πιστεύω στις λέξεις που κρύβονται και κρύβουν. Πιστεύω στο άρωμα των λουλουδιών την άνοιξη, στην παγωνιά του χιονιά τον χειμώνα, στο χρώμα του καθαρού ουρανού στις επαρχίες. Πιστεύω στον πόνο που προέρχεται από αγνά συναισθήματα. Πιστεύω στην παιδεία, στην φαντασία, στην ξεγνοιασιά, στην μοιρασιά της ζωής ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, στο πάθος, στην απεξάρτηση, στην επιθυμία. Πιστεύω σε μας. Πιστεύω στην καρδιά μου.
Ρο.
Ρίσκο που δεν αξίζει τον κόπο, υπάρχει;
Σίγμα.
Σ'αγαπώ.
Ταυ.
Τρέμω τα ψέμματα. Τρέμω στην θέα ενός συγκεκριμένου εντόμου, του οποίου τρέμω να προφέρω το όνομά του. Τρέμω την απουσία σου όσο δημιουργική κι αν γίνει. Ας μην ξαναγράψω. Τρέμω την ιδέα της φυλάκισης ενός αθώου, της κάθε μορφής φυλάκισης του κάθε μορφής αθώου. Τρέμω όταν το παρελθόν επιστρέφει να με στοιχειώσει. Τρέμω και στο κρύο μερικές φορές.
Ύψιλον.
"Υψίστης σφαλείας όνειρα κάτω από καθεστώς εξέγερσης Μορφεο-αγκαλιασμένων επαναστατών" θα ήταν σαν να λέμε "Έρως ανίκατε μάχαν"!
Φι.
Φιλί στο στόμα.
Χι.
Χρόνος που δεν σκορπάει και δεν ενώνει δεν είναι χρόνος. Δεν τα πήγαινα ποτέ καλά μαζί του και απέφευγα να συναναστραφώ. Έλα όμως που σε αυτές τις περιπτώσεις ο γνωστός-άγνωστος ξενοδόχος έχει άλλα σχέδια. Σου χτυπάει το κουδούνι ή μπουκάρει πριν προλάβεις να ντυθείς και σε πετάει έξω από το δωμάτιο; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως η μηχανή του χρόνου θα έλυνε τις διαφορές μας.
Ψι.
Ψάξε λίγο πιο προσεκτικά.
Ωμέγα.
Ωραια λοιπόν! Θα μου χαρίσεις αυτό το ταξίδι;
Ναι, σε σένα μιλάω.
..


[ You leave me breathless when you close the door
It feels just like you took the air out of the room with you
]


Αφιερώνω το μικρό Αλφάβητο της ζωής μου σε σένα.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Swimming or Sinking...


Αγαπημένα μου μάτια,

...πάει καιρός από την τελευταία φορά που επέτρεψα στις λέξεις μου να βυθιστούν και να κολυμπήσουν γυμνές μέσα στο αίμα σου. Ξέρεις, εκείνες που δεν αρέσκονται στις αντικανονικές προσπεράσεις, και στις υπόγειες διαβάσεις περνούν με βήμα ταχύ, χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Στο μυαλό τους, τέρατα ανθρωπόμορφα γλείφουν τα χνάρια που αφήνουν τα πόδια τους στην άσφαλτο. Γι αυτό δεν κοιτάζουν πίσω και σαν βγουν στην επιφάνεια, φοράνε το ωραίο τους χαμόγελο και ξεκινάνε την βόλτα τους απο το χαρτί μέχρι τον αέρα, για να σαγηνεύσουν... Ακόμα δεν τους έχει πει κανείς ότι η σιωπή δεν είναι εχθρός τους. Ίσως και να είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί τους, αλλά να μην το έχει συνειδητοποιήσει ακόμα, ή κι ακόμα πιο απλά να διστάζει να το παραδεχθεί.

Πάει καιρός λοιπόν κι έτσι σου γράφω στο τέλος αυτού του Οκτώβρη, για να προλάβω τον χειμώνα που έρχεται. Εδώ είναι καλοκαίρι ακόμα. Ένα περίεργο καλοκαίρι, όπου άλλοι φορούν μακρυμάνικα, άλλοι κοντομάνικα. Άλλοι τρέπονται σε φυγή εξαιτίας του κρύου και άλλοι εξαιτίας της ζέστης. Θέμα επιλογών είναι και αυτό, άλλωστε. Όπως η ζωή. Όπως εγώ, όπως κι εσύ. Τί λες λοιπόν; Κρουαζιέρα στον Ισημερινό ή βαρκάδα σε κάποιον από τους Πόλους;

Πως κυλάει η ζωή σου; Εδώ όπως τα ξέρεις. Σήμερα ακούμπησα στα χείλη μου μια γεύση που ταξίδεψε μαζί μου πάνω από τα σύννεφα πριν από 8 περίπου μήνες, για να προσγειωθεί στο στομάχι μου. H επιγραφή της συσκευασίας αναφέρει πως το ρόφημα αποτελείται από διάφορα συστατικά. Ωραία η ποικιλία στις αισθήσεις και γόνιμη για την καταπολέμηση της μελαγχολικής αντίδρασης. Φαντάσου να κερδίζεις χρόνο ζωής, όπως λένε εκεί στην ανατολή, κάθε που δοκιμάζεις μια νέα γεύση; Διατηρείς το πνεύμα σε εγρήγορση, όπως με την εκμάθυνση ξένων γλωσσών, με τα ταξίδια, με τους αγώνες, με τον έρωτα.

Δεν νομίζω ότι έχω αλλάξει πολύ, τελευταία. Λες να έχει διαρρεύσει το μυστικό ότι οι άνθρωποι εν τέλει δεν άλλάζουν και να τα έχουμε παρατήσει; Εξελίσσονται όμως... είτε "τουλάχιστον" είτε "το πολύ". Γι αυτό δεν γουστάρω να μάθω για το μέλλον. θέλω να με εκπλήξει η στιγμή. Θέλω να συνεχίσει να με ξαφνιάζει κι εγώ να την ερωτεύομαι πιο πολύ, αν γίνεται πιο πολύ... Κατά τα άλλα, μάλλον καλά. Ακόμα δεν έχω βρει κάποια νέα αγαπημένη ταινία, ούτε αλλη αγαπημένη μουσική. Συνεχίζω να επιθυμώ να φύγω από την χώρα. Αλήθεια, εσύ που βρίσκεσαι αυτόν τον καιρό; Επέτρεψες σε κορμί και σάρκα να συναντηθούν ή όχι ακόμα; Αναρωτιέμαι συχνά αν αυτό είναι ένα ειδος αυτοτιμωρίας, ή αυτοεξορίας. Τί σημασία έχει όμως; Αν περνάς καλά, μην μασάς.

Σκεφτόμουν τις προάλλες πως όταν με ρωτούσαν όταν ήμουν μικρός, τί θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, δεν απαντούσα τίποτα. Αν κάποιος με ρωτούσε τώρα, πάλι δεν θα απαντούσα. Μονάχα που τώρα συν τις άλλοις θα χαμογελούσα. Η τέχνη του χαμόγελου είναι σαν την τέχνη του κολλάζ. Μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά πράγματα είτε για τον πομπό είτε για τον δέκτη... Μπορεί όμως να μην σημαίνει και απολύτως τίποτα. Γι αυτό με εξιτάρει ένα χαμόγελο. Μπορεί να με καθυσηχάσει, να με αφήσει αδιάφορο ή χωρίς αυδό. Και τότε είναι που δεν με νοιάζει αν έχω φύγει από την χώρα, αν εξελίσσομαι, αν αξίζω τον κόπο, αν με θέλει. Μου αρκεί εκείνο το χαμόγελο. Βρήκα κι ένα νέο παιχνίδι που λες! Ενεργοποιώ το smile detection και η φωτογραφία βγαίνει μόνο όταν ο "στόχος" χαμογελάει...

...πάει καιρός από τότε που μαγείρεψα τις πειραματικές μου σάλτσες, που φόρεσα την αθλητική μου περιβολή και βγήκα για τρέξιμο, από τότε που αιφνιδίασα τα χείλη μου με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα, από τότε που έγραψα ένα τραγούδι κι άκουσα το αμυδρό χειροκρότημα, από τότε που κοιμήθηκα σε άλλο κρεββάτι... Λέω λοιπόν να κολυμπήσω πάλι πριν αισθανθώ τα νερά να αλλάζουν ροή και αρχίζω να βυθίζομαι. Πετάω στην άκρη το σωσίβιο και αφήνομαι στην δύναμη των χεριών και των ποδιών μου να με κρατήσουν στην επιφάνεια.

Τί άρωμα φοράς; Ρωτάω γιατί κάτι φθάνει στην μύτη μου και υποψιάζομαι ότι είσαι εσύ. Έλα. Μην στέκεσαι. Έλα να κοιμηθούμε μαζί. Μπορεί να είναι ακόμα καλοκαίρι αλλά τις νύχτες έχει ψύχρα. Ο ιδρώτας ξαφνκά παγώνει στο κορμί σου και αρρωσταίνεις. Είναι σαν να πλένεις το αυτοκίνητο και μετά να πιάνει βροχή, σαν να πηγαίνεις να στήσεις το τελευταίο κομμάτι του ντόμινο και να σε πιάνει τρέμουλο, σαν να βάζεις παραμόρφωση στην κιθάρα, καθόλου μόρφωση στο μυαλό, sustain στο μικρόφωνο και χρώμα στην γραμματοσειρά. Τί χρώμα προτιμάς;

Με έχουν κουράσει όλες αυτές οι οικονομικές τρομολαγνείες, οι καθιζήσεις σωμάτων, η απουσία πνευμάτων και η πλυμμήρα οινοπνευμάτων. Προτιμώ το μεθύσι που μπορεί να μου προκαλέσει άμεσα ένα σου άγγιγμα, μια εικόνα που μπορεί να σου κόψει την αναπνοή. Εμείς οι άνθρωποι όσο διαφορετικοί και αν είμαστε μεταξύ μας, μοιάζουμε τόσο μα τόσο πολύ. Είμαστε όντα που θυμίζουν αλφάβητα διαφορετικών γλωσσών. Με κεφάλι το ερωτηματικό και κορμί το θαυμαστικό. Όσο για τα αποσιωπητικά, τα αφήνω να στέκονται κάτω από τα αυτιά σου και την μύτη σου. Σαν σκουλαρίκια φτιαγμένα μόνο για σένα.

Σε αφήνω τώρα, να ξεκουραστείς. Περιμένω σύντομα νέα σου. Πριν αλλάξουμε τον κόσμο θέλω να τραγουδήσουμε a capella και να κάνουμε έρωτα.

Στην υγειά της γενναιότητας, της ειλικρίνειας, της ασφάλειας, της αγκαλιάς, της εμπιστοσύνης, του δυναμισμού, της καθαρότητας, της αξιοπρέπειας, της αυτοπεποίθησης, της επικοινωνίας, της πίστης, της βόλτας, του ιπποτισμού, του ερωτισμού, του γέλιου, της υπομονής, της επιμονής και του πάθους! Στην υγειά μας!

Καληνύχτα.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Βρεγμένα χείλη


-Πως πέρασες την ημέρα σου;
-Δεν την πέρασα.
-Δηλαδή;
-Εκείνη πέρασε από πάνω μου. Με ξύπνησε απότομα το πρωί με ένα δυνατό σφύριγμα στα αυτιά μου κι ύστερα δρόσισε απότομα το δέρμα μου.
-Κάτι σαν ξαφνικό αεράκι;
-Κάτι σαν ανεμοστρόβιλος.
-Σε πήρε και σε σήκωσε δηλαδή.
-Κάπως έτσι.
-Και μετά;
-Αφέθηκα.
-Και που σε πήγε;
-Το πρωί στην Άπω Ανατολή, το μεσημέρι στην Άγρια Δύση και το απόγευμα στην γη του Πυρός.
-Και τώρα;
-Με γύρισε πίσω μετά το ηλιοβασίλεμα και με ξάπλωσε στον καναπέ. Ακόμα εδώ είμαι. Διψάω αλλά δεν έχω σηκωθεί ακόμα να βρέξω τα χείλη μου.
-Σήκω, πιες νερό, ρίξε κάτι πρόχειρο επάνω σου και πάμε μια βόλτα.
-Αν θέλεις έλα εσύ από εδώ.
-Γιατί να έρθω; Μπορεί να θελήσω να εμφανιστώ σαν τροπική καταιγίδα και να σε πάρω μαζί μου την νύχτα που έρχεται.
-Αν μπορείς να έρθεις σαν βοριάς τότε είσαι καλοδεχούμενος.
-Μπορώ αλλά δεν θέλω.
-Να ρωτήσω γιατί;
-Αν ανατριχιάσεις στο άγγιγμά μου, προτιμώ να είναι από επιθυμία κι όχι από παγωνιά.
-Και προτιμάς να μην έρθεις καθόλου;
-Προτιμώ το «θέλω» από το «θα ήθελα».
-Μακάρι να ήξερα τι να σου πω.
-Ξέρεις, αλλά μήπως τελικά φοβάσαι να βρέξεις τα χείλη σου όχι με νερό μα με το σάλιο σου; Φοβάσαι να υγράνεις την δίοδο της αναπνοής σου και την έξοδο των λόγων σου; Φοβάσαι να ρισκάρεις να επιτρέψεις σε δυο άλλα χείλη να ταξιδέψουν από την Άπω Ανατολή του δέρματός σου και την Άγρια Δύση των φιλιών σου μέχρι την γη του Πυρός του οργασμού σου;
-Τι εννοείς;
-Σε θέλω κι ας φοβάσαι, κι ας λυπάσαι, κι ας χαίρεσαι, κι ας ξυπνάς, κι ας κοιμάσαι. Σε θέλω. Αυτό εννοώ.

Είναι άραγε ο μόνος φόβος του ανθρώπου εκείνος του θανάτου, όπως είχα διαβάσει κάποτε, ή υπάρχουν διάφορα είδη; Είναι άραγε η μοναξιά η μόνη αξία, ή και αυτό είναι ακόμα μια δικαιολογία για να κοιμάται κάποιος μόνος του και να κάνει πως δεν το νοιάζει; Κάποτε κάποιος μου είπε πως κάπου κάνουμε λάθος και πως δεν μπορεί να τα ρίχνουμε όλα στην ζωή για το χρώμα της ψυχής μας. Είχε δίκιο, Φυσικά και είχε δίκιο. Είχε δίκιο και όταν μου είπε πως δεν αρκεί κάποιος να είναι «καλό παιδί» αλλά που και που να είναι «παιδί». Ένα παιδί που δεν φοβάται να εκφράσει την επιθυμία του και να την διεκδικήσει, να εκφράσει την όποια απορία του και να την λύσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο θάνατος ο μόνος φόβος, ίσως είναι ο μόνος που δικαιολογείται. Όλοι οι υπόλοιποι κάνουν απλά παρέα στην μοναξιά του και στην εκούσια απουσία του από τις επαναστάσεις του νου και της σάρκας του.

Ξεθάβω ετούτη την στιγμή όσον αυθορμητισμό έχει μείνει στα σπήλαιά μου. Κάνω χρήση της πρότερης εμπειρίας μου να ψάχνω νερό κάτω από την άμμο τα παλιά καλοκαίρια και να ξεχιονίζω δρόμους τους χειμώνες. Ίσως με βρεις μελαγχολικό, ίσως κυνικό, ίσως ερωτεύσιμο, ίσως απλά αδιάφορο.

Αν η ζωή ήταν ακουαρέλα, θα αγόραζα τα ακριβότερα χρωματιστά μολύβια της αγοράς και θα σχεδίαζα έναν κήπο με σαρκοφάγα φυτά στον περίγυρο. Στην ανατολική του πλευρά θα έβαζα μια λίμνη με μαύρους κύκνους και πάπιες mandarin στην επιφάνειά της και στην δυτική δυο αιώρες πλεκτές από μετάξι. Μια για μένα και μία για σένα. Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι θα ένωνε τον βορρά με τον νότο του κήπου. Αριστερά και δεξιά από το μονοπάτι θα υπήρχαν πικροδάφνες και κερασιές με αρκετές αμανίτες ανάμεσα. Στον νότο θα δέσποζε έναν περιποιημένος πλινθόκτιστος λάκκος με φίδια και στον βορρά ένας καταρράκτης που θα τροφοδοτούσε την λίμνη με νερό και ψάρια. Στον ουρανό κοράκια και χελιδόνια θα γιόρταζαν τις εποχές.

Η ζωή όμως δεν είναι ακουαρέλα. Λες να μπορεί να γίνει; Έστω ένα μικρό μπλοκάκι σημειώσεων…

Αφήνω, λοιπόν, την πιο κάτω σημείωση κι έπειτα θα κόψω το χαρτί, θα το διπλώσω προσεκτικά στα τέσσερα και αφού τρυπώσω κρυφά και αθόρυβα, θέλω να ελπίζω, στο δωμάτιό σου, θα το βάλω κάτω από το μαξιλάρι σου. Πριν φύγω θα ριψοκινδυνέψω να σε ξυπνήσω με ένα φιλί στο πόδι σου που δραπέτευσε κάτω από την κουβέρτα…

« Γεια σου. Λένε πως αν έχεις υπομονή και επιμονή μπορείς να παραβιάσεις την κλειδαριά του παρόντος χωρίς να χρειαστείς κλειδί. Λένε, επίσης, πως, μάλλον, δεν υπάρχει καν κλειδί. Λένε πως οι «ξέγνοιαστες μέρες» βρίσκονται ακριβώς εκεί μέσα, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Τι λες, λοιπόν, να το δοκιμάσουμε; Κάτι μου λέει ότι αν θελήσουμε να κοιτάξουμε από το παράθυρο, αυτό που θα δούμε θα μοιάζει σε «γιορτή λευκής νύχτας». Δεν θέλω να σε απασχολήσω πολύ, μονάχα κάτι ακόμα. Λένε πως αν μπεις μέσα, η πόρτα κλείνει πίσω σου, αλλά αυτό δεν σε τρομάζει καθόλου. Απίστευτο ε; Κι όμως, δεν αξίζει μια απόπειρα; Κάτι σαν δολοφονία του φόβου και απεξάρτηση από το «δεν ξέρω». Ελευθερία κινήσεων, δημοκρατία πράξεων, αναρχία επιλογών…

Καλή συνέχεια στον ύπνο σου και δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Μορφέα.

Α! έμεινε ένα ψίχουλο αυθορμητισμού ακόμα… Ας το μαζέψω με τα δάχτυλά μου κι αυτό…


Σε θέλω. Θέλω να γευτώ κάθε σημείο του γυμνού σου κορμιού. Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί μαζί σου.»

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

view-master

[ photo: love is by dodoy ]

Ήταν Κυριακή. Τα σύννεφα σαν ένα αφρώδες έμβολο πίεζαν τον αέρα προς το έδαφος. Ο άνεμος έδινε την αίσθηση της δροσιάς που κυκλώνει και αγκαλιάζει την φθινοπωρινή αναπνοή. Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας είχε αγγίξει σαν σοκ το δέρμα, σαν ξαφνική μικρή αφύπνιση από έναν θερινό λήθαργο, από μία ζεστή χαλάρωση. Η υγρασία είχε υποχωρήσει και τώρα μεταμορφωμενή κυλούσε στα τζάμια των αυτοκινήτων σαν σταγόνες βροχής. Σταγόνες που ακόμη μια φορά δεν θα εκπλήρωναν το χρέος τους, να ενωθούν με άλλες σταγόνες και να κυλήσουν μέχρι το πρώτο επιπεδο. Ένας υαλοκαθαριστήρας θα σταματήσει απότομα το παιχνίδι τους και την αναπαραγωγή τους, μετατρέποντάς τες σε ένα απότομο μικροσκοπικό ρυάκι εκεί στις άκρες.


Ήταν Κυριακή. Ο μελαγχολικός Σεπτέμβριος είχε χρόνια να φανεί από τα μέρη μας. Κάθε που εισπνέω και νιώθω την μύτη μου λίγο πιο παγωμένη, θυμάμαι εικόνες που κατακλύουν τις αισθήσεις μου. Είναι φορές που αισθάνομαι πως κοιτάζω μέσα από ένα καλειδοσκόπιο με μια μικρή τρύπα στην άκρη, μια ατέλεια ίσως, που αφήνει το παρόν να εισχωρήσει. Είναι φορές που κάθομαι αναπαυτικά στα μαξιλάρια του νου μου και απολαμβάνω τις στερεοσκοπικές απεικονήσεις που μου προσφέρουν οι 120 μοίρες, τις στερεοφωνικές ακροάσεις που μου μου χαρίζουν τα 110 decibel και τις στερεοτυπικές επιβιώσεις. Τις τελευταίες όσο και να τις πετάω στα σκουπίδια, βρίσκουν το τρόπο και επανεμφανίζονται ανανεωμένες με νέο χτένισμα και αδιάβροχο μακιγιάζ. Πόσο όμορφη είσαι χωρίς μακιγιάζ...

Ήταν Κυριακή. Έμενε ξαπλωμένη για ώρες στο κρεββάτι της. Είχε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, από το πρωί. Όσο έπεφτε ο ήλιος η ψύχρα γινόταν όλο και εντονότερη. Είχε σκεπαστεί με μια λεπτή μάλλινη κουβέρτα κι είχε το βλέμμα της καρφωμένο προς τον ουρανό έξω, όσο της επέτρεπαν η τέντα, τα κάγκελα και η απέναντι πολυκατοικία.. Ήθελε πολύ να σηκωθεί και να την κλείσει μα δεν το έπαιρνε απόφαση. Επάνω στο στήθος της ήταν ακουμπησμένο το βιβλίο που όταν το διάβασε πριν χρόνια, είχε νιώσει πως της άλλαξε την ζωή. Τώρα, δοκίμασε ξανά μια δεύτερη ανάγνωση. Τίποτα. "Ούτε κρύο, ούτε ζέστη", σκεφτόταν. Μα πως είναι δυνατόν κάτι που της άλλαξε την ζωή πριν μερικά χρόνια, τώρα να μην της λέει απολύτως τίποτα; "Είναι, φαίνεται, σαν τους ανθρώπους...", μονολόγησε την στιγμή που το έκλεισε και το ακούμπησε στο πάτωμα.

Η μπλε ώρα είχε κυκλώσει για τα καλά το δωμάτιο. Εκείνη καθιστή στο πάτωμα, δίπλα στο βιβλίο. Η μπαλκονόπορτα ακόμα ανοιχτή. Παιδικές φωνές πότε ανέμελες, πότε αγχωμένες, από απέναντι έμπαιναν και κρυβόντουσαν μέσα στα μαλλιά της. Ενήλικες φωνές που άλλες σταματούσαν στο περβάζι κι έπειτα βουτούσαν στο μωσαικό της βεράντας, χρωματίζοντάς το με ακόμα περισσότερα χρώματα, και άλλες τράνταζαν την νηνεμία του κόκκινου τσαγιού μέσα στην πορσελάνινη κούπα που κρατούσε στα χέρια της. "Αύριο πρέπει να πάω και πάλι για δουλειά", σκέφτηκε. "Αύριο πρέπει πάλι να αλλάξω τα ρούχα μου και να φορέσω την ευχάριστη φωνή μου".

Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ λευκού με μαύρο, σαν μελωδία του Einaudi, σαν εκτόξευση αντιβαλλιστικού πυραύλου, σαν την αυτοκαταστροφή του. Αν μπορείς ερωτεύσου την. Αν θέλεις ξεγύμνωσέ την και φίλησέ την απ'άκρη σ'άκρη. Αναζήτησε στους πόρους της πόσο διαφέρει εν τέλει η ηδονή από την οδύνη, πόσο απέχει το cartoon από την ζωή, πόσο διονυσιακά μπορούν να είναι κάποια βήματα και πόσο αστραφτερά κάποια κοσμήματα. Σήκω από το κρεββάτι σου κι αν κρυώνεις ή βγες έξω ή κλείσε την πόρτα. Μην αλλάξεις τα ρούχα σου αύριο και μην ξαναψάξεις την αλλαγή μέσα απ΄το παλιό σου βιβλίο. Άραγε, σου άλλαξε την ζωή; Πόσο κράτησε στον χρόνο εκείνη η αίσθηση που σε τύλιξε με την τελευταία τελεία; Έτσι είναι η Κυριακή. Σαν κολλάζ παρουσίας και απουσίας. Έτσι είναι και ο Σεπτέμβριος. Επέστρεψαν οι κάτοικοι της πόλης και την ξαναέστρεψαν εναντίον τους. Μην ανοίγεις την τηλεόραση. Αγόρασε απλά έναν ιονιστή αν θέλεις κάτι να σου ρουφάει την σκόνη από τον αέρα. Πόσα "μην", πόσα "δεν και πόσα "θα" είπα πάλι; Ξέχασέ τα όλα.

Τα ξέχασες;

Νύχτωσε. Σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα. Σήκωσε το βιβλίο από το πάτωμα και το έβαλε στο τελευταίο συρτάρι της βιβλιοθήκης. Μουρμούρισε μια αυτοσχέδια μελωδία και ήπιε την τελευταία γουλιά τσάι. Γύρισε το βλέμμα της και το άφησε να χαθεί στην αφίσσα του τοίχου. Όταν την είχε αγοράσει ήξερε πιο μέρος απεικονίζει. Τώρα πια όχι. "Μια μέρα θα φύγω από εδώ", είπε. "Μια μέρα...". Άνοιξε το πορτατίφ και ακούμπησε τα βλέφαρά της στο view-master. Ένα χαμόγελο γεννήθηκε στα χείλη της ενώ κοιτούσε με τα όλόδικά της μαγικά "κυάλια" κατευθείαν στο όνειρο, στο παραμύθι, στο διάστημα, υψώνοντας το δικό της ανάστημα. Το σώμα της ξύπνησε στριφογυρίζοντάς την σαν μπαλλαρίνα γύρω από τον εαυτό της, γύρω από το σύμπαν της.

Είναι όμορφα εκεί. Είναι ζεστά. Θα με πάρεις μαζί σου;

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

It's twenty hours


Αρκεί μια σταγόνα για να ξεχειλίσει ένα ποτήρι, μια λέξη για να σπάσει η σιωπή ή… ο πάγος, μια βροχή για να μυρίσει χώμα, ένα απαλό αεράκι για να στριφογυρίσει ο ανεμόμυλος κάτω από την τέντα, ένα χάδι για να ανατριχιάσει το δέρμα και να δια-ταραχτεί ο ρυθμός της αναπνοής. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με κεραυνό που δημιουργεί ηλεκτρικά φαινόμενα από τα κάγκελα του σπιτιού μέχρι τα δέρματα που αγγίζονται τυχαία ή δήθεν τυχαία... μοιάζει όμως και με το πρώτο άνοιγμα του κλειστού λουλουδιού για να αφιερώσει το απόκρυφο εσωτερικό του στο φως του ήλιου και στο ακόρεστο βλέμμα... μοιάζει με τον οργασμό, με τον ταυτόχρονο οργασμό που μπλέκει τις αισθήσεις με το χάος και τον ιδρώτα με την κουνταλίνι.


Αρκεί ένας αριθμός για να σε κάνει να υψωθείς πανηγυρίζοντας, ένα βλέμμα για να ερωτευτείς ή τουλάχιστον να νομίσεις ότι ερωτεύτηκες, μια απόφαση για να επαναστατήσεις, ένα χτύπημα τηλεφώνου για να αισθανθείς ανακούφιση ή ταραχή. Εκείνη η στιγμή μοιάζει με το υγρό πυρ, τόσο ανεξήγητο μα και με τόσες εξηγήσεις... μοιάζει με την πρώτη πτήση του πουλιού από την φωλιά αλλά και με την πρώτη δική σου πτήση με αεροπλάνο... μοιάζει με βόλτα ίσως και με φαγητό που μπλέκει το κάρμα με το μαγείρεμα και την μουσική με το πλύσιμο των πιάτων... μοιάζει με φιλί που περιμένεις υπομονετικά να φτάσει και στα απέναντι χείλη...

Κάτι τέτοιο αναζητώ κι εγώ, μαζί σου. Αρκεί να στέκομαι δίπλα σου και αμέσως βουλιάζω βαθιά στο έδαφος για να φυτρώσω ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, ενώ με κοιτάς, και για να ανθίσω, ενώ με αγγίζεις. Άλλωστε, το είπαμε, η αγάπη είναι σαν το φιλί της ζωής... Ξαπλώνεις για ταβανοθεραπεία και βρίσκεσαι ξαφνικά σε σκουληκότρυπα να ταξιδεύεις, χωρίς να χρειάζεσαι χρήματα, από πλανήτη σε πάλσαρ, από την ζάχαρη στο αλάτι, από την κορυφή ως τα νύχια...

Γιατί φοβάσαι;

Σκέψου πως για μια μόνο φορά το ασανσέρ δεν θα σταματήσει στον τελευταίο όροφο και πως θα ανέβει λίγο πιο πάνω. Τι θα δεις αν ανοίξει η πόρτα; Είναι η υπερβορεία, ο παράδεισος, η κόλαση, ή απλά η ταράτσα; Αρκεί να βγεις έστω για εκείνη την μοναδική φορά. Αυτό που βλέπεις από μακριά είναι η ραφλέσια ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο; Θα καταλάβεις από την μυρωδιά. Είναι σκιάχτρο εκείνο στην γωνία ή ο μικρός πρίγκηπας; Θα καταλάβεις αν πλησιάσεις. Δεν χρειάζεται να γεράσεις για να καταλάβεις.

Μη φοβάσαι. Όπου κι αν ξεχνιέσαι, είτε ταξίδι αστρικό είναι αυτό, είτε ταξίδι με μετρό, μην φοβάσαι. Τι νόημα έχει η συννεφιά χωρίς βροχή; Για μένα δεν έχει.

Αρκεί μια στροφή γύρω από τον άξονά σου για να νυχτώσεις και να ξημερώσεις ξανά, μια αλλαγή στο σταυροπόδι για να νιώσεις ξεκούραση, ένα δώρο να δώσεις ή να δεχθείς για να νιώσεις ξεχωριστός άνθρωπος. Αρκεί μια επιθυμία για να μην συμβιβάζεσαι. Αυτή η στιγμή μοιάζει με ηχείο σε τέρμα ένταση στο όριο για να καεί… μοιάζει με φρεσκοβαμμένο τοίχο στο νέο σου σπίτι… μοιάζει με ηλιοβασίλεμα και με ανατολή… μοιάζει με χιονοπόλεμο, με κάστρα στην άμμο, με πετσέτα που πέφτει ενώ βγαίνεις από το μπάνιο, με πόλη που διασχίζεται από ποτάμι… μοιάζει με σένα.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Card-Postal

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Ίσως γιατί δεν είχα τι να σου πω. Ίσως γιατί είχα περισσότερα να πω από όσα θα μπορούσα να γράψω. Λένε πως μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Επιχείρησα, λοιπόν, να σου αποστείλω μια κάρτα. Διάλεξα ένα όμορφο τοπίο που μου έμοιαζε με ζωγραφιά, ειδικά κάτω από το φως της έκλειψης, κι έπειτα την στόλισα με κάμποσες λέξεις στην πίσω της επιφάνεια. Όταν είχα ολοκληρώσει με επιτυχία το έργο μου μέτρησα τις λέξεις και τις βρήκα 67. Ήταν εκείνη την στιγμή, μάλλον που αποφάσισα να μην αγγίξω με την γλώσσα μου την κόλλα του λευκού φακέλου. Όχι για να μην κινδυνεύσω να την πληγώσω με μια απότομη, ίσως, κίνηση, μα γιατί το 67 μου έμοιαζε τόσο λίγο μπροστά στο 1000. Έτσι έβγαλα από τον κόπο και την γλώσσα μου. Η κάρτα κοσμεί τώρα το τζάμι της πόρτας που χωρίζει το hall από το σαλόνι. Με δύο κινήσεις μπορώ, τώρα, να προσθέσω ή να αφαιρέσω 933 λέξεις. Απλά επιλέγω πλευρά και ανοίγω ή κλείνω την πόρτα.

Πόσο θα ήθελα με παρόμοια ευκολία να μπαίνω και να βγαίνω σε ένα όνειρο. Τόσο απλά, σαν να ανάβω τσιγάρο, σαν να βάζω μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου μου, σαν να αναπνέω. Κι ύστερα να πάψω να θέλω να ονειρεύομαι και να πείθω τον εαυτό μου αποφασιστικά, ίσως και λίγο κυνικά, πως η ζωή είναι ένα όνειρο που μέρα νύχτα το γεύομαι. Σε είδα στον ύπνο μου χθες. Δεν το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ. Γιατί έπρεπε να ξυπνήσω πρώτα για να το συνειδητοποιήσω; Απογοήτευση το λένε αυτό το συναίσθημα που βουλιάζει το αγκίστρι του στον λάρυγγα και όσο επιδέξιος κι αν είσαι, δεν μπορείς να το βγάλεις, όταν ξυπνάς μετά από ένα τόσο ζωντανό όνειρο και δηλώνεις ξάστερα την επιθυμία σου να μην είχες ξυπνήσει; Ίσως. Ίσως να το λένε και απάτη.

Έχω ένα κίτρινο φεγγάρι κρεμασμένο στον δυτικό τοίχο. Ανάβει με διακόπτη. Σβήνει με διακόπτη. Το είχα αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας πριν χρόνια. Από τότε λούζει απάτες και αγάπες με φως όπως ακριβώς ένα ακριβό σαμπουάν, εμποτισμένο με αιθέρια έλαια, λούζει το κεφάλι με άρωμα. Το άναψα χθες μόλις ξύπνησα. Χασμουρήθηκα δυνατά. Κάποτε κάποιος είχε πει πως όταν ο άνθρωπος χασμουριέται, δεν είναι γιατί νυστάζει, μα γιατί πεινάει. Για ποια πείνα να εννοούσε άραγε;

Ήθελα να σου γράψω μέρες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα. Πώς κυλάει η ζωή σου; Εδώ, τα ίδια. Όπως τα ξέρεις. Δουλειά, σπίτι, ζέστη. Τα γνωστά. Άδεια η πόλη ακόμα. Εύκολο παρκάρισμα, τζιτζίκια που τραγουδούν μέχρι τα ξημερώματα, υψηλές ταχύτητες στους δρόμους, χαμηλές ταχύτητες στους παλμούς και αρκετή μουσική. Έκανα και μερικές βουτιές αλλά απέφυγα τα μακροβούτια αυτή την φορά. Σιγά σιγά η επιστροφή θα είναι πάλι γεγονός και για όσους φεύγουν και για όσους μένουν. Μην μου πεις ούτε για τον “κατεργάρη”, ούτε για τον πάγκο του. Δεν θέλω να ξέρω. Θα προτιμήσω την άγνοια ετούτη την φορά. Αλήθεια πάντοτε αναρωτιόμουν πώς να είναι αυτός ο πάγκος. Από τι υλικό να έχει κατασκευαστεί; Είναι γυαλισμένος με βερνίκι; Τι ύψος έχει; Είναι κατασκευασμένος για καθιστούς ή για όρθιους; Αλλά, είπαμε, μην μου πεις.

Η μέρα μικραίνει όσο περνάει ο καιρός και ο ήλιος αγγίζει την θάλασσα όλο και πιο αριστερά. Σε λίγο δεν θα μπορώ να το διακρίνω. Ένα ψηλό κτήριο θα μου κρύβει την θέαση. Το άγγιγμα εκείνες τις στιγμές θα σταματάει, για μένα, στην ταράτσα, στις κεραίες. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα όταν τα κοιτάζεις από άλλο σημείο, με άλλη αφετηρία, σε άλλη εποχή. Είναι κάτι σαν το χάδι πάνω σε ένα γυμνό σημείο του κορμιού. Είναι γυμνό το κορμί ή ντυμένο; Είναι κάτι σαν το αναποδογύρισμα του φλυτζανιού του καφέ, για να γεννηθεί ο χρησμός. Είναι κάτι σαν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που της χαρίζουν χρώμα τα μάτια που την κοιτάζουν. Θα ήθελα να δω το χρώμα του κόσμου που φωλιάζει στα μάτια σου. Πόσο κόκκινο είναι το δικό σου κόκκινο; Πόσο μαύρο το δικό σου μαύρο; Φαντάσου να μπορούσαμε να ρυθμίσουμε το contrast και να παγιδεύσουμε τα σύννεφα στην ισορροπία του δικού μας λευκού. Φαντάσου να ξάπλωνες επάνω στο ορθοπεδικό στρώμα της πραγματικότητας και να χάζευες μέσα από τρισδιάστατα βλέφαρα το περιβάλλον. Φαντάσου να μπορούσες να τα δοκιμάσεις όλα αυτά και τελικά η εικόνα να μην άλλαζε καθόλου. Λες να μην άλλαζε;

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τα σπλάχνα θα ήθελα να πληκτρολογώ και να ανακαλύπτω στους τόνους και στις παρενθέσεις, υφέσεις και διέσεις. Να γυρίζω πλευρό στο μαξιλάρι μου και να μην με νοιάζει το άνοιγμα να είναι πάντα από την δεξιά πλευρά. Να περνάω κάτω από τις αναμμένες λάμπες των δρόμων τις νύχτες και να ξέρω αν θα σβήσουν ή όχι. Να μην φοβάμαι να βουτήξω με τα ρούχα στο κύμα της πρώτης βροχής του χρόνου και να ξεθάβω από το σπασμένο πλακάκι στο μπάνιο έναν πολύτιμο θησαυρό. Να ματώνω και να μην πονάω, να γελάω πιο πολύ από το να χαμογελάω, να μην χτυπάω κάρτα στην είσοδο της δουλειάς και να μην ξεκλειδώνω την πόρτα για να μπω στο σπίτι. Να μην περιμένω τον χειμώνα το καλοκαίρι και να μην περιμένω το καλοκαίρι τον χειμώνα, να ζωγραφίζω σπιράλ μέχρι να τελειώσει το μελάνι. Να σε παίρνω από το χέρι και να πηγαίνουμε ατελείωτες βόλτες, να φωνάζω, να σωπαίνω, να κάνω έρωτα, να νιώθω έρωτα.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς το έδαφος θα ήθελα να βγάζω εισιτήριο χωρίς επιστροφή, για βελούδινα κι ακάνθινα και να μην αναρωτιέμαι γιατί. Να βγάζω εισιτήριο και να πηγαίνω να πιω παγωμένο τσάι στην είσοδο ενός igloo, να χορεύω tango μέσα σε μια ινδιάνικη σκηνή, να παίζω πιάνο κι εσύ να μουρμουρίζεις τα λόγια που δεν θυμάσαι. Να σε ξαναβλέπω να στέκεσαι γυμνή στην άκρη της γέφυρας και να μην μπερδεύω το παρόν με το παρελθόν. Να κάνω ηλιοθεραπεία για την θεραπεία και μόνο γι αυτήν, και να ξεκουράζομαι στο πάτωμα όπως τα πουλιά στον ουρανό. Να κλείνω το κινητό μου και να μην βιάζομαι να το ξανανοίξω, να θέλω εσένα, να θέλω εμένα. Θα ήθελα να πετούσα πέτρες επάνω στην επιφάνεια του νερού κι εκείνες να γύριζαν σαν μπούμερανγκ πάλι πίσω στα χέρια μου.

Με ένα τηλεσκόπιο στραμμένο προς τον ουρανό θα ήθελα να κάνω τις σπονδές μου να μοιάζουν με σπουδές και τα υστερόγραφα με card-postals, να λέω αλήθεια, να ζω σε παραμύθια, να χάνομαι για ώρες σε πλακόστρωτα στενά, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να μην χρειάζομαι πυξίδες και κλεψύδρες, να μην βαφτίζω την επιστροφή καταστροφή και αντιστρόφως. Να μην βιαζομαι, να σκοντάφτω, να μαγειρεύω αφού πεινάσω, να σου μαγειρεύω. Να μην μνημονεύω τελείες και παύλες και να μην αναρωτιέμαι αν “δυο λάμδα θέλει τώρα η Γαλλία ή ένα”. Να χαϊδεύω κάκτους, να ψάχνω άρκτους, να βρίσκω δύναμη, να απεγκλωβίζω αυτοπεποίθηση, να μην σε περιμένω.

Όνειρα γλυκά...

Υ.Γ. : Ήθελα να σου γράψω νύχτες τώρα, μα όλο το ανέβαλλα.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Libertad


Αφαίρεσε το θήτα από το καλοκαίρι κι αντικατέστησε το όμικρον με το ωμέγα. Τί έχεις; Σωστά. Προσέθεσε τώρα ένα μι στην αρχή και ξανακάνε την προηγούμενη αντικατάσταση ανάποδα. Τί έχεις; Ακριβώς. Πάρε αυτές τις δύο λέξεις και ακούμπησέ τες στην κορυφή ενός τόξου με τα χρώματα της ίριδας και περίμενε. Πάρε βαθιά εισπνοή, κράτησε την εκεί στα σπλάχνα σου για δέκα δευτερόλεπτα και ώθησε την αργή εκπνοή σου προς την κορυφή. Αν βρέχει ακόμα περίμενε λίγο γιατί μπορεί να μην πιάσει το πείραμα. Σταμάτησε; Όχι ακόμα; Περίμενε. Σταμάτησε; Ωραία λοιπόν, φύσηξε! Κύλησαν και οι δυο λέξεις προς την ίδια πλευρά ή όχι; Αν όχι κάνε όρεξη για το επόμενο τόξο. Αν ναι, τότε συγχαρητήρια. Να μια στιγμή ευτυχίας. Μην μου πεις αν η τσουλήθρα ήταν προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά. Δεν έχει στα αλήθεια σημασία. Αρκεί να προλάβεις να είσαι εκεί στους πρόποδές της, να πάρεις στην αγκαλιά σου τις δυο λέξεις και να τις εναποθέσεις στο έδαφος απαλά. Στάσου πάνω τους με τα δυο γυμνά σου πόδια και χαμογέλασε. Να άλλη μια στιγμή ευτυχίας. Βγάλε τώρα όλα σου τα ρούχα και ψιθύρισε μια μελωδία που αγαπάς, σαν μουρμουρητό. Σ’ ακούει κανείς; Αν όχι, μην σταματάς. Αν ναι, μην σταματάς. Η τρίτη στιγμή ευτυχίας δεν είναι φαρμακερή. Μην την φοβηθείς λοιπόν και ξελόγιασέ την. Άρχισε πάλι να βρέχει; Μην τυχόν και φύγεις από εκεί. Άλλωστε δεν φοράς ρούχα για να βραχούν.

Κουράστηκες από την ορθοστασία; Υπέροχα! Έφτασε ο κατάλληλος χρόνος για να βηματίσεις. Μην με ρωτήσεις προς τα πού. Άντε, ξεκίνα! Το ψιθύρισμα μην ξεχάσεις. Αναπόφευκτα θα διαμορφώνεται κατά την διάρκεια της μετακίνησης. Ας γίνει, λοιπόν, κραυγή… Ας γίνει σιωπή. Ξεχνιέσαι που και που και ξεγλιστράει από τα δόντια σου η γκρίνια; Μήπως δραπετεύει από τα ρουθούνια σου το ένρινο παράπονο; Κανένα πρόβλημα. Ντύσου. Ντύθηκες; Διάλεξε την αγαπημένη σου ταράτσα και ανέβα. Πρόσεξε, μην πας άκρη άκρη. Κοίτα μπροστά σου. Τι βλέπεις; Σου αρέσει αυτό που βλέπεις; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Αν ναι, άφησε το βλέμμα να χαθεί. Αν όχι, κλείσε τα μάτια και άκουσε. Μ’ ακούς; Δεν με νοιάζει να ξέρω. Μπα… ψέματα. Με νοιάζει.. Τι να την κάνεις την γκρίνια όταν μπορείς να αλλάξεις την οπτική γωνία θέασης; Τι να το κάνεις το παράπονο όταν μπορείς να αλλάξεις την ακουστική γωνία ακρόασης; Έλα, πάμε κάτω πάλι. Εντάξει, δεν θα μπούμε σε ασανσέρ. Από τις σκάλες θα κατεβούμε. Μα είχε στα αλήθεια ασανσέρ;

Πείνασες από τα πολλά πήγαινε έλα και τις αμπελοφιλοσοφίες που σου λανσάρουν οθόνες, χαρτιά και στόματα; Κι εγώ. Τι τραβάει η όρεξή σου; Ωραία, μόνο εκεί που θα πάς ας μην έχει μεγάλες τζαμαρίες. Τα παράθυρα μου φαίνονται πιο γοητευτικά. Σου ταιριάζουν περισσότερο. Συνόδευσε το φαγητό σου με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και για επιδόρπιο βήξε δυνατά. Τόσο δυνατά που να καλύψεις την μουσική που ξεστομίζουν τα κρυμμένα ηχεία πίσω από τις κουρτίνες. Τόσο δυνατά που η ταχυπαλμία σου να προκαλέσει δέος στον εγκέφαλό σου. Ύστερα, πιες την τελευταία γουλιά, που είχες αφήσει στο κολονάτο σου ποτήρι και καληνύχτισε με ένα κομψό χαμόγελο τον πολυέλαιο που απειλεί δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο την λεία επιφάνεια του εβένινου πιάνου, και αποχώρησε. Μην ξεχάσεις το πανωφόρι σου. Έχει δροσιά τις νύχτες. Τι έφαγες τελικά;

Γύρισε σπίτι τώρα. Μην ανάψεις πολλά φώτα. Δεν μπορείς χωρίς φώτα; Εντάξει, αλλά μην ανάψεις πολλά. Μην θυμώνεις με τον εαυτό σου που είχες ξεχάσει ανοιχτή την τηλεόραση. Απλά κλείστην. Βγάλε τα ρούχα σου πάλι με προσοχή όμως στην στιγμή ευτυχίας που την φοράς σαν πολύχρωμες κάλτσες στα άκρα σου. Ρίξε λίγο νερό στο πρόσωπό σου. Δεν νυστάζεις ακόμα και δεν βιάζεσαι να ονειρευτείς. Ακούς φασαρία πίσω από τον ανατολικό τοίχο; Τσακώνονται; Φοβούνται; Κάνουν έρωτα; Κοιμούνται; Γερνάνε; Τι χρώμα έχει ο τοίχος σου; Μην μου πεις. Μονάχα για εκείνον που κοιτάζει προς βορρά θα ήθελα να ξέρω. Κάνει πιο κρύο εκεί αλήθεια; Ωραία τότε. Πήγαινε και ακούμπησε με την πλάτη σου εκεί, σε ένα ελεύθερο σημείο. Αν δεν υπάρχει ανέβα στην πολυθρόνα, ή μπες κάτω από το τραπέζι. Άφησέ την να αγγίξει ξαφνικά, σαν ψυχρολουσία που θα ανατριχιάσει το δέρμα σου. Μείνε σε ακινησία για όσο χρόνο αντέχεις. Αν βοηθάει, βάλε άρωμα στους καρπούς και στον λαιμό σου. Τι ακούς; Τι; Ένα δυνατό γέλιο συντονίζεται με την ραχοκοκαλιά σου; Υπέροχα. Να μια στιγμή ευτυχίας. Χάσαμε το μέτρημα ε; Ε και; Χαμογέλασε. Μου χαμογελάς;

Ξάπλωσε τώρα ανάσκελα. Προτιμάς μπρούμυτα; Εντάξει τότε, όπως επιθυμείς. Μονάχα σκεπάσου τόσο όσο η θερμοδυναμική να κάνει την δουλειά της. Επέτρεψε στο σεντόνι σου να τείνει στο μείον άπειρο, το μαξιλάρι σου στο συν άπειρο και το κορμί σου στο μηδέν. Να μια στιγμή ελευθερίας. Μην τυχόν και βάλεις ωτοασπίδες. Ξέχασες να σβήσεις τον θερμοσίφωνα; Άντε πήγαινε, μα γύρνα γρήγορα. Βγάλε τον φελλό από τον αφαλό σου, πλάσε τον στα ακροδάχτυλά σου σαν πλαστελίνη, στόχευσε και εκσφενδόνισέ τον αναστενάζοντας οργασμικά και άναρχα σαν σπάνιο ανθρακούχο προϊόν. Να μια στιγμή επανάστασης. Αύριο μην ξεχάσεις να ασχοληθείς με την υγρασία στην οροφή όταν γυρίσεις από την δουλειά. Κοιμήθηκες; Μην μου πεις. Μ’ αγαπάς;

Σ’ αγαπώ.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Still learning

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Πρέπει να φύγω σε λίγο.
- Γιατί δεν μένεις απόψε;
- Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι και να μείνω, δεν θα αλλάξει κάτι. Το πολύ πολύ να με βαρεθείς πιο σύντομα.
- Τι είναι αυτά που λες; Γιατί να σε βαρεθώ;
- Γιατί καθώς κυλάει ο χρόνος, ο αέρας που αναπνέουμε θα μολύνεται λίγο λίγο από ανάσες, ιδρώτες και παύσεις.
- Μα η παύση δεν μολύνει.
- Όπως δεν φθείρει η αγάπη;
- Φυσικά και δεν φθείρει εκείνη. Εμείς την φθείρουμε. Με αγκίστρι μοιάζουν τα δάχτυλά μας όταν αγγίζουμε χωρίς να νιώθουμε. Προτιμώ τις παύσεις εκείνες τις ώρες. Καθαρίζουν το μυαλό και ελευθερώνουν. Σκέψου πόσο άβολα μπορεί να νιώσεις αν κάθεσαι με έναν άνθρωπο και δεν μιλάτε. Σκέψου όμως και πόσο ασφαλής μπορείς να αισθανθείς όταν πάψει όλο αυτό το άβολον του πράγματος… και όχι ως εκ θαύματος.
- Αν νομίζεις ότι είναι τόσο απλό, έλα να κάνουμε την άσκηση του καθρέφτη. Τολμάς;
- Δεν το περίμενα να μου το ζητήσεις.
- Αν μπορώ να το κάνω με έναν άγνωστο, τότε γιατί να μην μπορώ να το κάνω με σένα;
- Με μένα ε;
- Μονάχα κάτι. Αν βαρεθείς, μην μου το πείς. Απλά κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.
- Πάω να ανάψω κι ένα κερί, να καθυστερήσω την μόλυνση του αέρα.
- Έτσι θα την καλύψεις, δεν θα την καθυστερήσεις.
- Να βάλω μουσική;
- Τον λόφο της Marketa… στο repeat.
- Αν κουραστεις κατά την ανάβαση, κλείσε τα μάτια σου. Θα καταλάβω.

Play

Χαμογέλασαν κρυφά, λες και ήθελαν να κρυφτούν ο ένας από τον άλλον κι έβγαλαν όλα τους τα ρούχα. Έτσι, γυμνοί, ακίνητοι με καρφωμένα βλέμματα και χείλη σφραγισμένα, έμειναν εκεί για 4 λεπτά και 36 δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά το είδωλο που διέκρινε ο καθένας απέναντί του, θόλωνε μπροστά στις διασταλμένες τους κόρες. Άρχισε να μοιάζει σαν μια ακαθόριστη φιγούρα χωρίς πρόσωπο. Δεν υπήρχε πια το δωμάτιο. Είχε σκοτεινιάσει. Υπήρχαν μόνο οι δυο τους, ανέκφραστοι, βυθισμένοι ο ένας στα μάτια του άλλου. Προσπαθούσαν να διαβάσουν σκέψεις ή να διαγράψουν;

Στο τέλος της πρώτης αναπαραγωγής, ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά τους σχεδόν στο ίδιο δευτερόλεπτο. Οι φιγούρες καθάρισαν και το δωμάτιο ξαναφωτίστηκε.

Κουνούσαν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα κορμιά τους με κινήσεις αργές, αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον. Ο ένας ο καθρέφτης του άλλου. Πότε εκείνος αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων και πότε εκείνη. Συνέχισαν έτσι για 6 αναπαραγωγές. Στο ξεκίνημα της έβδομης έκλεισαν τα μάτια τους ταυτόχρονα, και φιλήθηκαν.

Ήταν Κυριακή λίγο πριν την μπλε ώρα. Έκανε ζέστη. Ανάσες, ιδρώτες και παύσεις “μόλυναν” τον αέρα.

Ένας καθρέφτης εγκόσμιος και ετερώνυμος έλκει έλη και παπαρούνες να διακοσμήσουν την κορνίζα όπως επιθυμούν ή νομίζουν ότι επιθυμούν. Σε παράταξη μάχης ή αντιπερισπασμού βουλιάζουν οι άνθρωποι για να μην παραδεχτούν την διαφορετικότητά τους και το πάθος τους. Στέκονται στις όχθες και αφήνουν ανάμεσά τους να κυλάει ορμητικά ένα πρώην ήσυχο ρυάκι. Δεν έχει σημασία αν θα ακουμπήσουν τα γυμνά τους πόδια ταυτόχρονα μέσα στο νερό. Μονάχα να τα ακουμπήσουν. Δεν έχει σημασία αν θα κολυμπήσουν μέχρι την άλλη άκρη ή αν θα αφεθούν να τους παρασύρει. Μονάχα προσοχή χρειάζεται στις ξέρες κι εκεί λίγο πριν τον καταρράκτη που σκύβει να πιει νερό η heliconius sara λίγο πριν κοιμηθεί.

- Πως σε λένε;
- Όπως θέλεις εσύ.

Stop

- Τι ώρα είναι;
- Δεν ξέρω. Γιατί;
- Γιατί δεν μένεις απόψε;


[ walking up the hill tonight, and you have closed your eyes ]

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Bon voyage


Πόσο συχνά ονειρεύεσαι περπατώντας σε τούτη την άνευρη πόλη που την νιώθεις να ανθίζει νευρικά σε κάθε σου κύτταρο; Πόσο συχνά αναρωτιέσαι αν όταν κοπάζουν οι ξαφνικοί άνεμοι, αναπόφευκτα, μπορεί και να σταματούν να στριφογυρίζουν από ηδονή οι ανεμόμυλοι του μυαλού σου; Πόσο συχνά αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο σου και την υψηλότητά σου που μπορεί άλλες φορές να βουλιάζει με μια κίνηση ματ ολόκληρα κρουαζιερόπλοια και άλλες να γεννάει, μέσα σε γλυκούς πόνους, ένα μωρό που πότε κλαίει, πότε γελάει και πότε αρθρώνει άναρθρες κραυγές ή εξομολογητικές σιωπές; Πόσο συχνά θέλεις να πάρεις του δρόμους και πόσες άλλες να τους αφήσεις στην όποια ησυχία τους; Πόσο συχνά νομίζεις ότι ερωτεύεσαι και κάθε πότε αφήνεσαι να κλέβεσαι από την όποια τολμηρή κίνηση ή έστω και μία αγχωτική συγκίνηση;

Ξεπαστρεύοντας νύχτες, διώχνω τα αυθαίρετα συμπεράσματα που τρυπάνε σαν σκουλαρίκια το παρθένο μου δέρμα και απλώνω το χέρι προσκαλώντας τα πίσω να κοσμήσουν την απότομη πτώση του μυαλού μου. Σαν τατουάζ χρωματιστό η ανάγκη μου να ψιθυρίσω αλήθειες που τρομάζουν και αποφεύγονται εντέχνως πότε με απουσίες και πότε με παύσεις. Όχι, δεν μου αρέσει να εγκαταλείπω και δεν το κάνω. Λείπω όμως; Όχι από εμένα. Αυτοκουρδίζομαι αντισυνταγματικά, πίνω μια γουλιά νερό και καυχιέμαι ότι δεν αποζητώ αναρρωτική άδεια. Κάποτε έσπαγαν τους καρπούς τους για μια σταγόνα ελευθερίας και σήμερα πηδάμε από το τραίνο πριν καν την υποψία εκτροχιασμού. Κάποτε βροντοφώναζαν το δίλημμά τους για την ελευθερία ή τον θάνατο, και σήμερα καυχιόμαστε ότι είμαστε έξω από το κλουβί σε έναν κόσμο που μυρίζει δυόσμο, αγάπη και ιώδιο.

Σήμερα, γύριζα από την δουλειά και μύριζε θάλασσα στον δρόμο. Σε θυμήθηκα. Και πριν σε θυμόμουν. Και μετά.

Ζω σε μια πόλη που πότε με σαγηνεύει σαν σκουλαρίκι στην μύτη και πότε με αδειάζει σαν σκισμένη σακούλα με σκουπίδια, στην χωματερή. Πόσα πολύτιμα όνειρα αργοσβήνουν στις χωματερές του πλανήτη; Πόσα δώρα εκσφενδονίζονται με ταχύτητα διαφυγής μέχρι τον απέναντι τοίχο; Ίσως από μίσος. Ίσως από αγάπη. Κάπως έτσι χρωματίζονται οι τοίχοι σε σοκάκια και λεωφόρους. Ένα ιδιόμορφο graffiti τόσο μα τόσο εμπνευσμένο. Ρίξε ένα βλέμμα κάτω πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τα παράξενα σύμβολα στις πλάκες των δρόμων. Ρίξε ένα βλέμμα πάνω, πριν το επόμενό σου βήμα κι ίσως παρατηρήσεις τις ανάποδες πινακίδες των δρόμων. Είναι όμορφη η πόλη μου. Θέλω να φύγω.

Θέλω να σε δω.

Σαν αυτόματο όπλο με σφαίρες κρότου μοιάζουν οι μνήμες. Σαν μαξιλαροπόλεμος μοιάζει η αναπάντεχη ελευθερία που δήθεν μας περιτριγύρίζει. Σταματάω που και που σε εκείνη την παραλία. Κάθομαι ξανά στην άμμο και ακουμπάω την πλάτη μου στον στύλο που στηρίζει την σκεπή του beach bar και αφήνω την ραχοκοκκαλιά μου να να τρέμει, να συστέλλεται και να διαστέλλεται στα μπάσσα του ηχείου που είναι κρεμασμένο εκεί ψηλά, κι όταν ο ήλιος βασιλέψει, αποκοιμιέμαι. Ξέρεις, το πολύ πολύ να με ξυπνήσει το κύμα και ξαφνιασμένος να κοιτάξω γύρω μου και να δω μονάχα τον φάρο που διακρίνεται , λόγω του καθαρού ορίζοντα. Πάντοντε με συνάρπαζαν οι φάροι. Σαν piercing στο έδαφος... σαν palsar στον ουρανό.

Αλλάζω διαδρομές προς τους ίδιους προορισμούς και νομίζω πως αλλάζω εικόνες. Ίσως και να αλλάζω. Αποφεύγω τις διασταυρώσεις με ανθρώπους που δεν θέλω να μιλησω, ξεχνιέμαι να στρίψω στις πλατείες, αδημονώ να ανάψει το φανάρι πράσινο και να φτάσει η ώρα να σχολάσω ή να δώσω τις εξετάσεις που χρωστάω. Βιάζομαι και δεν με παίρνει ο ύπνος όταν ακούω τους δείκτες των ρολογιών να μετράνε. Αναζητώ το κλικ που θα με μεταμορφώσει και θα με σώσει. Μου λείπεις. Μου λείπουνε οι φωτιές στις παραλίες. Μου λείπουνε τα καλοκάιρια που ακόμα δεν έχουν έρθει. Πάντοτε ευχόμουν να μείνω παιδί και όποτε γύρευα να είχα αφορμή. Χαζεύω φωτογραφίες και χαμογελάω στο άκουσμα μιας φωνής που τόσο περίμενα να ακούσω και τόσο είχα πειστεί πως δεν θα άκουγα. Μου αρέσουν οι εκπλήξεις και τρελλαίνομαι για τις εκλείψεις. Κάπως έτσι αποχαιρετώ τις πανσελήνους και κάνω πως δεν βλέπω στάχτες και σκουριές επάνω στο παρκέ, το χαλασμένο από τον χρόνο.

Εσύ που διαβάζεις εδώ τώρα, ή φύγε ή έλα.

Βγάζω την καρναβαλίστικη μάσκα μου και σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπό μου κάθε φορά που θέλω να κοιτάξω έναστρο ουρανό. Ξέρεις, όχι αυτόν των πόλεων. Χαρίζω χάδια όταν νιώθω την ανάγκη και όταν η αδυναμία της επιθυμίας μου δημιουργεί κράμπες.

Κορναρίσματα, μπαρουτοκαπνισμένα παράθυρα, αποφάσεις που δεν παίρνονται, σχέσεις από απόσταση, σχέσεις χωρίς στάση, τελείες, παύλες, καφέδες, αλκοόλ, δειλία, αήδια, φασαρία, ησυχία, ξαφνιάσματα, φαντάσματα, παραπετάσματα, δευτερολέπτων κλάσματα, περί ανέμων και υδάτων, αναρχία, φιλοσοφία, σοφία, απιστία, αμφιβολία, αντίσταση, αντίδραση, δράση, μαλακία.

Σαν comedie, πόσες ζωές κρύβει η ζωή; Και πόσα λόγια τρυφερά; ...δυο εφιάλτες στην γωνιά. Σαν comedie, και το μελάνι μου εσύ. Τόσο γλυκιά, τόσο πικρή. Γίνε για λίγο αληθινή.

Μια σπονδή η εκπνοή αυτή κι ένα λασπωμένο καλωσόρισμα, με υποψία όψης φράουλας, στις ξέγνοιαστες μέρες που έρχονται φρεκοντυμένες και ευωδιαστές σαν κέικ που μόλις βγήκε από τον φούρνο, σαν παγωτό που μόλις βγήκε από την κατάψυξη, σαν αλάτι που έχει στεγνώσει πάνω στο δέρμα, σαν πρωινό ξύπνημα δίπλα στους πόρους που επιθυμείς, σαν μια μυστική λίμνη στα θεμέλια του σπιτιού σου, με τις κολόνες για γόνδολες. Είναι οι μέρες που απλά αξίζει και αξίζεις να τις ζεις. Τίποτα άλλο.

Καλό ταξίδι...

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Summertime


…με κάρβουνο στο χέρι κυκλώνες ζωγραφίζω
στα σύνορα του κόσμου, στα τσίνορά σου φως μου
με κάρβουνο να καίει, στο χέρι μου να ρέει
να στάζει στις πληγές μου σαν άγριο γιατρικό.

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο

…γοργόνες αρμενίζουν και σιγοψιθυρίζουν
στ’ αριστερό αυτί σου, ησύχασε, κοιμήσου
σε περιμένει μέρα για να τα βγάλεις πέρα
σε γκρίζα παραμύθια, κάτι χτυπάει στα στήθια.

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο

…επάνω στο τραπέζι δυο βάζα πετιμέζι
και μια χρυσή τουλίπα ανθίζει από μια τρύπα
στο πιάτο πεφταστέρια, μια αλμύρα από νυστέρια
ξημέρωσε στην πλάση, τώρα ποιος να σε πιάσει!

ξύπνα με, μην κοιμηθώ
φίλα με, μην ξεχαστώ
και χάσω τ’ όνειρο